<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	
	xmlns:georss="http://www.georss.org/georss"
	xmlns:geo="http://www.w3.org/2003/01/geo/wgs84_pos#"
	xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/">

<channel>
	<title>ΙΝΕ ΓΣΕΕ &#8211; Money Press</title>
	<atom:link href="https://www.moneypress.gr/tag/%ce%b9%ce%bd%ce%b5-%ce%b3%cf%83%ce%b5%ce%b5/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.moneypress.gr</link>
	<description></description>
	<lastBuildDate>Wed, 15 Jan 2025 08:32:02 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2022/02/cropped-mp.png?fit=32%2C32&#038;ssl=1</url>
	<title>ΙΝΕ ΓΣΕΕ &#8211; Money Press</title>
	<link>https://www.moneypress.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΙΝΕ/ ΓΣΕΕ: Χαμηλότερη από Βουλγαρία η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων - Τρίτη από το τέλος στην ΕΕ η Ελλάδα στους μισθούς</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/ine-gsee-xamiloteri-apo-voylgaria-i-ag/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[panos12]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 15 Jan 2025 08:30:34 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Οικονομία]]></category>
		<category><![CDATA[ΙΝΕ ΓΣΕΕ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=184011</guid>

					<description><![CDATA[Mε τους μισθούς που κατατάσσονται στην τρίτη χαμηλότερη θέση της Ευρωπαικής Ένωσης, την ακρίβεια να επιμένει στα περισσότερα αγαθά και την αγοραστική δύναμη στα τάρταρα της ΕΕ κάτω και από τη Βουλγαρία και τη Σλοβακία, τα φτωχότερα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν έντονα προβλήματα διαβίωσης , σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεσης του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και απασχόληση το 2024. Κορυφαίο πρόβλημα παραμένει το στεγαστικό [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<div class="cnt">Mε τους μισθούς που κατατάσσονται στην τρίτη χαμηλότερη θέση της<strong> Ευρωπαικής Ένωσης</strong>, την ακρίβεια να επιμένει στα περισσότερα αγαθά και την αγοραστική δύναμη στα τάρταρα της ΕΕ κάτω και από τη <strong>Βουλγαρία</strong> και τη <strong>Σλοβακία</strong>, τα φτωχότερα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν<strong> έντονα προβλήματα διαβίωσης</strong> , σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεσης του <strong>ΙΝΕ/ΓΣΕΕ</strong> για την ελληνική οικονομία και απασχόληση το 2024.</p>
<p>Κορυφαίο πρόβλημα παραμένει το στεγαστικό παρότι οι επενδύσεις σε ακίνητα ενισχύθηκαν κατά περίπου 400 εκατ. ευρώ. Το ποσοστό επιβάρυνσης του κόστους στέγασης , το 2023 για τους ενοικιαστές να ανέρχεται στο 40,5% (τέταρτο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ), ενώ για τα άτομα σε ιδιόκτητη κατοικία, χωρίς δάνειο ή υποθήκη σε εκκρεμότητα, σε 23,7% (το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ).</p>
<div class="bannerWrp stickyBanner" data-plugin-mobsticky="">
<div class="bannerCnt bannerWrp__inner">Παράλληλα , σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης , στα θετικά στοιχεία κατατάσσονται η βελτίωση στους ρυθμούς του ΑΕΠ, στην αγορά εργασίας και στην κατανάλωση. Παρά τη θετική πορεία εύθραυστη παραμένει τόσο η χρηματοπιστωτική κατάσταση του ελληνικού δημόσιου τομέα όσο και η εικόνα της αγοράς εργασίας. Μάλιστα ενδεικτικό είναι ότι η συμμετοχή των εργαζομένων στην αύξηση του ΑΕΠ είναι μηδαμινή.</div>
</div>
<p>Μείωση της απασχόλησης σημειώθηκε στο δευτερογενή τομέα , αύξηση στις υπηρεσίες ενώ το ποσοστό των εργαζομένων στην υψηλή τεχνολογία είναι από τα χαμηλότερα της Ευρώπης.</p>
<p>Θετικό στοιχεία είναι η κατανάλωση στην Ελλάδα που επανήλθε στην τάση που υπήρχε πριν από την πανδημία και κινήθηκε σε υψηλούς ρυθμούς. Αντιθέτως, στην ΕΕ η κατανάλωση έμεινε στάσιμη μέχρι το τέλος του 2023, ενώ στις αρχές του 2024 παρουσιάζει σημάδια ανάκαμψης σε σχέση με την προ πανδημίας τάση.</p>
<p><strong>Ειδικότερα τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης είναι τα εξής:</strong></p>
<div class="bannerWrp stickyBanner" data-plugin-mobsticky="">
<div class="bannerCnt bannerWrp__inner">Μισθοί – αγοραστική δύναμη : Στην επίπτωση του πληθωρισμού στο επίπεδο ευημερίας των πολιτών πρέπει να συνυπολογιστούν και οι ιδιαίτερα χαμηλές αποδοχές των μισθωτών. Το 2023 στη χώρα μας το ύψος του μέσου ετήσιου προσαρμοσμένου μισθού πλήρους απασχόλησης ήταν 17.013 ευρώ, επίδοση που αποτελεί την τρίτη χαμηλότερη μεταξύ των 26 υπό εξέταση κρατών μελών της ΕΕ. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι η χώρα μας αποτελεί το μοναδικό από τα υπό εξέταση κράτη-μέλη της ΕΕ όπου καταγράφεται μείωση του συγκεκριμένου μεγέθους συγκριτικά με το 2009. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην υποβάθμιση της θέσης της Ελλάδας από τη 13η το 2009 στην 24η θέση της σχετικής κατάταξης το 2023.</div>
</div>
<p>Μάλιστα σε όρους PPS (<strong> μονάδες αγοραστικής δύναμης</strong> ) το αντίστοιχο μέγεθος ανήλθε στην Ελλάδα σε 21.004, δηλαδή στο χαμηλότερο επίπεδο της ΕΕ.</p>
<p>Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η αγοραστική δύναμη του μέσου ετήσιου προσαρμοσμένου μισθού πλήρους απασχόλησης στη χώρα μας, τουλάχιστον όσον αφορά τη συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων, ήταν το 2023 χαμηλότερη έναντι της αντίστοιχης σε οικονομίες σχετικά χαμηλού εισοδήματος, όπως τα κράτη-μέλη των Βαλκανίων και της ανατολικής Ευρώπης. Μάλιστα, η απόκλισή του ήταν αρκετά μεγάλη σε ορισμένες περιπτώσεις. Ενδεικτικά, συγκριτικά με τη Βουλγαρία ο μέσος ετήσιος προσαρμοσμένος μισθός πλήρους απασχόλησης στη χώρα μας το 2023 υπολειπόταν κατά 1.365 PPS, σε σχέση με τη Σλοβακία κατά 2.743 PPS, με την Ουγγαρία κατά 3.100 PPS, ενώ σε σχέση με τη Ρουμανία και την Κροατία κατά 9.945 και 10.485 PPS αντίστοιχα. Έναντι του μέσου όρου της ΕΕ, οι μέσες ετήσιες προσαρμοσμένες αποδοχές πλήρους απασχόλησης σε όρους PPS στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν το 2023 μόλις στο 55,5%. Τα στοιχεία αποτυπώνουν το έλλειμμα ευημερίας που αντιμετωπίζουν σήμερα οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα εξαιτίας της χαμηλής αγοραστικής δύναμης των αποδοχών τους συγκριτικά με το αντίστοιχο επίπεδο στον μέσο όρο της ΕΕ αλλά και σε άλλα γειτονικά κράτη.</p>
<p><strong>2. Πληθωρισμός – ακρίβεια: </strong>Είναι χαρακτηριστικό ότι στο σύνολο της περιόδου Νοέμβριος 2020- Νοέμβριος 2024, πλην της κατηγορίας «Επικοινωνίες», όλες οι υπόλοιπες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών που απαρτίζουν τον ΓΔΤΚ σημείωσαν θετικές μεταβολές τιμάριθμου, στην πλειονότητά τους διψήφιες. Τη μεγαλύτερη μεταβολή εμφάνισαν οι κατηγορίες «Ένδυση και υπόδηση» (+31,3%), «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» (+30,5%) και «Στέγαση» (24,3%), ενώ μεγάλες αυξήσεις καταγράφηκαν και στις κατηγορίες «Μεταφορές» (+23,8%) και «Ξενοδοχεία, καφέ, εστιατόρια» (+21,4%).</p>
<p><strong>3. Στεγαστικό:</strong> Το στεγαστικό πρόβλημα έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος εξαιτίας, μεταξύ άλλων, της αύξησης που καταγράφουν οι δαπάνες στέγασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2023 στην Ελλάδα το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιούσε σε νοικοκυριά στα οποία το στεγαστικό κόστος ήταν μεγαλύτερο του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους (ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης) ανερχόταν στο 28,5%. Η τιμή αυτή, αν και μειωμένη συγκριτικά με το 2019, παραμένει με διαφορά η υψηλότερη μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.</p>
<p>Επιπρόσθετα, το κόστος στέγασης στη χώρα μας έχει δυσανάλογη επίδραση<strong> στην ευημερία των πολιτών διαφορετικής εισοδηματικής κατάστασης</strong>. Ενδεικτικά, το 2023 για τα άτομα που ανήκαν στο φτωχότερο εισοδηματικό πεμπτημόριο το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης του κόστους στέγασης ανερχόταν στο 85,3% (έναντι 29,9% στην ΕΕ), ενώ για τα πλουσιότερα άτομα (5ο εισοδηματικό πεμπτημόριο) στο 1,2% (συγκριτικά με 0,7% στην ΕΕ).</p>
<div class="bannerWrp" data-plugin-mobsticky="">
<div class="bannerCnt bannerWrp__inner">
<div id="banner-div-0712b5be-775c-4239-9b71-2a3f431e1443" class="banner-container b560x320" data-google-query-id="CMqnps6A9ooDFfJMkQUd_QUCXg">
<div id="google_ads_iframe_/1050137/In_read_Video_0__container__">• Αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις παρουσιάζει το <strong>ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης</strong> του κόστους στέγασης ανάλογα με το καθεστώς ιδιοκτησίας της κατοικίας. Το 2023 το ποσοστό αυτό για τους ενοικιαστές ανερχόταν στο 40,5% (τέταρτο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ), ενώ για τα άτομα σε ιδιόκτητη κατοικία, χωρίς δάνειο ή υποθήκη σε εκκρεμότητα, ήταν 23,7% (το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ).</div>
</div>
</div>
</div>
<p>• Σε επίπεδο περιφερειών, <strong>το υψηλότερο ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης</strong> από το κόστος στέγασης εμφάνισαν το 2023 οι περιφέρειες Κεντρικής Μακεδονίας (34,8%), Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (32,7%) και Πελοποννήσου (31,8%). Αντίθετα, τα χαμηλότερα ποσοστά επιβάρυνσης κατέγραψαν οι περιφέρειες Κρήτης (20,2%) και Ιονίων Νήσων (23,1%), ακολουθούμενες από τις περιφέρειες Θεσσαλίας (23,9%), Νοτίου Αιγαίου (25%), Ηπείρου (25,6%) και Δυτικής Μακεδονίας (25,7%). Κοντά στον μέσο όρο της χώρας (28,5%) κυμάνθηκαν, τέλος, τα αντίστοιχα ποσοστά στην Αττική (27,9%) και στις περιφέρειες Στερεάς Ελλάδας και Βορείου Αιγαίου (27,7%). Τονίζεται ότι οκτώ από τις δεκατρείς περιφέρειες της χώρας κατέγραψαν το 2023 υψηλότερα ποσοστά υπερβολικής επιβάρυνσης του στεγαστικού κόστους έναντι του 2021, στοιχείο ενδεικτικό της όξυνσης του προβλήματος στέγασης.</p>
<p>5. Αγορά εργασίας – απασχόληση : Η βελτίωση που παρουσιάζουν τα τελευταία χρόνια τα βασικά ποσοτικά μεγέθη της αγοράς εργασίας συνεχίζεται και το 2024. Ωστόσο, αν και η εξέλιξη αυτή συμβάλλει στη μερική αντιστάθμιση των σημαντικών απωλειών που έχουν υποστεί οι εργαζόμενοι στη χώρα μας όσον αφορά το βιοτικό τους επίπεδο εξαιτίας της οικονομικής και της πληθωριστικής κρίσης, η κατάσταση στην αγορά εργασίας παραμένει εύθραυστη. Οι συμβατικοί δείκτες της απέχουν ακόμη σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ταυτόχρονα, σε μια εποχή στην οποία η προαγωγή της ποιοτικής, παραγωγικής και υψηλής ειδίκευσης απασχόλησης αποτελεί βασικό επίδικο και συστατικό της νέας βιομηχανικής πολιτικής πολλών κρατών, η κλαδική διάρθρωση της απασχόλησης στη χώρα μας φαίνεται να αντικατοπτρίζει ευρύτερους μετασχηματισμούς του παραγωγικού της συστήματος, οι οποίοι, σε συνδυασμό με την ευελικτοποίηση των εργασιακών σχέσεων, δημιουργούν σοβαρά ερωτηματικά για τον βαθμό ανθεκτικότητας της αγοράς εργασίας και τη διατηρήσιμη άνοδο του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.</p>
</div>
<div class="cnt">
<div class="bannerWrp stickyBanner" data-plugin-mobsticky="">
<div class="bannerCnt bannerWrp__inner">
<div id="banner-div-baf3c702-1d17-4cbd-9316-653b0ac44829" class="banner-container b728x90" data-google-query-id="CMunps6A9ooDFfJMkQUd_QUCXg">
<div id="google_ads_iframe_/1050137/Headbanner_0__container__">• Είναι χαρακτηριστικό ότι, σε σύγκριση με το γ΄ τρίμηνο του 2009, το γ΄ τρίμηνο του 2024 το μερίδιο των θέσεων εργασίας στον δευτερογενή τομέα παραγωγής στον συνολικό όγκο της απασχόλησης ήταν χαμηλότερο κατά 4,7 ποσοστιαίες μονάδες (από 21,4% το γ΄ τρίμηνο του 2009 σε 16,7% το γ΄ τρίμηνο του 2024), ενώ στον πρωτογενή τομέα κατά μία ποσοστιαία μονάδα (από 11,2% σε 10,2%). Αντίθετα, το μερίδιο των θέσεων απασχόλησης στους κλάδους του τομέα των υπηρεσιών ενισχύθηκε από 67,4% το γ΄ τρίμηνο του 2009 σε 73,1% το γ΄ τρίμηνο του 2024.</div>
</div>
</div>
</div>
</div>
<div class="cnt">
• Παράλληλα με την υστέρηση της απασχόλησης στον δευτερογενή τομέα, η ελληνική οικονομία καταγράφει ιδιαίτερα χαμηλές επιδόσεις και όσον αφορά το ποσοστό των εργαζομένων που απασχολούνται σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας στο σύνολο της απασχόλησης. Ειδικότερα, στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό το 2023 ανήλθε στο 3,4%, τιμή που, αν και αυξημένη συγκριτικά με το 2009 και το 2019, είναι η δεύτερη χαμηλότερη στο σύνολο των κρατών-μελών της ΕΕ. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι το ποσοστό των ατόμων που απασχολούνταν το 2023 στην Ελλάδα σε μεταποιητικούς κλάδους υψηλής τεχνολογίας ανήλθε μόλις στο 0,8% του συνόλου των απασχολουμένων, ποσοστό που κατατάσσει τη χώρα μας, μαζί με τη Ρουμανία και την Κροατία, στην πέμπτη θέση από το τέλος μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Αντίστοιχα, το 2023 το ποσοστό των εργαζομένων που είχαν μια θέση εργασίας σε υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας και έντασης γνώσης αντιστοιχούσε στο 2,6% του συνόλου της απασχόλησης, το δεύτερο χαμηλότερο στην ΕΕ.</p>
<p>6. Οικονομία, ΑΕΠ, επενδύσεις : Το 2024 η εξέλιξη του πραγματικού ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας κυμάνθηκε σε υψηλότερο επίπεδο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η κατανάλωση εξακολουθεί να αποτελεί τον πρωταρχικό προσδιοριστικό παράγοντα της οικονομικής δραστηριότητας. Ωστόσο, το εισόδημα των μισθωτών έχει μικρή συμβολή στη μεταβολή του ακαθάριστου εισοδήματος των νοικοκυριών και στην αύξηση της κατανάλωσης. Το 2023 οι πραγματικοί μισθοί συνέβαλαν μόλις κατά 1%, τα εισοδήματα των αυτοαπασχολούμενων κατά 1,76% και τα κέρδη από διακράτηση πλούτου κατά 1,5%. Τα ευρήματα αυτά αποτελούν ένδειξη άνισης κατανομής της ευημερίας στην Ελλάδα.</p>
<p>• Οι πραγματικές επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ εξακολουθούν να είναι από τις χαμηλότερες στην ΕΕ, ενώ το γ΄ τρίμηνο του 2024 έμειναν στάσιμες. Αναφορικά με το είδος των επενδύσεων, η μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση εντοπίζεται στις επενδύσεις σε κατοικίες. Σε συνδυασμό με τις λοιπές κατασκευές, το α΄ εξάμηνο του 2024, οι επενδύσεις αυτές αντιστοιχούσαν στο 5,2% του ΑΕΠ. Στο ίδιο διάστημα, υψηλότερες ήταν οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό και οπλικά συστήματα (6,2% του ΑΕΠ), ενώ χαμηλές ήταν οι επενδύσεις σε προϊόντα διανοητικής ιδιοκτησίας (2,4% του ΑΕΠ), οι οποίες αποτελούν κρίσιμο μέγεθος για την ποιοτική αναβάθμιση του εγχώριου παραγωγικού ιστού.</p>
<p>Η μεγάλη αύξηση των εισαγωγών διατήρησε το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών σε πολύ υψηλό επίπεδο, παρά τη βελτίωση στο ισοζύγιο ενέργειας. Τη μεγαλύτερη αρνητική επίδραση σε αυτή την εξέλιξη είχε το ισοζύγιο ενδιάμεσων προϊόντων, το οποίο το α΄ εξάμηνο του 2024 διευρύνθηκε κατά 932 εκατ. ευρώ έναντι του α΄ εξαμήνου του 2023 και επιπλέον κατά 425 εκατ. ευρώ το γ΄ τρίμηνο σε ετήσια βάση.</p>
<p>• Το αυξανόμενο εμπορικό έλλειμμα είναι αποτέλεσμα της μεγάλης εξάρτησηςτης εγχώριας παραγωγής από εισαγόμενα ενδιάμεσα προϊόντα, η οποία με τη σειρά της αναδεικνύει, αφενός, τη σοβαρή διαρθρωτική ανεπάρκεια του παραγωγικού συστήματος και, αφετέρου, την επιτακτική ανάγκη σχεδιασμού μιας σύγχρονης βιομηχανικής πολιτικής.</p>
<p>Το γεγονός ότι δεν σημειώνεται κάποιος ουσιαστικός μακροοικονομικός και παραγωγικός μετασχηματισμός αποτελεί ένδειξη αδυναμίας διαμόρφωσης συνθηκών διατηρήσιμης δυναμικής ανθεκτικότητας και βιωσιμότητας της οικονομίας.</p>
<p>• Υποβοηθούμενο από την άνοδο του πληθωρισμού και την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, το ύψος του δημόσιου χρέους ως ποσοστού στο ΑΕΠ κατέγραψε σημαντική αποκλιμάκωση. Ειδικότερα, το β΄ τρίμηνο του 2024 κατήλθε στο 163,6% έναντι 172,5% το β΄ τρίμηνο του 2023.</p>
<p>Ωστόσο, σε απόλυτα νούμερα, και παρά τη μετάβαση της οικονομίας σε καθεστώς πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης εξακολουθούσε το β΄ τρίμηνο του 2024 να κυμαίνεται σε πολύ υψηλά επίπεδα, στα οποία βρέθηκε μετά το ξέσπασμα της πανδημικής κρίσης το 2020.</p>
<p>Επιπλέον, παρά τη θετική δημοσιονομική επίδραση του πληθωρισμού και τους θετικούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, η χρηματοπιστωτική κατάσταση του ελληνικού δημόσιου τομέα, αν και βελτιωμένη, παραμένει εύθραυστη, με τον δείκτη φερεγγυότητας του ελληνικού Δημοσίου να εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί το 2024 εντός του χρηματοπιστωτικού καθεστώτος Ponzi. Ωστόσο, φέτος και το 2026 προβλέπεται, βάσει των στοιχείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αναβάθμιση του δείκτη φερεγγυότητας του ελληνικού Δημοσίου.</p>
<p>• Το εξωτερικό έλλειμμα εξακολουθεί να παραμένει σε υψηλότερο επίπεδο από αυτό του 2019. Ο ιδιωτικός τομέας θα πρέπει να χρηματοδοτήσει τόσο το εξωτερικό έλλειμμα όσο και τη δημοσιονομική προσαρμογή του δημόσιου τομέα, το έλλειμμα του οποίου έχει σχεδόν εξαλειφθεί. Το α΄ τρίμηνο του 2024 το ισοζύγιο των επιχειρήσεων ήταν σχεδόν ισοσκελισμένο, πράγμα που συνεπάγεται ότι το έλλειμμα των νοικοκυριών είναι αυτό που προσδιορίζει τη μακροοικονομική κατάσταση της οικονομίας.</p>
<p>• Τον Δεκέμβριο του 2024 ο ρυθμός μεταβολής του ΕνΔΤΚ, σε ετήσια βάση, διαμορφώθηκε στο 2,9% έναντι 3,7% τον Δεκέμβριο του 2023. Ωστόσο, παρά τη σχετική αποκλιμάκωσή του και τις παρεμβάσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια για την αντιμετώπισή του, ο πληθωρισμός συνεχίζει να επηρεάζει αρνητικά την αγοραστική δύναμη των πολιτών, τροφοδοτώντας την κρίση αξιοπρεπούς διαβίωσης, η οποία πλήττει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.</p>
<p>Η θέση την οποία το ΙΝΕ ΓΣΕΕ υπερασπίζεται στον δημόσιο διάλογο είναι ότι, για να είναι ανθεκτική, διατηρήσιμη και βιώσιμη η ανάπτυξη της χώρας μας, πρέπει να είναι πρωτίστως ανθρωποκεντρική και να αποτυπώνεται σε ποιοτικούς οικονομικούς και κοινωνικούς δείκτες. Η οικονομική και η κοινωνική πολιτική πρέπει να επικεντρωθούν στη δημιουργία αξιοπρεπών και παραγωγικών θέσεων εργασίας, στην καθολική κοινωνική προστασία, στον σεβασμό των θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων και στη διαμόρφωση μισθών αξιοπρεπούς διαβίωσης μέσω συλλογικών συμβάσεων εργασίας.</p></div>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2023/03/xrima-ependyseis.jpg?fit=702%2C369&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2023/03/xrima-ependyseis.jpg?fit=702%2C369&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>ΙΝΕ/ΓΣΕΕ: 4 στα 10 νοικοκυριά δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/ine-gsee-4-sta-10-noikokyria-dyskoleyont/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[babisp]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 19 Jun 2024 12:36:23 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ειδήσεις]]></category>
		<category><![CDATA[ΙΝΕ ΓΣΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[νοικοκυριά]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=173995</guid>

					<description><![CDATA[Αποθαρρυντική για τη διαβίωση ων νοικοκυριών είναι η εικόνα που παρουσιάζει το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ στην ετήσια έκθεσή 2024 για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και της απασχόλησης , επισημαίνοντας ότι η βελτίωση της ελληνικής οικονομίας και η αύξηση των μισθών δε συνέβαλαν παρά ελάχιστα στην ενίσχυση της κατανάλωσης. Επίσης οι συντάκτες της έκθεσης αναφέρουν ότι η [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<div class="cnt">
<p>Αποθαρρυντική για τη διαβίωση ων νοικοκυριών είναι η εικόνα που παρουσιάζει το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ στην ετήσια έκθεσή 2024 για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και της απασχόλησης , επισημαίνοντας ότι η βελτίωση της ελληνικής οικονομίας και η αύξηση των μισθών δε συνέβαλαν παρά ελάχιστα στην ενίσχυση της κατανάλωσης.</p>
<p>Επίσης οι συντάκτες της έκθεσης αναφέρουν ότι η αύξηση της παραγωγικότητας δεν αποτυπώθηκε στην αύξηση των μισθών με την αγοραστική δύναμη να παραμένει σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με το μέσο όρο της ΕΕ.</p>
<p>Θετικά κρίνει η ΓΣΕΕ τη βελτίωση της κατάστασης της αγοράς εργασίας και το 2023.</p>
<p>Όμως όπως τονίζει η έκθεση « οι επιδόσεις της χώρας μας σε μια σειρά βασικούς δείκτες που προσδιορίζουν τον βαθμό και τις προοπτικές ένταξης στην αγορά εργασίας, την ποιότητα της απασχόλησης, τις αμοιβές, την προστασία και τη θεσμική ενδυνάμωση των εργαζομένων συνεχίζουν να αποκλίνουν σημαντικά από τις αντίστοιχες στα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ.»</p>
<p><strong>Τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης είναι τα εξής :</strong></p>
<p>Την τριετία 2021-2023 περίπου το 36% των νοικοκυριών στην Ελλάδα αντεπεξερχόταν με πολύ μεγάλη δυσκολία στις δαπάνες για την κάλυψη των βασικών του αναγκών.</p>
<p>Το 2023 το ποσοστό των εργαζομένων με σύμβαση μερικής απασχόλησης που αντιμετώπισε κίνδυνο φτώχειας στην εργασία αυξήθηκε κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες, με σχεδόν 22 στους 100 εργαζομένους να έχουν διαθέσιμο εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ στην ίδια συνθήκη βρέθηκαν 9 στους 100 απασχολουμένους με σύμβαση πλήρους απασχόλησης.</p>
<p>Η υποχώρηση του μεριδίου των μισθών στη διανομή του εισοδήματος τα τελευταία χρόνια οφείλεται στην ταχύτερη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας συγκριτικά με τον πραγματικό μισθό και στην υστέρηση της προσαρμογής των ονομαστικών μισθών στη μεταβολή του πληθωρισμού κερδών.</p>
<p>Η απόκλιση της παραγωγικότητας από τον πραγματικό μισθό την περίοδο 2019-2023 έχει οδηγήσει σε συστηματική αναδιανομή εισοδήματος σε βάρος της εργασίας. Η μεγαλύτερη απόκλιση παραγωγικότητας-πραγματικού μέσου μισθού εντοπίζεται στον κλάδο των χρηματοοικονομικών και ασφαλιστικών δραστηριοτήτων (24,6%), στη μεταποίηση (22,7%), στις κατασκευές (22%) και στη βιομηχανία (15,1%).</p>
</div>
<div class="cnt">
<p>Η μεγέθυνση της οικονομίας το 2023 και το α΄ τρίμηνο του 2024 στηρίχτηκε στην κατανάλωση. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν περισσότερο τα υψηλότερα εισοδήματα από μη μισθωτή εργασία και σε μικρότερο βαθμό τα καταναλωτικά δάνεια. Η αύξηση των μισθών και η συμβολή τους στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και κατ’ επέκταση στην κατανάλωση των νοικοκυριών ήταν πενιχρή.</p>
<p>• Το 2023 η Ελλάδα είχε μακράν τις χαμηλότερες επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), παρά την υψηλή κερδοφορία και την αύξηση των επενδυτικών χορηγήσεων, εν μέρει λόγω της ρευστότητας του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ).</p>
<p>Ένα μεγάλο μέρος της επενδυτικής δραστηριότητας κατευθύνθηκε προς τις κατασκευές. Παράλληλα, παραπάνω από τις μισές Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ) κατευθύνθηκαν προς την αγορά κατοικίας και τον κλάδο της εστίασης και της παροχής καταλυμάτων.</p>
<p>Το έλλειμμα επενδύσεων σε κλάδους που προσφέρουν υψηλή προστιθέμενη αξία στο σύνολο της οικονομίας, όπως, για παράδειγμα, οι επενδύσεις σε Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&amp;Α), εγκλωβίζει την οικονομία σε ένα πλαίσιο χαμηλής παραγωγικότητας, αδύναμης παραγωγικής διάρθρωσης και υψηλής εισαγωγικής εξάρτησης. Ενδεικτικό είναι ότι το 2023 το απόθεμα κεφαλαίου προϊόντων διανοητικής ιδιοκτησίας των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν το χαμηλότερο σε όλη την ΕΕ. Η παραγωγική καινοτομία στην Ελλάδα υστερεί σημαντικά.</p>
<p>• Η υποχώρηση των τιμών ενέργειας σε διεθνές επίπεδο επέτρεψε την προσαρμογή του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Παρ’ όλα αυτά, το 2023 η Ελλάδα παρουσίασε το τρίτο υψηλότερο έλλειμμα σε όλη την ΕΕ. Σημαντικός παράγοντας αδυναμίας επίτευξης εξωτερικού πλεονάσματος είναι η αδύναμη παραγωγική διάρθρωση της οικονομίας και η μεγάλη εξάρτησή της από εισαγόμενα ενδιάμεσα προϊόντα. Σε σχέση με την προ κρίσης χρέους περίοδο, η εξάρτηση αυτή έχει ενισχυθεί σημαντικά, υποδηλώνοντας την εξίσου σημαντική αποδυνάμωση του παραγωγικού συστήματος.</p>
<p>• Το 2023 το ωριαίο εισόδημα το οποίο δημιούργησε η ελληνική οικονομία, που αποτελεί και έναν δείκτη παραγωγικότητας, είχε τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη στην ΕΕ. Παράλληλα, το ίδιο έτος η Ελλάδα είχε τις χαμηλότερες εξαγωγές προϊόντων υψηλής τεχνολογίας ως ποσοστό του συνόλου των εξαγωγών ανάμεσα στα κράτημέλη της ΕΕ. Οι εξελίξεις όσον αφορά την κλαδική διάρθρωση των επενδύσεων, ειδικά μέσα από τις εκταμιεύσεις του ΤΑΑ, είναι ανεπαρκείς για να αντιστρέψουν την προαναφερθείσα κατάσταση.</p>
<p>• H προσαρμογή του δημοσιονομικού ισοζυγίου και το διαχρονικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών επιβαρύνουν το χρηματοοικονομικό ισοζύγιο του ιδιωτικού τομέα. Η κατάσταση αυτή καθίσταται μη βιώσιμη στον βαθμό που η οικονομική δραστηριότητα εξακολουθεί να βασίζεται στο έλλειμμα των νοικοκυριών και όχι σε παραγωγικές επενδύσεις των επιχειρήσεων. Ο επιχειρηματικός τομέας οφείλει να συμπεριφέρεται ως επενδυτής και όχι ως αποταμιευτής.</p>
<p>• Το δημοσιονομικό υποσύστημα της ελληνικής οικονομίας συνέχισε το 2023 να καταγράφει σημάδια σταθεροποίησης μετά την πολύ σοβαρή επιδείνωση των βασικών του μεγεθών την περίοδο της πανδημίας. Το συνολικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκε πέρυσι στο -1,6% του ΑΕΠ (έναντι -2,5% του ΑΕΠ το 2022), ενώ το πρωτογενές ισοζύγιο στο 1,9% του ΑΕΠ (έναντι ισοσκελισμένου πρωτογενούς ισοζυγίου το 2022). Για φέτος εκτιμάται περαιτέρω βελτίωση των βασικών δημοσιονομικών μεγεθών της οικονομίας, με το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης να διαμορφώνεται στο 1,2% του ΑΕΠ και το πρωτογενές πλεόνασμα στο 2,3%.</p>
<p>• Ενδεικτικό της αποσταθεροποιητικής δημοσιονομικής επίπτωσης της πανδημικής κρίσης είναι ότι συνολικά την περίοδο 2019-2023 οι πρωτογενείς δαπάνες του δημόσιου τομέα αυξήθηκαν περίπου κατά 21 δισ. ευρώ. Επίσης, η Ελλάδα, ενώ εμφανίζει με διαφορά το υψηλότερο ποσοστό δημόσιου χρέους στην ΕΕ, κατέγραψε και τις υψηλότερες δαπάνες για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης μεταξύ των κρατών-μελών της. Ενδεικτικά, μόνο το 2022 το δημοσιονομικό κόστος των εν λόγω παρεμβάσεων υπερέβαινε αρκετά τις δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης για ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, καθώς και το αντίστοιχο ύψος ορισμένων βασικών κατηγοριών κοινωνικής δαπάνης (π.χ. «Ανεργία» και «Οικογένεια και παιδιά»).</p>
<p>• Η Ελλάδα κατέγραψε το 2023 υψηλότερο επίπεδο δημόσιων εσόδων συγκριτικά με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Κυριότερη πηγή εισροής ρευστότητας της Γενικής Κυβέρνησης ήταν για ένα ακόμη έτος οι εισπράξεις από έμμεσους φόρους, με το ύψος τους να ανέρχεται στο 17,4% του ΑΕΠ, έναντι 12,5% στην Ευρωζώνη. Αντίθετα, σημαντική υστέρηση καταγράφει η Ελλάδα όσον αφορά τις εισπράξεις από άμεσους φόρους, το ύψος των οποίων το 2023 ανήλθε στο 10,6% του ΑΕΠ, έναντι 13,4% του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη.</p>
<p>• Δεδομένων των ισχυρών δημοσιονομικών περιορισμών της οικονομίας αλλά και της χαμηλής διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας του παραγωγικού της συστήματος, η ενίσχυση κρίσιμων για την κοινωνική συνοχή και την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας δημόσιων δαπανών προϋποθέτει διαρθρωτικές παρεμβάσεις που θα στοχεύουν στη διατηρήσιμη αύξηση των δημόσιων εσόδων και στη δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών.</p>
<p>• Η διατηρήσιμη ενίσχυση των δημόσιων εσόδων μέσω της δίκαιης διεύρυνσης της φορολογικής βάσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ενδογενή χρηματοδότηση μιας σύγχρονης αναπτυξιακής-βιομηχανικής πολιτικής που θα απαντά στα χρόνια κλαδικά-παραγωγικά προβλήματα της οικονομίας, ενισχύοντας έτσι την ανθεκτικότητά της. Μια τέτοια πολιτική επιλογή θα αποτελούσε και μια μείζονα διαρθρωτική παρέμβαση, η οποία θα επέτρεπε τη μεταβολή του μείγματος της ασκούμενης φορολογικής πολιτικής, ειδικά της σχέσης έμμεσων-άμεσων φόρων, καθώς και του όγκου και της κατανομής των άμεσων φόρων, ώστε να βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων και των μισθωτών, να αμβλυνθεί η εισοδηματική ανισότητα, να εμπεδωθεί ένα αίσθημα φορολογικής δικαιοσύνης και, εντέλει, να διασφαλιστεί η δημοσιονομική φερεγγυότητα της οικονομίας σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα.</p>
<p>• Η ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας σε συνδυασμό με τη διατήρηση του πληθωρισμού σε σχετικά υψηλά επίπεδα και την αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης συνέβαλαν στη σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ από 172,7%, που ήταν το 2022, στο 161,9% το 2023.</p>
<p>• Παρά την πρόβλεψη για περαιτέρω μείωση του ποσοστού του χρέους και βελτίωση του πρωτογενούς πλεονάσματος του Δημοσίου την περίοδο 2024-2025, ο βαθμός δημοσιονομικής φερεγγυότητας της οικονομίας παραμένει εύθραυστος και επιρρεπής σε μια σειρά από εξωγενείς και ενδογενείς παράγοντες. Σε αυτούς τους παράγοντες συγκαταλέγονται το υψηλό γεωπολιτικό ρίσκο της χώρας, η εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, ο βαθμός παραγωγικής-αναπτυξιακής αξιοποίησης των πόρων του ΤΑΑ, οι ευρύτερες νομισματικές και δημοσιονομικές εξελίξεις σε επίπεδο ΕΕ, οι ραγδαίες μεταβολές στο τεχνο-οικονομικό υπόδειγμα της διεθνούς οικονομίας τις οποίες προκαλούν, μεταξύ άλλων, η πράσινη μετάβαση και η ψηφιοποίηση.</p>
<p>• Η διαρθρωτική-κλαδική αναδιάταξη της ελληνικής οικονομίας αποτελεί μείζονα προϋπόθεση για την υπέρβαση των προκλήσεων αυτών και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας, καθώς θα επιτρέψει τη διατηρήσιμη αναβάθμιση του βαθμού φερεγγυότητας του Δημοσίου, χωρίς μια τέτοια εξέλιξη να υποσκάψει τη χρηματοπιστωτική συνοχή του ιδιωτικού τομέα.</p>
<p>• Η κατάσταση της αγοράς εργασίας το 2023 συνέχισε να παρουσιάζει σημάδια βελτίωσης. Παρά όμως το γεγονός αυτό, οι επιδόσεις της χώρας μας σε μια σειρά βασικούς δείκτες που προσδιορίζουν τον βαθμό και τις προοπτικές ένταξης στην αγορά εργασίας, την ποιότητα της απασχόλησης, τις αμοιβές, την προστασία και τη θεσμική ενδυνάμωση των εργαζομένων συνεχίζουν να αποκλίνουν σημαντικά από τις αντίστοιχες στα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ.</p>
<p>• Το 2023 το ποσοστό απασχόλησης στην Ελλάδα, αν και αυξημένο έναντι του 2022, διαμορφώθηκε στο 61,8%, επίδοση που κατατάσσει τη χώρα μας στην προτελευταία θέση μεταξύ των κρατών-μελών. Το ποσοστό αυτό είναι 8,6 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ και άνω των 10 ποσοστιαίων μονάδων χαμηλότερο από το αντίστοιχο άλλων οικονομιών της περιφέρειας της ΕΕ και της ανατολικής Ευρώπης.</p>
<p>• Ιδιαίτερα μεγάλη συνεχίζει να είναι η απόκλιση των ποσοστών απασχόλησης μεταξύ συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων. Ειδικότερα, η απόκλιση του ποσοστού απασχόλησης μεταξύ ανδρών και γυναικών στην Ελλάδα το 2023 ανήλθε στις 18 ποσοστιαίες μονάδες, τιμή που είναι η υψηλότερη στην ΕΕ. Επιπλέον, η απόκλιση του ποσοστού απασχόλησης των ατόμων ηλικίας 15-29 ετών από το αντίστοιχο εκείνων ηλικίας 50-64 ετών ανήλθε στις 27,4 ποσοστιαίες μονάδες, η έβδομη μεγαλύτερη μεταξύ των κρατών-μελών της Ένωσης.</p>
<p>• Μεγάλη είναι επίσης η διαφορά των ποσοστών απασχόλησης ανά περιφέρεια της χώρας. Τα υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης το 2023 εμφάνισαν οι περιφέρειες Πελοποννήσου (65,5%), Αττικής (64%), Στερεάς Ελλάδας (63,2%) και Κρήτης (63%), ενώ τα χαμηλότερα οι περιφέρειες Δυτικής Μακεδονίας (55,6%), Θεσσαλίας (58%) και Δυτικής Ελλάδας (59,4%). Επιπλέον, στις περιφέρειες Στερεάς Ελλάδας και Νοτίου Αιγαίου εντοπίζεται η μεγαλύτερη απόκλιση του ποσοστού απασχόλησης μεταξύ ανδρών και γυναικών (27,2 και 24 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα), ενώ η χαμηλότερη σημειώθηκε στην περιφέρεια Αττικής (14 ποσοστιαίες μονάδες), ακολουθούμενη από την περιφέρεια Ηπείρου (15,7 ποσοστιαίες μονάδες).</p>
<p>• Παρά τη συνεχή και σημαντική μείωσή του από το 2014 και ύστερα, το ποσοστό ανεργίας στη χώρα μας παραμένει υψηλό. Το 2023 διαμορφώθηκε στο 11,1%, που αποτελεί το δεύτερο υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Επιπλέον, το ποσοστό ανεργίας των γυναικών ηλικίας 15-74 ετών στην Ελλάδα ανήλθε το 2023 στο 14,3% (το υψηλότερο στην ΕΕ), καταγράφοντας απόκλιση 5,8 ποσοστιαίων μονάδων από το αντίστοιχο των ανδρών. Παρά τη μείωσή του, έντονο παραμένει επίσης το πρόβλημα της ανεργίας των νέων, με το ποσοστό των ανέργων ηλικίας 15-29 ετών πέρυσι να ανέρχεται στο 21,8%.</p>
<p>• Προβληματισμό δημιουργούν και οι επιδόσεις της χώρας σε μια σειρά από δείκτες που προσδιορίζουν το επίπεδο της ποιότητας της απασχόλησης στη χώρα μας. Η διάσταση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την καλύτερη και την πληρέστερη αξιολόγηση της κατάστασης της αγοράς εργασίας αλλά και ευρύτερα της οικονομίας, δεδομένου ότι η ποιότητα της απασχόλησης δεν προσδιορίζει μόνο το επίπεδο ευημερίας των εργαζομένων μιας χώρας, αλλά επηρεάζει και τη μακρο-χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τις αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας.</p>
<p>• Σύμφωνα με σχετική έρευνα του Eurofound, το 2021 οι εργαζόμενοι στη χώρα μας δήλωναν σε ποσοστό 64,3% ότι δούλευαν, πάντα ή συχνά, υπό συνθήκες πολύ υψηλών ρυθμών εργασίας και σε ποσοστό 56,2% ότι είχαν, πάντα ή συχνά, σφιχτές προθεσμίες όσον αφορά τον χρόνο διεκπεραίωσης των εργασιών τους. Επίσης, το ίδιο έτος το 24,7% των εργαζομένων στην Ελλάδα δήλωνε ότι αφιέρωνε, καθημερινά ή αρκετές ώρες την εβδομάδα, μέρος του ελεύθερου χρόνου του προκειμένου να καταφέρει να καλύψει διάφορες εργασιακές του υποχρεώσεις. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην Ελλάδα καταγράφεται και ένας υψηλός δείκτης αβεβαιότητας των εργαζομένων σχετικά με την εξέλιξη του εισοδήματός τους, με το 30,3% εξ αυτών να δηλώνει το 2021 ότι αδυνατεί να προβλέψει το ύψος των αποδοχών του στους επόμενους τρεις μήνες. Το ποσοστό αυτό είναι σχεδόν τρεις φορές υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ.</p>
<p>• Το συνδυασμένο αποτέλεσμα του πληθωρισμού και της υστέρησης των πραγματικών μισθών σε σχέση με την παραγωγικότητα είναι το πραγματικό μέσο ωρομίσθιο (σε μονάδες αγοραστικής δύναμης – PPS) το 2023 να αποτελεί το χαμηλότερο στην ΕΕ-27. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα καταγράφει το χαμηλότερο ωρομίσθιο στην ΕΕ-27 στους κλάδους: «Κατασκευές», «Επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες», «Δραστηριότητες σχετικές με την ανθρώπινη υγεία και την κοινωνική μέριμνα» και «Τέχνες, διασκέδαση και ψυχαγωγία». Το δεύτερο χαμηλότερο ωρομίσθιο σημειώνεται στον κλάδο «Παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, ατμού και κλιματισμού». Τέλος, ο κλάδος «Χονδρικό και λιανικό εμπόριο, μεταφορές, καταλύματα και υπηρεσίας εστίασης» καταγράφει το 3ο χαμηλότερο πραγματικό ωρομίσθιο και η «Μεταποίηση» και η «Εκπαίδευση» το 4ο χαμηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ-27.</p>
<p>• Συνολικά, την περίοδο 2019-2023 η Ελλάδα καταγράφει τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση του πραγματικού εισοδήματος από εργασία (-8,3%) σε σχέση με όλες τις χώρες της ΕΕ-27. Επομένως, η Ελλάδα όχι απλώς δεν συγκλίνει με την ΕΕ-27 σε όρους κοινωνικής βιωσιμότητας, αλλά αποκλίνει ταχύτατα και από τις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες και από τις περιφερειακές χώρες, που αναπτύχθηκαν την ίδια περίοδο ραγδαία.</p>
<p>• Το 2023 υπογράφηκαν και κυρώθηκαν από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης 19 Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) κλαδικού ή ομοιοεπαγγελματικού, εθνικού ή τοπικού χαρακτήρα. Από αυτές οι 12 είναι εθνικές κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές, ενώ οι 7 είναι τοπικές κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές. Το ίδιο έτος έχουν επίσης υπογραφεί 209 επιχειρησιακές ΣΣΕ.</p>
<p>• Τα ευρήματα πολλών από τους δείκτες κοινωνικής βιωσιμότητας στην Ελλάδα δείχνουν μια επιδείνωση των κοινωνικών συνθηκών μετά το 2020 ως αποτε λεσμα της επι δρασης της πανδημικη ς κρι σης, της κρι σης κο στους ζωη ς αλλα και της αναποτελεσματικο τητας της ασκου μενης οικονομικη ς και κοινωνικη ς πολιτικη ς. Ενδεικτικα αναφε ρουμε ο τι το 2023 το 21,8% των ανηλίκων και το 18,3% των ενηλίκων βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας. Την ίδια χρονιά το 27,5% των ατόμων με επίπεδο εκπαίδευσης 0-2, το 18,5% των ατόμων με επίπεδο εκπαίδευσης 3-4 και το 7,6% με επίπεδο εκπαίδευσης 5-8 βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας. Παράλληλα, με εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας ζούσαν οι 23 στους 100 απασχολουμένους με επίπεδο εκπαίδευσης 0-2, περίπου 10 στους 100 απασχολουμένους με επίπεδο εκπαίδευσης 3-4 και 3,5 στους 100 απασχολουμένους με επίπεδο εκπαίδευσης 5-8.</p>
<p>• Το ποσοστό των ανήλικων και των ενήλικων ατόμων που ζούσαν σε νοικοκυριά πολύ χαμηλής έντασης εργασίας έφτασε το 2023 στο 86,9% και στο 61,7% αντίστοιχα, αναδεικνύοντας τις σημαντικές κοινωνικές προεκτάσεις της υποαπόδοσης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα. Την ίδια χρονιά σε κίνδυνο φτώχειας ή σε κοινωνικό αποκλεισμό βρέθηκε το 24,1% των ατόμων που ζούσαν στις πόλεις και το 30,4% όσων ζούσαν στις αγροτικές περιοχές.</p>
<p>• Το ποσοστό των νέων ηλικίας 18-24 ετών σε σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση στην Ελλάδα είναι πάνω από δύο φορές πιο υψηλό από το αντίστοιχο ευρωπαϊκό. Το 2023 το 14,7% των νέων ηλικίας 18-24 ετών, το 13% των ατόμων ηλικίας άνω των 55 ετών, το 12,9% των ανδρών και το 14,1% των γυναικών ήταν σε σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση. Την ίδια χρονιά, το ποσοστό των ατόμων με υλική και κοινωνική στέρηση στο 1ο εισοδηματικό πεμπτημόριο μειώθηκε από 73,7% το 2022 στο 68,3%, ωστόσο εξακολουθεί να βρίσκεται σε σημαντικά υψηλά επίπεδα.</p>
<p>• Αναφορικά με τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της οικονομίας, η ανάλυσή μας υποστηρίζει ότι κατά την περίοδο 2013-2023 σημειώνεται αύξηση της συμμετοχής της μεταποίησης στη συνολική παραγωγή κατά 2,9%, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της απόκλισης από τον αντίστοιχο μέσο όρο της ΕΕ. Ωστόσο, η αναβάθμιση της θέσης της μεταποίησης εκκινεί από την επέκταση του μεταποιητικού τομέα χαμηλής προς μέση τεχνολογία με κλάδο αιχμής την «Παραγωγή οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου». Η συμβολή των υπηρεσιών στο παραγόμενο προϊόν παραμένει σταθερή εμφανίζοντας ταυτόχρονα ορισμένη ποιοτική υποβάθμιση, καθώς η συμβολή των υπηρεσιών χαμηλότερης έντασης γνώσης αυξάνεται κατά 3,2% έως το 2022.</p>
<p>• Η επέκταση της μεταποίησης έχει οδηγήσει στην αναβάθμιση της συνεισφοράς της στην οικονομική μεγέθυνση, αν και ακόμα υστερεί συγκριτικά με την ΕΕ και την Ευρωζώνη.</p>
<p>• Η αδύναμη συμβολή των μεταποιητικών κλάδων μέσης προς υψηλή τεχνολογία τόσο ως προς τη διάσταση του παραγόμενου προϊόντος όσο και της απασχόλησης επιφέρει την έλλειψη συνοχής της τεχνολογικής διάρθρωσης του τομέα, η οποία μπορεί να υπονομεύσει τη δυναμική που εμφανίζουν οι κλάδοι υψηλής τεχνολογίας.</p>
<p>• Η καθυστέρηση του ψηφιακού μετασχηματισμού της Ελλάδας αναδεικνύεται και από την τεχνολογική διάρθρωση του τριτογενούς τομέα, καθώς ο κλάδος των υπηρεσιών υψηλής τεχνολογίας έντασης γνώσης παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος στη διάρκεια του χρόνου, με την όποια ανάκαμψη να σημειώνεται την περίοδο της πανδημίας.</p>
<p>• Η τεχνολογική επιβράδυνση της ελληνικής οικονομίας την τελευταία δεκαετία ανάγεται σε καθοριστικό παράγοντα για την απασχόληση σε επαγγέλματα υψηλών δεξιοτήτων, καθώς η απόκλιση συγκριτικά με την ΕΕ αυξήθηκε από 6,4% το 2013 σε 11,4% το 2023.</p>
<p>• Η Ελλάδα βρίσκεται αρκετά χαμηλά στην κατάταξη μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ ως προς την καινοτόμα δράση, αφού το 2023 βρέθηκε στην 21η θέση. Ωστόσο, συγκριτικά με το 2016, ανέβηκε δύο θέσεις, επίδοση που αποδίδεται στην αύξηση του ποσοστού δαπανών για Ε&amp;Α αλλά και στην αύξηση του προσωπικού που απασχολείται στον τομέα της έρευνας.</p>
<p>• Το 2023 οι επιδόσεις των περισσότερων περιφερειών σε δείκτες που εξετάζονται (καινοτομία, ανταγωνιστικότητα, απασχόληση, δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού) έχουν βελτιωθεί αρκετά σε σχέση τουλάχιστον με το σημείο «τομής», περίπου στα μέσα της κρίσης (2013). Παρ’ όλα αυτά, οι ανισότητες οξύνονται την ίδια περίοδο και το «χάσμα» διευρύνεται, ανάμεσα πρωτίστως στην περιφέρεια της πρωτεύουσας και στις άλλες περιφέρειες της χώρας. Η Αττική εμφανίζεται σε ακόμα πιο ισχυρή θέση, ορίζοντας τις δυνατότητες για διαρθρωτικές και τεχνολογικές αλλαγές στην εγχώρια οικονομία.</p>
<p>• Ενδεικτικά, η περιφέρεια της πρωτεύουσας προσφέρει σταθερά περίπου 1 στα 2 ευρώ της αξίας του ΑΕΠ της Ελλάδας και στη ζώνη άμεσης επιρροής της συγκεντρώνει περίπου 1 στα 3 ευρώ των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου που κατευθύνονται στην ελληνική οικονομία. Επιπλέον, ανάμεσα στα επαγγέλματα που σημειώνουν συνεχή και διαχρονική αύξηση της απασχόλησης τα τελευταία χρόνια, αυτά που εμπίπτουν στην κατηγορία υψηλού επιπέδου δεξιοτήτων αφορούν 1 στις 2 θέσεις εργασίας στην Αττική, ενώ μόλις 1 στις 10 θέσεις εργασίας στις περιφέρειες εκτός Αττικής.</p>
<p>• Το συγκεκριμένο χωρο-οικονομικό υπόδειγμα είναι ιδιαίτερα συγκεντρωτικό, ενώ μπορεί να χαρακτηριστεί και αναποτελεσματικό. Είναι ενδεικτικό ότι η απασχόληση σε τομείς έντασης γνώσης και τεχνολογίας συγκεντρώνεται κατά 72% στην Αττική (λαμβάνοντας υπόψη μια μέση ανά έτος τιμή για την περίοδο 2018-2022), ενώ 12 περιφέρειες σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα μοιράζονται ένα πολύ μικρότερο ποσοστό (28%). Την ίδια στιγμή, η χώρα παραμένει σε επίπεδα χαμηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου τόσο στην καινοτομία όσο και στην ανταγωνιστικότητα.</p>
<p>• Παρά τις βελτιούμενες επιδόσεις ορισμένων περιφερειών, όπως η Κρήτη και η Κεντρική Μακεδονία, ειδικά σε ό,τι αφορά την έρευνα και καινοτομία, οι ανισότητες παραμένουν υψηλές. Βασική εξαίρεση αποτελεί και εδώ η Αττική, η οποία τα τελευταία χρόνια αναδύεται ως ένα δυναμικό κέντρο, ακόμα και σε ευρωπαϊκή κλίμακα, συγκεντρώνοντας ανθρώπινο δυναμικό υψηλού επιπέδου γνώσεων και δεξιοτήτων και αναπτύσσοντας παραγωγικές δραστηριότητες που αξιοποιούν γνώση και καινοτομία. Από την άλλη, κυρίως στη βόρεια Ελλάδα καταγράφονται «απώλειες». Ιδιαίτερα ξεχωρίζει η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, που υπό τις επιδράσεις της απολιγνιτοποίησης εμφανίζει επιδείνωση και αποκλίνει σημαντικά σε ό,τι αφορά την απασχόληση, τις επενδύσεις, την έρευνα και τεχνολογία κ.ά.</p>
<p>• Η εξέλιξη αυτή της «υπερσυγκέντρωσης» στην Αττική εγείρει μια διπλή ανησυχία: Πρώτον, ως προς τις οικονομικές, τις κοινωνικές και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που θα πρέπει να αναμένονται στο πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας στο άμεσο μέλλον. Δεύτερον, ως προς τις δυνατότητες, τις ευκαιρίες, και τις ικανότητες του ανθρώπινου δυναμικού που ενδεχομένως μένουν αναξιοποίητες στις άλλες περιφέρειες της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό, αποκαλύπτεται η ανθεκτικότητα των δομών της ανισότητας, καθώς και η αδυναμία της περιφερειακής πολιτικής τα προηγούμενα χρόνια να αναχαιτίσει τις ανισότητες, υπό συνθήκες βαθιάς ύφεσης και μακράς δημοσιονομικής συστολής. Παράλληλα, αναδεικνύεται η αναγκαιότητα για αναπτυξιακό σχεδιασμό και για πιο ενεργή κρατική παρέμβαση με σκοπό την ανάπτυξη της περιφερειακής διάρθρωσης της οικονομίας.</p>
</div>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2024/06/xrimata.jpeg?fit=640%2C427&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2024/06/xrimata.jpeg?fit=640%2C427&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Έκθεση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ: Επιβαρύνθηκαν οι δαπάνες των νοικοκυριών παρότι μείωσαν την κατανάλωση τροφίμων και ενέργειας</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/ekthesi-ine-gsee-epivarynthikan-oi-dapa/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[panos12]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 30 Jan 2024 10:00:18 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Οικονομία]]></category>
		<category><![CDATA[Έκθεση]]></category>
		<category><![CDATA[ΙΝΕ ΓΣΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[νοικοκυριά]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=166661</guid>

					<description><![CDATA[Mείωση της κατανάλωσης των τροφίμων (κρέας, ψάρι, λαχανικά, τυριά) καθώς και της ενέργειας στο σύνολο των νοικοκυριών και ιδίως των φτωχότερων, αποτυπώνουν τα βασικά συμπεράσματα της ενδιάμεσης έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ) για την απασχόληση και την οικονομία 2023. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, η μείωση της κατανάλωσης δεν στάθηκε ικανή να μειώσει τη δαπάνη των νοικοκυριών, η οποία, αντιθέτως, [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<div class="cnt">Mείωση της κατανάλωσης των τροφίμων (κρέας, ψάρι, λαχανικά, τυριά) καθώς και της ενέργειας στο σύνολο των νοικοκυριών και ιδίως των φτωχότερων, αποτυπώνουν τα βασικά συμπεράσματα της ενδιάμεσης έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ) για την απασχόληση και την οικονομία 2023. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, η μείωση της κατανάλωσης δεν στάθηκε ικανή να μειώσει τη δαπάνη των νοικοκυριών, η οποία, αντιθέτως, αυξήθηκε.</p>
<p>Αλλά και από το α' τρίμηνο του 2023 κι έπειτα, η<strong> πραγματική κατανάλωση</strong> είναι ουσιαστικά στάσιμη λόγω του κύματος ακρίβειας που διάβρωσε την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.</p>
<div class="bannerWrp stickyBanner configurable-element mceNonEditable server-side-component" data-component="Atcom.Sites.ProtoThema.Components.HtmlSnippets.Banner" data-configuration-type="Atcom.Sites.ProtoThema.Models.Banners.BannerConfiguration, Atcom.Sites.ProtoThema" data-plugin-mobsticky="">
<div class="bannerCnt bannerWrp__inner">Η <strong>έκθεση</strong> του ΙΝΕ εκτιμά ότι η κατανάλωση δεν θα παρουσιάσει κάποια αξιοσημείωτη μεταβολή το προσεχές διάστημα, εκτός κι αν γίνουν ουσιαστικές παρεμβάσεις για μια ισχυρή αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών.</div>
</div>
<div class="bannerWrp stickyBanner configurable-element mceNonEditable server-side-component isVideo" data-component="Atcom.Sites.ProtoThema.Components.HtmlSnippets.Banner" data-configuration-type="Atcom.Sites.ProtoThema.Models.Banners.BannerConfiguration, Atcom.Sites.ProtoThema" data-plugin-mobsticky="">
<div class="bannerCnt bannerWrp__inner">
<div class="bannerWrp">
<div class="inReadVideo">
<div id="aries_div_920384687" class="aries_div"></div>
</div>
</div>
</div>
</div>
<p>Στο μακροοικονομικό πεδίο, η έκθεση δίνει έμφαση στον υψηλό πληθωρισμό των τροφίμων, την επιβράδυνση του ΑΕΠ αλλά και στις δυσκολίες που συνοδεύουν τη μετάβαση στην πράσινη οικονομία , ανάμεσα στις οποίες είναι η περιορισμένη προστασία για τους εργαζόμενους που θα πληγούν από τη μετάβαση.</p>
<p>Ειδικότερα, τον Δεκέμβριο του 2023 ο πληθωρισμός σε ετήσια βάση στην κατηγορία «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» στην Ελλάδα ήταν ο δεύτερος υψηλότερος μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ-27, παρά το γεγονός ότι η χώρα μας κατέγραψε συνολικό πληθωρισμό οριακά υψηλότερο του μέσου όρου της ΕΕ-27. Ο υψηλός τιμάριθμος στη συγκεκριμένη κατηγορία αγαθών συνεχίζει να περιορίζει την αγοραστική δύναμη, ειδικά των νοικοκυριών με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, τα οποία είναι αναγκασμένα είτε να αυξήσουν περισσότερο τις δαπάνες τους για να διατηρήσουν την κατανάλωσή τους είτε, εφόσον δεν διαθέτουν αποταμιεύσεις, να περιορίσουν την κατανάλωσή τους, γεγονός που συνιστά υποβάθμιση του βιοτικού τους επιπέδου.</p>
<div class="bannerWrp stickyBanner configurable-element mceNonEditable server-side-component" data-component="Atcom.Sites.ProtoThema.Components.HtmlSnippets.Banner" data-configuration-type="Atcom.Sites.ProtoThema.Models.Banners.BannerConfiguration, Atcom.Sites.ProtoThema" data-plugin-mobsticky="">
<div class="bannerCnt bannerWrp__inner"></div>
</div>
<p>Μπορεί οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού - επισημαίνεται στην έκθεση - σε συνδυασμό με τα κυβερνητικά μέτρα για την αντιμετώπιση του κύματος ακρίβειας να περιόρισαν ως έναν βαθμό τις αρνητικές πιέσεις που άσκησε ο πληθωρισμός στην κατανάλωση κυρίως των πιο ευάλωτων νοικοκυριών, ωστόσο δεν ήταν επαρκή ώστε να αποτρέψουν την επιδείνωση του βιοτικού τους επιπέδου, όπως καταγράφεται στις μεταβολές της ποσότητας των βασικών αγαθών που καταναλώθηκαν.</p>
<div class="bannerWrp  configurable-element mceNonEditable server-side-component" data-component="Atcom.Sites.ProtoThema.Components.HtmlSnippets.Banner" data-configuration-type="Atcom.Sites.ProtoThema.Models.Banners.BannerConfiguration, Atcom.Sites.ProtoThema" data-plugin-mobsticky="">
<div class="bannerCnt bannerWrp__inner"></div>
</div>
<p>Μεταξύ 2021 και 2022 τα <strong>νοικοκυριά</strong> με τη χαμηλότερη δαπάνη μείωσαν τη μέση μηνιαία ποσότητα ενέργειας που κατανάλωσαν (θέρμανση κύριας κατοικίας, υγραέριο, ηλεκτρισμός), όμως η δαπάνη τους αυξήθηκε υπέρμετρα σε σχέση με τα υπόλοιπα νοικοκυριά. Στο ίδιο διάστημα, τα νοικοκυριά χαμηλής και μεσαίας δαπάνης περιόρισαν δραστικά την ποσότητα λαχανικών, ψαριών και ζυμαρικών που κατανάλωσαν, αλλά η δαπάνη τους σε αυτά τα προϊόντα αυξήθηκε σημαντικά, τάση που ήταν πιο έντονη στα φτωχότερα νοικοκυριά. Σε βασικά αγαθά, όπως το ψωμί, τα φτωχότερα νοικοκυριά δεν είχαν τη δυνατότητα να περιορίσουν την ποσότητα που κατανάλωσαν, επομένως επιβαρύνθηκαν περισσότερο.</p>
<p>Μεγάλη ήταν η πτώση στην ποσότητα <strong>κρέατος</strong> που καταναλώθηκε σχεδόν για το σύνολο των νοικοκυριών, ενώ ιδιαίτερα άνιση ήταν η επίδραση του πληθωρισμού στην κατανάλωση τυριού.</p>
<p><strong>Επιβράδυνση του ΑΕΠ</strong></p>
<div class="bannerWrp stickyBanner configurable-element mceNonEditable server-side-component" data-component="Atcom.Sites.ProtoThema.Components.HtmlSnippets.Banner" data-configuration-type="Atcom.Sites.ProtoThema.Models.Banners.BannerConfiguration, Atcom.Sites.ProtoThema" data-plugin-mobsticky="">
<div class="bannerCnt bannerWrp__inner">Το α΄ εξάμηνο του 2023, το πραγματικό ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας συνέχισε να αυξάνεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς. Όμως, η δυναμική αυτή φαίνεται να εξαντλείται το γ΄ τρίμηνο του 2023, όταν η μεταβολή του πραγματικού ΑΕΠ της Ελλάδας αρχίζει να σταθεροποιείται. Επιπλέον, κατά το διάστημα αυτό επανεμφανίστηκαν μακροοικονομικές ανισορροπίες που δημιουργούν αβεβαιότητα ως προς τις προοπτικές της οικονομίας.</div>
</div>
</div>
<div class="cnt">
<div class="bannerWrp stickyBanner configurable-element mceNonEditable server-side-component" data-component="Atcom.Sites.ProtoThema.Components.HtmlSnippets.Banner" data-configuration-type="Atcom.Sites.ProtoThema.Models.Banners.BannerConfiguration, Atcom.Sites.ProtoThema" data-plugin-mobsticky="">
<div class="bannerCnt bannerWrp__inner">
<div id="banner-div-6bc67f85-2dd7-4646-a222-910b3e978c40" class="banner-container b728x90" data-google-query-id="COK315e4g4QDFTPSEQgdXcUCag">
<div id="google_ads_iframe_/1050137/Headbanner_0__container__">Η <strong>αποκλιμάκωση</strong> των <strong>διεθνών τιμών ενέργειας</strong> επέτρεψε την προσαρμογή του εμπορικού ισοζυγίου. Ωστόσο, το εννιάμηνο Ιανουάριος-Σεπτέμβριος του 2023 η Ελλάδα κατέγραψε εμπορικό έλλειμμα ύψους 4,7% του ΑΕΠ, έναντι πλεονάσματος ύψους 3,9% στην Ευρωζώνη.</div>
</div>
</div>
</div>
</div>
<div class="cnt">
Από το 2021 κι ύστερα, η πορεία του πραγματικού ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου καθορίζεται σε σημαντικό βαθμό από τις επενδύσεις σε κατοικίες και σε άλλες κατασκευές. Παρατηρείται μια αναδιάρθρωση του τύπου των επενδύσεων υπέρ των μη παραγωγικών, αφού οι επενδύσεις, πλην αυτών σε κατασκευές, μετά την αύξηση περίπου 1 δισ. ευρώ το 2021, παραμένουν σχετικά στάσιμες και κυμαίνονται μεταξύ 4,1 δισ. ευρώ και 4,3 δισ. ευρώ ανά τρίμηνο.</p>
<p>Το 2022 οι <strong>ελληνικές επιχειρήσεις</strong> κατέγραψαν ένα σχετικά υψηλό κέρδος μετά φόρων, τόκων και αποσβέσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με τα άλλα κράτη-μέλη στην ΕΕ, αλλά και το χαμηλότερο ποσοστό επενδύσεων και ταυτόχρονα τη μεγαλύτερη μείωση του λόγου μηχανολογικός</p>
<div class="bannerWrp stickyBanner configurable-element mceNonEditable server-side-component" data-component="Atcom.Sites.ProtoThema.Components.HtmlSnippets.Banner" data-configuration-type="Atcom.Sites.ProtoThema.Models.Banners.BannerConfiguration, Atcom.Sites.ProtoThema" data-plugin-mobsticky="">
<div class="bannerCnt bannerWrp__inner"></div>
</div>
<p>εξοπλισμός και οπλικά συστήματα προς ώρες εργασίας. Η επιτάχυνση της καταβολής των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανασυγκρότησης, σε συνδυασμό με την προώθηση της ψηφιοποίησης στην παραγωγική διαδικασία, την ενίσχυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και της κάλυψης του δικτύου τους, τις στοχευμένες περιβαλλοντικές φορολογικές και επιδοματικές πολιτικές, την εφαρμογή μιας βιομηχανικής πολιτικής που θα επικεντρώνεται στην παραγωγική αναδιάρθρωση και στη μείωση του χρόνου εργασίας με άξονα την 35ωρη εργασία, εκτιμάται ότι θα οδηγήσει συνδυαστικά σε υψηλότερες παραγωγικές επενδύσεις, παραγωγικότητα, διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και ποιότητα απασχόλησης, βελτιώνοντας αισθητά τις προοπτικές της.</p>
<p>Όσον αφορά τον <strong>δείκτη δημοσιονομικής φερεγγυότητας της οικονομίας</strong>, το 2024 αναμένεται να αναβαθμιστεί, δίχως όμως ο δημόσιος τομέας να ανακτήσει το καθεστώς ενισχυμένης φερεγγυότητας που διατηρούσε την περίοδο 2016-2019 και απώλεσε το 2020 με το ξέσπασμα της πανδημίας.</p>
<p>Ταυτόχρονα, η βελτίωση του δείκτη φερεγγυότητας του δημόσιου τομέα επιδρά αρνητικά στον αντίστοιχο δείκτη των νοικοκυριών, καθώς στην ελλειμματική θέση αυτού του τομέα οφείλεται ουσιαστικά η χρηματοδότηση τόσο του δημοσιονομικού ισοζυγίου όσο και του πλεονάσματος των επιχειρήσεων και του εξωτερικού τομέα. Η έξοδος από αυτή την ασταθή, μακροοικονομικά και κοινωνικά, κατάσταση μπορεί να συντελεστεί μόνο μέσω της ενίσχυσης των παραγωγικών επενδύσεων και της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.</p>
<p>H παραπάνω διαπίστωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές δημοσιονομικές προκλήσεις. Σε αυτές συγκαταλέγονται: η επαναφορά των δημοσιονομικών περιορισμών και η επικείμενη εφαρμογή του νέου πλαισίου δημοσιονομικής διαχείρισης της ΕΕ, η αβεβαιότητα σχετικά με τη διάρκεια και την ένταση του πληθωριστικού σοκ υπό το φως μάλιστα των πρόσφατων ανησυχητικών γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, η νέα γεωοικονομική πραγματικότητα, την οποία διαμορφώνει η μετάβαση πολλών οικονομιών στην ατζέντα της ενίσχυσης της στρατηγικής τους αυτονομίας, καθώς και η κλιματική κρίση και οι ραγδαίοι μετασχηματισμοί που λαμβάνουν χώρα στο τεχνο-οικονομικό υπόδειγμα της παγκόσμιας οικονομίας ως συνέπεια της ανάδυσης νέων mega-trends (αυτοματοποίηση, ψηφιοποίηση κ.ά.).</p>
<p>Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωσή του το εννιάμηνο Οκτώβριος 2022- Ιούνιος 2023, ο ρυθμός αύξησης του Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΓΔΤΚ) παραμένει υψηλός, συμπιέζοντας περαιτέρω το πραγματικό εισόδημα και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Δεδομένου του υψηλού μεριδίου τους στη συνολική καταναλωτική δαπάνη, και συνεπώς στο βιοτικό επίπεδο των νοικοκυριών, ιδιαίτερα ανησυχητική τους τελευταίους μήνες είναι η εξέλιξη των τιμών στην κατηγορία «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά».</p>
<p>Η <strong>πράσινη μετάβαση</strong> σε μια οικονομία μηδενικών ρύπων απαιτεί μια ταχεία διαρθρωτική αλλαγή στο παραγωγικό, στο τεχνολογικό και στο καταναλωτικό πρότυπο της χώρας, με στόχο τον περιορισμό των ρυπογόνων δραστηριοτήτων υψηλής έντασης εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και την ενίσχυση των δραστηριοτήτων παραγωγής προϊόντων φιλικότερων στο περιβάλλον. Η πράσινη μετάβαση δημιουργεί μακροοικονομικές προκλήσεις όσον αφορά την πορεία του εξωτερικού ισοζυγίου, τα φορολογικά έσοδα, τη δημιουργία εισοδήματος και απασχόλησης.</p>
<p>Η Ελλάδα παρουσιάζει υψηλή έκθεση και στις τρεις διαστάσεις της πράσινης μετάβασης (εξωτερική, φορολογική και κοινωνικοοικονομική). Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι, με βάση την υπάρχουσα παραγωγική και τεχνολογική διάρθρωση της οικονομίας, οι ρυπογόνες δραστηριότητες παραγωγής συμβάλλουν στο 21,6% των καθαρών της εξαγωγών, στο 10,7% των φορολογικών της εσόδων, στο 7% του εισοδήματος από εργασία και στο 6% της συνολικής απασχόλησης.</p>
<p>Παράλληλα, η <strong>Ελλάδα</strong> χαρακτηρίζεται από χαμηλό Δυναμικό Πράσινης Πολυπλοκότητας (GCP), γεγονός που υποδηλώνει περιορισμένες δυνατότητες παραγωγής τεχνολογικά πολύπλοκων πράσινων εμπορευμάτων υψηλής ανταγωνιστικότητας. Ταυτόχρονα, χαρακτηρίζεται από χαμηλή κάλυψη κοινωνικής προστασίας.</p>
<p>Ο συνδυασμός υψηλού μακροοικονομικού κινδύνου, χαμηλού Δυναμικού Πράσινης Πολυπλοκότητας και χαμηλής κάλυψης κοινωνικής προστασίας καθιστά την Ελλάδα ευάλωτη στις πιθανές επιπτώσεις της πράσινης ‒μετάβασης, καθώς αδυνατεί να υποκαταστήσει άμεσα τις υπάρχουσες ρυπογόνες δραστηριότητες, ενώ παρέχει μόνο περιορισμένη κοινωνική προστασία στον κόσμο της εργασίας που θα πληγεί κατά τη διάρκεια αυτής της μετάβασης. Ο άμεσος σχεδιασμός μιας βιώσιμης ‒οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά‒ βιομηχανικής και αναπτυξιακής στρατηγικής καθίσταται επιτακτικός.</p></div>
<div></div>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2023/02/supermarket1_11.11.22.jpg?fit=702%2C433&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2023/02/supermarket1_11.11.22.jpg?fit=702%2C433&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>ΙΝΕ/ΓΣΕΕ: Γιατί ο κατώτατος μισθός πρέπει να αυξηθεί άμεσα στα 751 ευρώ - Τα πέντε μέτρα που προτείνει</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/ine-gsee-giati-o-katotatos-misthos-prep/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[babisp]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 16 Mar 2022 12:58:59 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Εργασία]]></category>
		<category><![CDATA[featured]]></category>
		<category><![CDATA[ΙΝΕ ΓΣΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[κατώτατος μισθός]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=130522</guid>

					<description><![CDATA[Πέντε άμεσα μέτρα για την αύξηση του κατώτατου μισθού που προτείνει να αυξηθεί στα 751 ευρώ παρουσίασε σήμερα το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ) εκτιμώντας ότι το κύμα ακρίβειας έχει οδηγήσει και συνεχίζει να οδηγεί σε μια σωρευτική μείωση της αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού, και, συνεπώς, του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων και των οικογενειών [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Πέντε άμεσα μέτρα για την αύξηση του κατώτατου</strong> μισθού που προτείνει να αυξηθεί στα 751 ευρώ παρουσίασε σήμερα το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ) εκτιμώντας ότι το κύμα ακρίβειας έχει οδηγήσει και συνεχίζει να οδηγεί σε μια σωρευτική μείωση της αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού, και, συνεπώς, του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων και των οικογενειών τους.</p>
<p>Επίσης η πρόταση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ λαμβάνει ότι</p>
<p>– η Ελλάδα είναι το μόνο κράτος-μέλος της ΕΕ που έχει κατώτατο μισθό χαμηλότερο από το επίπεδο του 2009 και δεν έγινε καμία αύξηση την περίοδο 2020-2021,</p>
<p>– ο κατώτατος μισθός βρίσκεται χαμηλότερα από το κατώφλι της σχετικής φτώχειας,</p>
<p>– σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό ζουν σε συνθήκες υλικής στέρησης,</p>
<p>– το ποσοστό κάλυψης συλλογικών διαπραγματεύσεων είναι χαμηλότερο κατά 56 ποσοστιαίες μονάδες από την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και 6. οι θεσμοί προστασίας της ελληνικής αγοράς εργασίας αποκλίνουν σημαντικά από τα ισχύοντα στα αναπτυγμένα κράτη-μέλη της ΕΕ</p>
<h4><strong>Η πρόταση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ</strong></h4>
<p>1. Επαναφορά του καθορισμού του κατώτατου μισθού στον θεσμό της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, καθώς ο ρόλος και η λειτουργία της ως ελάχιστου γενικού ορίου προστασίας με καθολική εφαρμογή σε όλους τους εργαζομένους στο πλαίσιο διαβούλευσης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων είναι κρίσιμης σημασίας για την αποδοχή του τελικού προσδιορισμού του ύψους του, την ενίσχυση της κοινωνικής και εργασιακής ειρήνης, και τελικά τη συμμόρφωση, που θα επιτρέψει την αύξηση της αποτελεσματικότητας των θετικών του επιδράσεων στην οικονομία, την κοινωνία και τη δημοκρατία.</p>
<p>2. Άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ ανά μήνα.</p>
<p>3. Στη συνέχεια αύξηση του κατώτατου μισθού έως ότου καταστεί ίσος με το 60% του διάμεσου μισθού πλήρους απασχόλησης. Η προσαρμογή του κατώτατου μισθού στο επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβίωσης θα μπορούσε να γίνει και βάσει μιας συνδυαστικής μεταβολής με το 50% του μέσου μισθού πλήρους απασχόλησης, ως αποτέλεσμα ενός συμφωνημένου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων χρονοδιαγράμματος.</p>
<p>4. Άμεση λήψη θεσμικών μέτρων που θα αποθαρρύνουν τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης.</p>
<p>5. Σημαντική αύξηση του ποσοστού κάλυψης των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας με στόχο το 70% των μισθωτών και θωράκισή τους με παράταση της ισχύος όλων των όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας μέχρι την ολοκλήρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και την υπογραφή νέων. 6.</p>
<p>Στόχευση και εντατικοποίηση των ελέγχων της Επιθεώρησης Εργασίας ώστε να περιοριστούν φαινόμενα παράνομων πρακτικών, μη συμμόρφωσης των εργοδοτών και εργοδοτικής παραβατικότητας</p>
<h4><strong>Η απώλεια της αγοραστικής δύναμης του κατώτερου μισθού</strong></h4>
<p>Στο Διάγραμμα 1 παρουσιάζει την απώλεια της αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού. Όπως έχουμε ήδη τονίσει (ΙΝΕ ΓΣΕΕ, 2022), το κύμα ακρίβειας οδηγεί σε διαρκή μείωση της αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού, η οποία από 4,5% τον Αύγουστο του 2021 ανήλθε τον Δεκέμβριο σε 10,4%. Τον Ιανουάριο του 2022, η προγραμματισμένη μικρή όσο και καθυστερημένη αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 2% περιόρισε σε μικρό βαθμό την απώλεια αγοραστικής δύναμης, η οποία όμως ανήλθε τελικά σε 12,1%. Η αύξηση του κατώτατου μισθού περιόρισε την απώλεια αγοραστικής δύναμης μόλις κατά 0,2%, αφού χωρίς αυτήν η απώλεια αγοραστικής δύναμης θα ήταν 12,3%. Όμως, οι υπολογισμοί αυτοί αφορούν τον μεικτό κατώτατο μισθό. Αν αφαιρεθούν οι ασφαλιστικές εισφορές, τότε τον Ιανουάριο του 2022 η απώλεια της αγοραστικής δύναμης του καθαρού κατώτατου μισθού ξεπέρασε το 14% έναντι του Ιανουαρίου του 2021, όταν η αντίστοιχη ετήσια απώλεια τον Δεκέμβριο του 2021 ήταν 12,1%. <img loading="lazy" class="wp-image-437107 size-full aligncenter" src="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2022/03/ine-gsee.jpg?resize=680%2C424&#038;ssl=1" sizes="(max-width: 680px) 100vw, 680px" srcset="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2022/03/ine-gsee.jpg?resize=680%2C424&#038;ssl=1 680w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2022/03/ine-gsee-600x374.jpg 600w" alt="" width="680" height="424" data-recalc-dims="1" /></p>
<h4><strong>Σύγκριση με άλλα κράτη μέλη</strong></h4>
<p>Η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα παραμένει χαμηλή, όπως εκτιμά το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ. Η διαφορά από τα κράτη-μέλη της βόρειας, της δυτικής και της νότιας περιφέρειας είναι μεγάλη και συνεχίζει να αυξάνεται. Για παράδειγμα, σε κράτη-μέλη στα οποία εφαρμόστηκαν Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής με σημαντικές παρεμβάσεις στον κατώτατο μισθό, όπως στην Πορτογαλία και στην Ιρλανδία,2 το χάσμα στην αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού σε σχέση με την Ελλάδα μεγάλωσε. Το 2021 η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα ήταν 1% χαμηλότερη από της Πορτογαλίας και 43% από της Ιρλανδίας. Τον Ιανουάριο του 2022 η διαφορά ανήλθε σε 5% και 45% αντίστοιχα. <img loading="lazy" class="wp-image-437106 size-full aligncenter" src="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2022/03/ine2.jpg?resize=701%2C387&#038;ssl=1" sizes="(max-width: 701px) 100vw, 701px" srcset="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2022/03/ine2.jpg?resize=701%2C387&#038;ssl=1 701w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2022/03/ine2-600x331.jpg 600w" alt="" width="701" height="387" data-recalc-dims="1" /></p>
<p><strong>Η Πρόταση Του ΙΝΕ ΓΣΕΕ Για Τον Κατώτατο Μισθό Το 2022 </strong> <iframe loading="lazy" id="doc_58464" class="scribd_iframe_embed" title="5539__Η Πρόταση Του ΙΝΕ ΓΣΕΕ Για Τον Κατώτατο Μισθό Το 2022" src="https://www.scribd.com/embeds/565009406/content?start_page=1&amp;view_mode=scroll&amp;access_key=key-E5Mo4v8i6LCORH22rk53" width="710" height="600" frameborder="0" scrolling="no" data-auto-height="false" data-aspect-ratio="0.7080062794348508"><span data-mce-type="bookmark" style="display: inline-block; width: 0px; overflow: hidden; line-height: 0;" class="mce_SELRES_start">﻿</span></iframe></p>
<div class="internal_text_ο"><a href="https://www.tovima.gr/2022/03/16/finance/tromazei-o-neos-oikonomikos-polemos/" target="_blank" rel="nofollow noopener">Τρομά</a></div>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2022/03/minimum_wages_misthos_agorastiki_dynami_shutterstock_1067615303.jpeg?fit=702%2C396&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2022/03/minimum_wages_misthos_agorastiki_dynami_shutterstock_1067615303.jpeg?fit=702%2C396&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Η ακρίβεια «ροκάνισε» το 13,7% του μέσου μισθού στην Ελλάδα</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/ine-gsee-i-akriveia-rokanise-to-137-toy/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[panos12]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 20 Jan 2022 14:00:17 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ειδήσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Οικονομία]]></category>
		<category><![CDATA[ΙΝΕ ΓΣΕΕ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=126474</guid>

					<description><![CDATA[Η απώλεια της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων λόγω του κύματος ακρίβειας συνεχίστηκε και τον Δεκέμβριο του 2021 , σύμφωνα με το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων με τίτλο: «Ακρίβεια, αγοραστική δύναμη και αγορά εργασίας» του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ. Συγκεκριμένα η απώλεια αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού έφτασε το 10,4%, ενώ του μέσου μισθού των εργαζομένων μερικής απασχόλησης άγγιξε το 13,7%. Τον ίδιο μήνα το [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η απώλεια της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων λόγω του <strong>κύματος ακρίβειας </strong>συνεχίστηκε και τον Δεκέμβριο του 2021 , σύμφωνα με το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων με τίτλο: «Ακρίβεια, αγοραστική δύναμη και αγορά εργασίας» του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ.</p>
<p>Συγκεκριμένα η απώλεια αγοραστικής δύναμης του <strong>κατώτατου μισθού</strong> έφτασε το 10,4%, ενώ του μέσου μισθού των εργαζομένων μερικής απασχόλησης άγγιξε το 13,7%. Τον ίδιο μήνα <strong>το μέσο μηνιαίο ατομικό διαθέσιμο</strong> εισόδημα απώλεσε περίπου το 7% της αγοραστικής του δύναμης σε ετήσια βάση.</p>
<p><span style="font-size: 14px">Το 2020 οι ετήσιες καθαρές αποδοχές </span><strong style="font-size: 14px">ενός νοικοκυριού με δύο ενήλικες</strong><span style="font-size: 14px"> και δύο παιδιά μειώθηκαν σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) έναντι του 2019. Επίσης, στην Ελλάδα οι αποδοχές αυτές αντιστοιχούσαν το 2020 στο 74,3% του μέσου όρου της Ευρωζώνης.</span></p>
<p>Εξίσου μεγάλη είναι η απόκλιση του ποσοστού απασχόλησης έναντι των κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Το γ’ τρίμηνο του 2021 η Ελλάδα κατέγραψε <strong>τη δεύτερη χειρότερη επίδοση</strong>, με την απόκλιση μεταξύ του μέσου όρου της Ευρωζώνης και της Ελλάδας να είναι ίση με 8,8 ποσοστιαίες μονάδες. Επιπλέον, στην Ελλάδα το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών το γ’ τρίμηνο του 2021 ήταν πολύ χαμηλότερο από αυτό των ανδρών.</p>
<p>Στο ίδιο διάστημα, η Ελλάδα κατέγραψε τη δεύτερη χειρότερη επίδοση στην Ευρωζώνη όσον αφορά τη μετάβαση <strong>από την ανεργία στην απασχόληση</strong> και το υψηλότερο ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας (67,1%).</p>
<p>Μεγάλη είναι η<strong> μισθολογική ανισότητα</strong> μεταξύ ανδρών και γυναικών. Τον Δεκέμβριο του 2020 μεγαλύτερος αριθμός γυναικών απασχολήθηκε σε χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας. Ενδεικτικά, στα χαμηλότερα από τον <strong>κατώτατο μισθό</strong> μισθολογικά κλιμάκια απασχολούνταν κατά μέσο όρο 11% περισσότερες γυναίκες από ό,τι άνδρες, ενώ στα υψηλότερα από τον κατώτατο μισθό μισθολογικά κλιμάκια απασχολούνταν κατά μέσο όρο 43% περισσότεροι άνδρες από ό,τι γυναίκες.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2020/03/super-market-1.jpg?fit=702%2C527&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2020/03/super-market-1.jpg?fit=702%2C527&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Μείωση των ωρών εργασίας και των μισθών έφερε η πανδημία</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/ine-gsee-meiosi-ton-oron-ergasias-kai-t/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[panos12]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 15 Apr 2021 18:00:05 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ειδήσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Οικονομία]]></category>
		<category><![CDATA[ΙΝΕ ΓΣΕΕ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=115956</guid>

					<description><![CDATA[Δραματικές είναι οι συνέπειες της  υγειονομικής κρίσης στην αγορά εργασίας και στη ζωή των εργαζομένων, που είδαν εν μέσω έκρηξης της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας μείωση μισθών. Στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ παρουσιάζει συνολικά τις επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης στην αγορά εργασίας το 2020. Όπως αναφέρει στην ανάλυση του, τα μέτρα [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Δραματικές είναι οι συνέπειες της  υγειονομικής κρίσης στην αγορά εργασίας και στη ζωή των εργαζομένων, που είδαν εν μέσω έκρηξης της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας μείωση μισθών.</p>
<p>Στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ παρουσιάζει συνολικά τις επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης στην αγορά εργασίας το 2020.</p>
<p>Όπως αναφέρει στην ανάλυση του, τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης που έλαβαν το 2020 τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης για την αντιμετώπιση της πανδημίας είχαν σοβαρό αντίκτυπο στην οικονομική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα τη μείωση των συνολικών ωρών εργασίας.</p>
<p>Όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 1 υπήρξαν σημαντικές αποκλίσεις όσον αφορά τη μεταβολή των ωρών εργασίας ανάμεσα στα κράτη μέλη, με τη μικρότερη ποσοστιαία μείωση να εντοπίζεται στη Φινλανδία 1,3% και τη μεγαλύτερη στην Ιταλία 13,5%.</p>
<p>Στην Ελλάδα οι ώρες εργασίας μειώθηκαν κατά 12,6%. <img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-200966492 horizontal" src="https://i0.wp.com/www.in.gr/wp-content/uploads/2021/04/DIA.png?resize=559%2C413&#038;ssl=1" alt="" width="559" height="413" data-recalc-dims="1" /></p>
<p>Υπολογίζοντας την απώλεια ωρών εργασίας με όρους χαμένων θέσεων πλήρους απασχόλησης, ο ILO εκτιμά ότι το κόστος στην Ελλάδα ήταν το 2020 ίσο με 492,9 χιλ. θέσεις πλήρους απασχόλησης.</p>
<p>Η απώλεια αυτή αντιστοιχεί στην απασχόληση περίπου του 10,7% του εργατικού δυναμικού, η οποία καλύφθηκε είτε μέσω της μείωσης του ωραρίου των μισθωτών είτε μέσω της εφαρμογής του μέτρου της αναστολής των συμβάσεων εργασίας, είτε μέσω της απόλυσής τους.</p>
<p>Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η απώλεια αυτή των ωρών εργασίας αποκαλύπτει το αναπτυξιακό κόστος και τη χαμένη ευημερία από την πανδημική κρίση Επίσης, αναδεικνύει την τεράστια πίεση που θα ασκούσε η πανδημική κρίση σε βασικά μεγέθη της αγοράς εργασίας, αν δεν είχαν ληφθεί τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξής της.</p>
<h3>Επιπτώσεις στην απασχόληση</h3>
<p>Αναφορικά με τις επιπτώσεις της πανδημίας στην απασχόληση, κύριο χαρακτηριστικό αποτελεί η μείωση των ωρών εργασίας για ένα μεγάλο ποσοστό των μισθωτών και ταυτόχρονα η αύξηση της υπερωριακής απασχόλησης για ένα άλλο μικρότερο.</p>
<p>Σύμφωνα με το Διάγραμμα 7 το ποσοστό των ατόμων που εργάστηκαν μεταξύ 40 και 47 ωρών σε εβδομαδιαία βάση μειώθηκε από 90% των μισθωτών το δ’ τρίμηνο του 2019 σε 60% το δ’ τρίμηνο του 2020.</p>
<p>Για το ίδιο διάστημα η αύξηση του ποσοστού των μισθωτών που εργάστηκαν λιγότερες από 39 ώρες ήταν 20% ενώ όσων εργάστηκαν πάνω από 48 ώρες 10%. <img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-200966495 horizontal" src="https://i0.wp.com/www.in.gr/wp-content/uploads/2021/04/WE.png?resize=540%2C408&#038;ssl=1" alt="" width="540" height="408" data-recalc-dims="1" /></p>
<h3>Επίπτωση της πανδημίας στις αποδοχές</h3>
<p>Στην Ελλάδα ο μέσος ακαθάριστος μισθός μειώθηκε κατά 2,5% σε σχέση με το 2019 αποτελώντας τη δέκατη τέταρτη χειρότερη επίδοση στην Ευρωζώνη. Η εξέλιξη αυτή δεν επηρέασε την αγοραστική δύναμη του μέσου μισθού στην Ελλάδα, αφού το 2020 παρέμεινε σταθερή στην ίδια θέση με αυτή του 2019.</p>
<p>Οι κλάδοι στους οποίους η μείωση των μισθών ήταν εντονότερη είναι της γεωργίας, της μεταποίησης, των κατασκευών, του εμπορίου, της εστίασης, της παροχής καταλύματος και των μεταφορών, καθώς και των τεχνών και της ψυχαγωγίας.</p>
<h3>Η κρίση ανά ηλικία</h3>
<p>Η πανδημική κρίση δεν είχε την ίδια επίπτωση σε όλες τις ηλικίες σε επίπεδο εργασίας. Οι ηλικιακές ομάδες που επηρεάστηκαν εντονότερα ήταν οι ηλικίες 15 έως 19 ετών και 25 έως 29 ετών.</p>
<p>Ενώ στις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες το ποσοστό ανεργίας παραμένει σχετικά σταθερό, στις δύο αυτές ομάδες αυξάνεται σημαντικά.</p>
<div id="adman-display-fallback">
<div id="banner-22757">Δεν είναι τυχαίο ότι οι νέοι που δεν εργάζονται, δεν βρίσκονται στην εκπαίδευση ή σε κάποιας μορφής επιμόρφωση παρουσιάζουν μεγάλη αύξηση μετά το β’ τρίμηνο του 2020, χωρίς ιδιαίτερες προοπτικές βελτίωσης.</div>
<div></div>
<div>Το γ’ τρίμηνο του 2020 το ποσοστό των ατόμων αυτών ήταν το υψηλότερο στην Ευρώπη (19%).</div>
<div></div>
<div><span style="font-size: 14px">Ένα άλλο ιδιαίτερα αρνητικό στοιχείο είναι ότι η εξέλιξη αυτή συνδέεται στενά με το φύλο, καθώς το ποσοστό ανεργίας είναι πολύ υψηλότερο για τις νέες γυναίκες.</span></div>
</div>
<div id="div-gpt-ad-1608211996595-0" class="in-body-article" data-google-query-id="CMiA262l_e8CFReCgwcdMGIF_w">
<div>Συγκεκριμένα το δ’ τρίμηνο του 2020 το ποσοστό ανεργίας στις γυναίκες ηλικίας 15 έως 19 ετών ξεπερνούσε το 70%, όταν το α’ τρίμηνο του ίδιου έτους ήταν ίσο με 35,6%.</div>
</div>
<p>Μεγάλη ήταν η αύξηση και για τις γυναίκες ηλικίας 25 έως 29 ετών, με το ποσοστό ανεργίας να αυξάνεται από 25% το δ’ τρίμηνο του 2019 σε 33% το δ’ τρίμηνο του 2020. Συνεπώς, η πανδημική κρίση ενισχύει την ανισότητα φύλου, ειδικότερα σε νέες ηλικίες, σε μια αγορά εργασίας η οποία χαρακτηρίζεται από ούτως ή άλλως υψηλή ανισότητα και κατακερματισμό.</p>
<h3>Ο κατώτατος μισθός</h3>
<p>Θετικά στέκεται το Ινστιτούτο στο ενδεχόμενο αύξησης του κατώτατου μισθού.</p>
<p>Όπως αναφέρει στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων «αν πράγματι θέλουμε να πετύχουμε μια πιο ανθεκτική και αποτελεσματική ανάκαμψη της οικονομίας, καθίστανται απολύτως αναγκαίες παρεμβάσεις που εγγυώνται την ασφάλεια του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων με επιλογές αύξησης του κατώτατου μισθού και του μέσου εισοδήματος και διασφάλισης και δημιουργίας θέσεων εργασίας. Πολύ σημαντική είναι επίσης η αύξηση της κοινωνικής προστασίας για όσους βρίσκονται στο κάτω μέρος της κατανομής του εισοδήματος. Αυτό θα ενίσχυε την κατανάλωση και τη δυναμική της ανάκαμψης».</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2020/12/epidoma-misthos-ergazomenos-1.jpg?fit=702%2C367&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2020/12/epidoma-misthos-ergazomenos-1.jpg?fit=702%2C367&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
	</channel>
</rss>
