Τα αγροτικά μπλόκα «σκοτώνουν» την αγορά

0

Επιπλοκές στο εμπόριο και την οικονομική δραστηριότητα προοιωνίζεται η κόντρα μεταξύ κυβέρνησης και αγροτών για το ασφαλιστικό που κλιμακώνεται μέρα με τη μέρα, με αποτέλεσμα να καθίσταται όλο και πιο δυσχερής η ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων και αγαθών σε κεντρικούς εμπορικούς άξονες και τελωνεία.

Την ίδια στιγμή, την απειλή «εμφράγματος” στην αγορά δεν δείχνει να λαμβάνει σοβαρά η κυβέρνηση, εμμένοντας στις θέσεις της ότι «οι αγρότες έχουν πέσει θύμα παραπληροφόρησης” και αδυνατώντας να επιδιώξει μια συμβιβαστική λύση, χωρίς να συνεκτιμά τις οικονομικές συνέπειες και τη διαφαινόμενη ζημία στην οικονομία.

Προς το παρόν, τα προβλήματα είναι «ελεγχόμενα» καθώς οι αποκλεισμοί δρόμων και τελωνείων δεν έχουν πάρει τέτοιες διαστάσεις ώστε να μπορεί κανείς να μιλήσει ακόμη για σοβαρή επιβάρυνση της εμπορικής και οικονομικής δραστηριότητας.

Καθώς, ωστόσο, οι κινητοποιήσεις εντείνονται και απειλούνται αποκλεισμοί διαρκείας μεγάλων οδικών αρτηριών και των εθνικών οδών, οι φόβοι των επιχειρήσεων και του εμπορικού κόσμου δεν καθησυχάζονται.

Αντίθετα, εντείνονται λόγω των ατελέσφορων προσπαθειών της κυβέρνησης να χειριστεί το θέμα και να βρει μια κοινή συνισταμένη με τους αγρότες, οι οποίοι ενόψει των μεγάλων πανελλαδικών απεργιακών κινητοποιήσεων της προσεχούς Πέμπτης προειδοποιούν πως «οι πόλεις στη χώρα θα ζήσουν πρωτόγνωρες καταστάσεις».

Ήδη στο διογκούμενο κύμα των κινητοποιήσεων προστέθηκαν και οι οδηγοί φορτηγών οι οποίοι στην γενική συνέλευση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Φορτηγών Αυτοκινητιστών αποφάσισαν να τραβήξουν χειρόφρενο διαρκείας.

Η αγορά εκφράζει εύλογα προβληματισμό για τις συνέπειες ενδεχόμενης κλιμάκωσης των κινητοποιήσεων το επόμενο διάστημα, ιδιαίτερα από τη στιγμή που η κυβέρνηση δεν βρει σημείο σύγκλισης με τους αγρότες. Στην αγορά φοβούνται επανάληψη των προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί από τις μεγάλης διάρκειας κινητοποιήσεις του 2010, κινητοποιήσεις που είχαν προκαλέσει τεράστια οικονομική ζημία.

Τότε πάνω από τις μισές ελληνικές επιχειρήσεις και ιδίως εκείνες της Βόρειας Ελλάδας είχαν επηρεαστεί σε πολλά επίπεδα από το εμπορικό μπλακ άουτ, ενώ τα προβλήματα είχαν εκθρέψει λογικές «κοινωνικού αυτοματισμού» μεταξύ φορέων της βιομηχανίας, του τουρισμού και του εμπορίου που έβαλαν κατά των αγροτών.

Στις οικονομικές επιπτώσεις που δύνανται να προκαλέσει το πολυήμερο κλείσιμο των εμπορευματικών οδών, φορείς της αγοράς αναφέρουν την πιθανή μείωση της παραγωγής, την αύξηση του χρηματοοικονομικού κόστους των επιχειρήσεων, την ακύρωση συμβολαίων λόγω μη τήρησης των συμφωνιών παράδοσης, τη μείωση των πωλήσεων κλπ

Από την μέχρι σήμερα εμπειρία εκτιμάται πως σε περιπτώσεις αποκλεισμού των εμπορευματικών διαδρόμων, το εμπόριο χάνει καθημερινά το 1% των συναλλαγών που πραγματοποιούνται κάθε μήνα. Στις πράξη για τις εξαγωγές ένας μεγαλύτερος αποκλεισμός δρόμων θα σήμαινε απώλειες έως και 25 εκατ. ευρώ ημερησίως.

Μέχρι στιγμής, πάντως, οι αντικειμενικές δυσχέρειες περιορίζονται στις χρονικές καθυστερήσεις που προκαλούνται από την αναζήτηση παρακαμπτήριων οδών για να εκτελεστούν οι καθημερινές παραδόσεις παραγγελιών και δεν έχουν αγγίξει την εξαγωγική και εισαγωγική δραστηριότητα των επιχειρήσεων, επισημαίνει ο Νίκος Αρχοντής, Chief Operations Officer του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων.

Το «ευτύχημα» σε αυτή τη συγκυρία όπως αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, είναι ότι ενώ το μεταφορικό έργο δυσκολεύει λόγω των πολύωρων αποκλεισμών, αυτό συμβαίνει σε περιβάλλον χαμηλότερου μεταφορικού κόστους συγκριτικά με το παρελθόν λόγω της μείωσης των τιμών των καυσίμων, γεγονός που ενισχύει τα περιθώρια αντοχών για πολλές επιχειρήσεις. Επιπροσθέτως, ο μεγαλύτερος όγκος των εξαγωγών γίνεται δια θαλάσσης και συνολικά πάνω από το 50% μέσω Αττικής.

Από την πλευρά τους και ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Βασίλης Κορκίδης σημειώνει πως δεν έχει παρατηρηθεί πρόβλημα από πλευράς επάρκειας αγαθών στην αγορά, η εικόνα αυτή, ωστόσο, δεν αποκλείεται να αλλάξει αν η κινητοποίηση εξελιχθεί σε τυφλή σύγκρουση.

Ο ίδιος αναφέρει πως είναι συνολικά πεσμένη η εμπορευματική κίνηση τον Ιανουάριο σε σχέση με πέρυσι σε ποσοστά που κυμαίνονται από 5,5% για τα τρόφιμα έως 8,5% για τα πολυκαταστήματα, γεγονός που εν πολλοίς αποδίδει και στην επιδείνωση του κλίματος τις τελευταίες εβδομάδες και στις αυξημένες οικονομικές υποχρεώσεις των νοικοκυριών και επιχειρήσεων, που έχουν επιδράσει αρνητικά στη ζήτηση.




Share.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ