<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	
	xmlns:georss="http://www.georss.org/georss"
	xmlns:geo="http://www.w3.org/2003/01/geo/wgs84_pos#"
	xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/">

<channel>
	<title>Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος &#8211; Money Press</title>
	<atom:link href="https://www.moneypress.gr/tag/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%80-%ce%bc%cf%80%ce%b1%ce%bb%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.moneypress.gr</link>
	<description></description>
	<lastBuildDate>Mon, 23 Mar 2026 15:32:08 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2022/02/cropped-mp.png?fit=32%2C32&#038;ssl=1</url>
	<title>Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος &#8211; Money Press</title>
	<link>https://www.moneypress.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Η ελληνική στρατηγική πρωτοβουλία που αιφνιδίασε την Τουρκία και ανατρέπει τα δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/i-elliniki-stratigiki-protovoylia-po/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[xtzaferis]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 23 Mar 2026 15:30:36 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinion]]></category>
		<category><![CDATA[Ανατολική Μεσόγειος]]></category>
		<category><![CDATA[Ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος]]></category>
		<category><![CDATA[Τουρκία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=210330</guid>

					<description><![CDATA[Το τελευταίο διάστημα, η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και του ΝΑΤΟ, με σταθερό προσανατολισμό στη Δύση και στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και το Ισραήλ έχει αναβαθμιστεί γεωπολιτικά. Συγκεκριμένα, οι τελευταίες στρατηγικές της κινήσεις επί του πεδίου απέδειξαν ότι διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο ως πυλώνας σταθερότητας και ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Το τελευταίο διάστημα, η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και του ΝΑΤΟ, με σταθερό προσανατολισμό στη Δύση και στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και το Ισραήλ έχει αναβαθμιστεί γεωπολιτικά.</p>
<p>Συγκεκριμένα, οι τελευταίες στρατηγικές της κινήσεις επί του πεδίου απέδειξαν ότι διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο ως πυλώνας σταθερότητας και ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.</p>
<p><strong>Του Δρ. Κωνσταντίνου Π. Μπαλωμένου</strong></p>
<p>Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα επέλεξε να κινηθεί προληπτικά, προτού διαμορφωθούν τετελεσμένα στην περιοχή, επιδεικνύοντας ταχύτητα και στρατηγική οξυδέρκεια στην αντιμετώπιση πιθανών απειλών.</p>
<p>Υπό αυτή την οπτική, η απόφαση του Πρωθυπουργού, κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, να αποστείλει δύο φρεγάτες του Πολεμικού Ναυτικού και τέσσερα αεροσκάφη F16 στην Κύπρο, συμβάλλοντας στην αποτροπή πιθανών απειλών κατά των στρατιωτικών και κρίσιμων υποδομών του νησιού, αποδείχτηκε ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας.</p>
<p>Παράλληλα, η τοποθέτηση συστοιχιών Patriot στην Κάρπαθο και στο Διδυμότειχο για την ενίσχυση της αεράμυνας της Βουλγαρίας, κατόπιν σχετικού αιτήματος της γειτονικής χώρας, ενισχύει το συνολικό αποτρεπτικό πλαίσιο στην περιοχή και προστατεύει τα εθνικά και συμμαχικά συμφέροντα.</p>
<p>Οι πρωτοβουλίες αυτές αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα αποτελεί ουσιαστικό εγγυητή της ασφάλειας της Κύπρου και των συμμάχων της και στέλνουν ένα σαφές μήνυμα, ότι διαθέτει τόσο τη βούληση όσο και την επιχειρησιακή ικανότητα να αναλαμβάνει ενεργό ρόλο σε ζητήματα ασφάλειας που υπερβαίνουν τα στενά όρια της εθνικής της επικράτειας, συμβάλλοντας στην περιφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.</p>
<p>Η άμεση σύγκληση των αρμόδιων θεσμικών οργάνων (ΚΥΣΕΑ), σε συνδυασμό με τη στοχευμένη διπλωματική κινητικότητα της Ελλάδας απέναντι σε εταίρους και συμμάχους, ανέδειξε επίσης ότι η χώρα αντιμετωπίζει την κρίση με όρους εθνικής στρατηγικής και όχι συγκυριακής διαχείρισης, ενώ παράλληλα επιβεβαίωσε την αξιοπιστία της και την ικανότητά της να καθορίζει το πλαίσιο ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.</p>
<p>Ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός επίσης, ότι η Ελλάδα αξιοποίησε το εμφανές στρατηγικό κενό της Ε.Ε., η οποία για ακόμη μια φορά εμφανίστηκε χωρίς ενιαία και συνεκτική στρατηγική απέναντι σε μια μείζονα διεθνή κρίση.</p>
<p>Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας και ευρωπαϊκής θεσμικής αδράνειας, η Αθήνα δεν περιορίστηκε σε παθητική στάση, αλλά ανέλαβε άμεση και στοχευμένη δράση, καλύπτοντας στην πράξη το κενό ηγεσίας της Ε.Ε..</p>
<p>Ταυτόχρονα, ώθησε τους Ευρωπαίους εταίρους της να ευθυγραμμιστούν με τις εξελίξεις και να στηρίξουν, έστω και εκ των υστέρων, την στρατηγική της να προστατεύσει την Κύπρο υιοθετώντας μια πιο ενεργητική προσέγγιση ασφάλειας στην περιοχή.</p>
<p>Οι εν λόγω ενεργητικές και πολυεπίπεδες στρατηγικές πρωτοβουλίες της Ελλάδας ανέτρεψαν τα μέχρι πρότινος δεδομένα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, προκαλώντας τον αιφνιδιασμό και την αμηχανία της Τουρκίας.</p>
<p>Συγκεκριμένα, η Άγκυρα αντέδρασε με μεγάλη καθυστέρηση (μετά από 48 ώρες), εκδηλώνοντας αρχικά την έντονη ενόχλησή της μέσω μιας ανακοίνωσης όπου κατηγορούσε την Αθήνα ότι επιχειρεί να δημιουργήσει τετελεσμένα, παραβιάζοντας το καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.</p>
<p>Στην ίδια ανακοίνωση, στράφηκε επίσης, κατά των ευρωπαίων εταίρων της Ελλάδας που προσέτρεξαν να παράσχουν στρατιωτική στήριξη στην Κύπρο. Ενδεικτικό της αμηχανίας και του αιφνιδιασμού της Άγκυρας ήταν το γεγονός ότι, αμέσως μετά τις πρωτοβουλίες της ελληνικής κυβέρνησης για την προστασία της Κύπρου, τουρκικά αεροσκάφη προσπάθησαν να παραβιάσουν τον ελληνικό εναέριο χώρο στο Βορειοανατολικό και Νοτιοανατολικό Αιγαίο, ενώ ο Πρόεδρος Ερντογάν διέταξε την αποστολή έξι μαχητικών F-16 και συστημάτων αεράμυνας στα Κατεχόμενα για την ενίσχυση της ασφάλειας της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου».</p>
<p>Οι ενέργειες αυτές συνιστούν εμφανή προσπάθεια αποκατάστασης της εικόνας ισχύος της Άγκυρας και κατευνασμού της εσωτερικής κριτικής για «αδράνεια» ή «υποχώρηση».</p>
<p>Ωστόσο, αποκαλύπτουν τη διπλά εκτεθειμένη θέση της Τουρκίας: επιχειρησιακά, λόγω της αδυναμίας της να επιβάλει αποτελεσματική παρουσία στην περιοχή, και διπλωματικά, λόγω της καθυστερημένης και αναποτελεσματικής αντίδρασής της απέναντι στις στοχευμένες πρωτοβουλίες της Ελλάδας.</p>
<p>Αξιολογώντας την ανωτέρω στάση της Τουρκίας, καθίσταται σαφές ότι η Άγκυρα δεν διαμορφώνει πλέον τις εξελίξεις στην περιοχή, αλλά περιορίζεται σε σπασμωδικές αντιδράσεις, ενώ η Ελλάδα έχει πλέον αναλάβει την πρωτοβουλία κινήσεων και καθορίζει τις εξελίξεις και το πλαίσιο της περιφερειακής ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.</p>
<p>Ταυτόχρονα, οι πρόσφατες στρατηγικές πρωτοβουλίες της Ελλάδας σε συνδυασμό με τις στρατηγικές της συμμαχίες (ΗΠΑ, Γαλλία, Ισραήλ) και τον θεσμικό της ρόλο ως μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ,  συνιστούν μια δομική ανατροπή των έως τώρα ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο, αναδεικνύοντας τη χώρα σε κύριο διαμορφωτή των γεωπολιτικών εξελίξεων και πυλώνα περιφερειακής ασφάλειας και σταθερότητας.</p>
<p>Κοντολογίς, σε αυτό το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, η Ελλάδα δεν παρακολουθεί ούτε ακολουθεί πλέον τις εξελίξεις, αλλά τις καθορίζει και τις συνδιαμορφώνει μαζί με τους συμμάχους της.</p>
<p>Για του λόγου το αληθές, η στρατηγική της σχέση με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και το Ισραήλ λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος, ενισχύει την αποτρεπτική της ικανότητα, διασφαλίζει τα εθνικά της συμφέροντα και εδραιώνει της θέση της ως πυλώνα σταθερότητας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.</p>
<p>Παράλληλα, μέσω στοχευμένων επιλογών όπως τη συμμετοχή της χώρας σε κρίσιμα ενεργειακά και διαμετακομιστικά δίκτυα που ενισχύουν την αυτονομία της Ευρώπης, την αναβάθμιση των αμυντικών της δυνατοτήτων και τη διάθεση στρατηγικών υποδομών όπως η Σούδα και η Αλεξανδρούπολη στους συμμάχους της, η Ελλάδα μετατρέπεται σε γεωπολιτικό παίκτη με ιδιαίτερη βαρύτητα.</p>
<p>Τέλος, η ενεργή παρουσία της στους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διαρκής επιχειρησιακή διασύνδεσή της με συμμαχικές δυνάμεις και η ικανότητά της να υποστηρίζει επιχειρήσεις, να προστατεύει θαλάσσιες οδούς και να συμβάλλει στην αεράμυνα τρίτων χωρών επιβεβαιώνουν, ότι δεν λειτουργεί ως παθητικός αποδέκτης, αλλά ως δύναμη που συνδιαμορφώνει το πλαίσιο ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή.</p>
<p>Ενδεικτική της αναβαθμισμένης αυτής στρατηγικής είναι το παράδειγμα της ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot, που βρίσκεται ανεπτυγμένη στη Σαουδική Αραβία από το 2021 στο πλαίσιο διμερούς συμφωνίας και διεθνούς αποστολής αεράμυνας.</p>
<p>Το γεγονός, ότι η εν λόγω πυροβολαρχία προχώρησε στην αναχαίτιση δύο ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων που στόχευαν ενεργειακές υποδομές αποδεικνύει την επιχειρησιακή ετοιμότητα και την υψηλή εκπαίδευση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και τον διεθνή ρόλο της Ελλάδας ως αξιόπιστου παρόχου ασφάλειας στη Μέση Ανατολή.</p>
<p>Μέσω τέτοιων αποστολών, η Ελλάδα υπερβαίνει τα γεωγραφικά της όρια και εδραιώνεται ως κρίσιμος πυλώνας σταθερότητας, ενισχύοντας παράλληλα την αποτρεπτική ικανότητα των συμμάχων της.</p>
<p>Εν κατακλείδι, η Ελλάδα έχει πλέον αναδειχθεί σε αξιόπιστο εταίρο της Δύσης, ο οποίος δεν ζητά απλώς εγγυήσεις ασφαλείας, αλλά συμβάλλει έμπρακτα και με συνέπεια στη διαμόρφωση της περιφερειακής ασφάλειας και σταθερότητας.</p>
<p>Σε αντίθεση με την Ελλάδα, η Τουρκία εμφανίζεται ως ένας ολοένα και πιο αμφίσημος και αναξιόπιστος σύμμαχος για τη Δύση. Παρά τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ, επιδιώκει έναν αυτόνομο και συχνά ανταγωνιστικό ρόλο έναντι των συμμάχων της, λειτουργώντας σε πολλές περιπτώσεις ως «Δούρειος Ίππος» της Ρωσίας εντός της Συμμαχίας ακολουθώντας ταυτόχρονα, μια πολυδιάστατη στρατηγική που την απομακρύνει από το δυτικό πλαίσιο ασφάλειας.</p>
<p>Η Άγκυρα διατηρεί επίσης, σχέσεις και διαύλους επικοινωνίας με δρώντες που αντιστρατεύονται ευθέως τα συμφέροντα της Δύσης, όπως το Ιράν, αλλά και με οργανώσεις όπως η Χαμάς, η Χεζμπολάχ και οι Χούθι, υιοθετώντας σε πολλές περιπτώσεις τη ρητορική τους και διεκδικώντας ρόλο προστάτη τους.</p>
<p>Παράλληλα, η σύνδεση της τουρκικής ηγεσίας με το πολιτικό Ισλάμ και η επιρροή της από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, ενισχύουν την εικόνα μιας χώρας που δεν επιδιώκει την συνεργασία και την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αλλά τη συγκρότηση ενός διακριτού, εναλλακτικού πόλου ισχύος, με στόχο την ανάδειξή της σε εκφραστή του μουσουλμανικού κόσμου.</p>
<p>Ταυτόχρονα, οι παρεμβάσεις της Τουρκίας στη Συρία, τη Λιβύη, τον Νότιο Καύκασο, στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή, καθώς και η προσπάθεια διείσδυσής της στην Αφρική, αποτυπώνουν φιλοδοξίες περιφερειακής δύναμης και έναν συνεχή αναθεωρητισμό.</p>
<p>Δεν πρόκειται απλώς για τακτικές κινήσεις ισχύος, αλλά για μια συνεκτική στρατηγική διεκδίκησης ηγετικού ρόλου στον μουσουλμανικό κόσμο. Υπό αυτό το πρίσμα, η Τουρκία δεν λειτουργεί ως παράγοντας σταθερότητας, αλλά ως συντελεστής αναθεωρητισμού και γεωπολιτικής αστάθειας.</p>
<p>Συνεπώς, η εν λόγω αντιφατική και σε πολλές περιπτώσεις ανταγωνιστική  στάση της απέναντι στα συμφέροντα των δυτικών συμμάχων της, υπονομεύουν την αξιοπιστία της και περιορίζουν την γεωπολιτική της επιρροή.</p>
<p>Εν κατακλείδι, η αμηχανία της Τουρκίας από τις στρατηγικές πρωτοβουλίες της Ελλάδας σε συνδυασμό με την επιδίωξή της να παραμείνει επιτήδεια ουδέτερη και να διαδραματίσει ρόλο ειρηνοποιού στην Μέση Ανατολή, την καθιστούν παρατηρητή των εξελίξεων και όχι πρωταγωνιστή, όπως εδώ και πολλά χρόνια προσπαθεί να προβάλει μέσω του Τουρκικού προπαγανδιστικού της αφηγήματος.</p>
<p>Η αντιπαλότητά της επίσης με το Ισραήλ και η πιθανή λήξη του πολέμου με το Ιράν, είτε μέσω αλλαγής ηγεσίας είτε μέσω της αποδυνάμωσης της χώρας, δεν την ευνοούν.  Αντιθέτως, την καθιστούν ευάλωτη και εκτεθειμένη σε περιφερειακές συγκρούσεις υπονομεύοντας τη θέση της ως στρατηγικού παράγοντα στην Ανατολική Μεσόγειο.</p>
<p>Η Τουρκία φαίνεται να εγκλωβίζεται ανάμεσα στις φιλόδοξες γεωπολιτικές της επιδιώξεις και στην έλλειψη πραγματικής διεθνούς αξιοπιστίας, ενώ η Ελλάδα, αξιοποιεί τη γεωπολιτική της θέση, τις συμμαχίες της και τις στρατηγικές πρωτοβουλίες της πολιτικής της ηγεσίας, για να εδραιώσει τον ρόλο της ως αξιόπιστη και χρήσιμη στρατηγική εταίρος και δυναμικός πρωταγωνιστής στην περιοχή.</p>
<p>Η σημασία της γεωγραφικής της θέσης και των υποδομών της, η επιχειρησιακή της ετοιμότητα και η ικανότητά της να συνεργάζεται αποτελεσματικά με μεγάλες δυνάμεις, σε συνδυασμό με τη  βούληση της πολιτικής της ηγεσίας να υλοποιήσει μια δυναμική και στρατηγικά στοχευμένη εθνική στρατηγική, δημιουργούν ένα νέο πλαίσιο που την καθιστά κρίσιμο πυλώνα σταθερότητας και ασφάλειας σε μια από τις πιο ασταθείς περιοχές του κόσμου.</p>
<p>Τέλος, η Ελλάδα εκμεταλλευόμενη τη συγκυρία από τον πόλεμο εναντίον του Ιράν και τις στρατηγικές της πρωτοβουλίες για την προστασία της Κύπρου, καθώς και την ενίσχυση της αντιαεροπορικής της άμυνας, μπορεί να προχωρήσει περαιτέρω στη στρατηγική αξιοποίηση των νέων δεδομένων που προέκυψαν επί του πεδίου.</p>
<p>Για παράδειγμα, οι πρωτοβουλίες της Αθήνας για την προστασία της Κύπρου, ακύρωσαν επί του πεδίου το αναθεωρητικό αφήγημα της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας και το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας, ενώ η μη αντίδραση της Άγκυρας παρά την ισχύ του Casus Belli και τις αξιώσεις της για την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, αποδεικνύουν ότι η διαχρονική επιθετικότητα της Τουρκίας είναι μόνο σε ρητορικό επίπεδο και δεν καθίσταται υπαρκτή.</p>
<p>Το γεγονός άλλωστε, ότι  Τουρκία δεν είχε τη δυνατότητα να αναχαιτίσει τους τρεις βαλλιστικούς πυραύλους που εκτοξεύτηκαν από το Ιράν με κατεύθυνση την επικράτειά της επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές.</p>
<p>Η ανάγκη να ζητήσει τη συνδρομή του ΝΑΤΟ για την αντιμετώπισή τους αποδεικνύει, ότι η Τουρκία δεν διαθέτει τους απαραίτητους εξοπλισμούς και τις επιχειρησιακές ικανότητες που προβάλλει και πως «ο Βασιλιάς είναι γυμνός».</p>
<p>Δεδομένου, ότι οι πρωτοβουλίες της Ελλάδας έτυχαν διεθνούς αναγνώρισης και στήριξης από τις ΗΠΑ και τους ευρωπαίους συμμάχους, δημιουργείται προηγούμενο για το Διεθνές Δίκαιο και εδραιώνεται η θέση της Ελλάδας ως αξιόπιστου, αποφασιστικού και θεσμικού πυλώνα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.</p>
<p>Συνεπώς, η διαρκής παραμονή των ελληνικών φρεγατών και των αεροσκαφών στη Κύπρο, καθώς και η διατήρηση των συστοιχιών των Patriot στην Κάρπαθο και μετά τη λήξη του πολέμου, θα διατηρήσει την Ελλάδα σε θέση στρατηγικής υπεροχής, κατέχοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων.</p>
<p>Παράλληλα, εδραιώνει τη δυνατότητά της να διαμορφώνει αποφασιστικά τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και να λειτουργεί ως σταθερός και αξιόπιστος πυλώνας ασφάλειας για τους συμμάχους της.</p>
<p>Με τη στρατηγική της παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο και την ενεργητική ανάληψη πρωτοβουλιών, η Ελλάδα απέδειξε ότι δεν παρακολουθεί τις εξελίξεις, αλλά τις καθορίζει.</p>
<p>Με στοχευμένη και συνεκτική στρατηγική, που διασφαλίζει τα εθνικά της συμφέροντα, αποφασιστικότητα και αξιοπιστία, η Ελλάδα στέλνει ξεκάθαρο μήνυμα προς όλους: η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι πλέον πεδίο αναθεωρητισμού και αλυτρωτικών επιδιώξεων, αλλά μια περιοχή όπου η Ελλάδα έχει λόγο και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του πλαισίου ασφάλειας και σταθερότητάς της.</p>
<p><em>* Ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος και Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος </em></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2026/03/mitsotakis-erdogan-4.jpg?fit=702%2C448&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2026/03/mitsotakis-erdogan-4.jpg?fit=702%2C448&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Ελληνοτουρκικές σχέσεις: Στρατηγική ευθύνης ή στρατηγική έντασης;</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/ellinotoyrkikes-sxeseis-stratigiki/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[stzaferis]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 17 Feb 2026 19:02:19 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinion]]></category>
		<category><![CDATA[Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=208166</guid>

					<description><![CDATA[Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις συνιστούν διαχρονικά ένα από τα πλέον σύνθετα και κρίσιμα πεδία άσκησης της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Δεν αποτελούν μια συμβατική διμερή διαφορά, αλλά μια μακροχρόνια και πολυεπίπεδη αντιπαράθεση, η οποία χαρακτηρίζεται από εναλλαγές περιόδων ύφεσης και έντασης και η οποία κατά καιρούς, έχει οδηγήσει σε σοβαρές κρίσεις και θερμά επεισόδια, φθάνοντας ακόμη [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις</strong> συνιστούν διαχρονικά ένα από τα πλέον σύνθετα και κρίσιμα πεδία άσκησης της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.</p>
<p>Δεν αποτελούν μια συμβατική διμερή διαφορά, αλλά μια μακροχρόνια και πολυεπίπεδη αντιπαράθεση, η οποία <strong>χαρακτηρίζεται από εναλλαγές περιόδων ύφεσης και έντασης και η οποία κατά καιρούς, έχει οδηγήσει σε σοβαρές κρίσεις και θερμά επεισόδια, φθάνοντας ακόμη και στα πρόθυρα ένοπλης σύρραξης.</strong></p>
<p><strong>Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος*</strong></p>
<p>Στη θεωρία των διεθνών σχέσεων, τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις περιγράφονται ως <strong><u>παρατεταμένες συγκρούσεις</u></strong>.</p>
<p>Πρόκειται δηλαδή, για καταστάσεις εχθρικής αλληλεπίδρασης μεταξύ κρατών που εκτείνονται σε μεγάλο χρονικό ορίζοντα, χαρακτηρίζονται από περιοδικές εκρήξεις έντασης και συνοδεύονται από υψηλό στρατηγικό διακύβευμα.</p>
<p><strong>Οι συγκρούσεις αυτές δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα ή αποσπασματικές κρίσεις, αλλά εξελίσσονται ως συνεχείς διαδικασίες, οι οποίες διατηρούνται ακόμη και όταν δεν εκδηλώνεται ανοιχτή βία, χωρίς να διαθέτουν σαφές σημείο οριστικής λήξης.</strong></p>
<p>Στο πλαίσιο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης, οι διεθνείς κρίσεις αποτελούν κομβικά σημεία κλιμάκωσης.</p>
<p><strong>Οι κρίσεις αυτές</strong> εκδηλώνονται όταν μια σειρά γεγονότων, ενεργειών ή γεωπολιτικών μεταβολών <strong>δημιουργούν την αντίληψη στα εμπλεκόμενα κράτη, ότι υπάρχει αυξημένη πιθανότητα πολεμικής σύγκρουσης.</strong></p>
<p>Συχνά λειτουργούν ως <strong>φάσεις έντονης αντιπαράθεσης που μπορούν είτε να οδηγήσουν σε αποκλιμάκωση μέσω διαπραγματεύσεων είτε να εξελιχθούν σε στρατιωτική σύγκρουση</strong>.</p>
<p><u>Η κορύφωση μιας τέτοιας διαδικασίας είναι ο πόλεμος</u>, ο οποίος μπορεί να εκδηλωθεί είτε ως αποκορύφωμα μιας μακροχρόνιας αντιπαράθεσης είτε ως αποτέλεσμα αιφνίδιας κλιμάκωσης.</p>
<p>Ωστόσο, <strong>στις περισσότερες περιπτώσεις παρατεταμένων συγκρούσεων, ο πόλεμος δεν αποτελεί μόνιμη κατάσταση αλλά ένα επεισόδιο μέσα σε έναν ευρύτερο κύκλο έντασης, διαλόγου και επαναλαμβανόμενων κρίσεων.</strong></p>
<p>Υπό την ανωτέρω οπτική, <u>οι ελληνοτουρκικές σχέσεις παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας παρατεταμένης σύγκρουσης.</u></p>
<p>Από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τις διαχρονικές εντάσεις στο Αιγαίο και τις επαναλαμβανόμενες περιόδους στρατιωτικής αντιπαράθεσης, έως τις φάσεις διπλωματικής προσέγγισης και αποκλιμάκωσης, <strong>οι δύο χώρες βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση στρατηγικού ανταγωνισμού</strong>.</p>
<p><strong>Η αντιπαράθεση αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε ζητήματα κυριαρχίας ή θαλάσσιων ζωνών, αλλά επεκτείνεται σε ευρύτερες γεωπολιτικές, ενεργειακές και περιφερειακές ισορροπίες ισχύος</strong>, ειδικότερα στη σημερινή περίοδο όπου συντελούνται έντονες γεωπολιτικές ανακατατάξεις.</p>
<p>Ειδικότερα, οι εξελίξεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, οι περιφερειακοί ανταγωνισμοί για τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων, η στρατηγική επανατοποθέτηση της Τουρκίας και η αναζήτηση ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον που επηρεάζει άμεσα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.</p>
<p>Η Ανατολική Μεσόγειος έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς κόμβους του πλανήτη.</p>
<p>Η ανακάλυψη ενεργειακών πόρων, οι μεταναστευτικές ροές και οι περιφερειακές συγκρούσεις έχουν ενισχύσει τη γεωστρατηγική σημασία της περιοχής.</p>
<p>Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα και η Τουρκία δεν λειτουργούν μόνο ως διμερείς αντίπαλοι, αλλά ως κρίσιμοι παράγοντες της περιφερειακής ισορροπίας και ασφάλειας.</p>
<p>Συγκεκριμένα, <strong>η Τουρκία επιδιώκει να αναδειχθεί σε περιφερειακή δύναμη με αυτόνομο ρόλο μεταξύ Δύσης και Ανατολής.</strong> Η στρατηγική αυτή εκφράζεται μέσα από την πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική της Άγκυρας, η οποία διατηρεί σχέσεις τόσο με τις ΗΠΑ και τις χώρες του ΝΑΤΟ όσο και με τη Ρωσία, ενώ παράλληλα επιχειρεί να διαδραματίσει ρόλο διαμεσολαβητή σε περιφερειακές κρίσεις.</p>
<p>Η Τουρκία επίσης, αξιοποιεί τη γεωγραφική της θέση και τη στρατιωτική της ισχύ για να ενισχύσει τον διαπραγματευτικό της ρόλο έναντι των διεθνών εταίρων.</p>
<p>Στο πλαίσιο αυτό, <strong>η θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας» αποτελεί τον πυρήνα της τουρκικής εθνικής στρατηγικής.</strong></p>
<p>Η θεωρία αυτή, προβάλει ένα επεκτατικό γεωπολιτικό και ναυτικό δόγμα της Τουρκίας που διεκδικεί την επέκταση της τουρκικής επιρροής και τον έλεγχο εκτεταμένων θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και τη Μαύρη θάλασσα, αμφισβητώντας υφιστάμενα νομικά και γεωπολιτικά δεδομένα.</p>
<p>Η στρατηγική αυτή δεν περιορίζεται στη ρητορική, αλλά συνοδεύεται από συστηματική ανάπτυξη ναυτικών και αεροπορικών δυνατοτήτων και αύξηση της επιχειρησιακής παρουσίας της Τουρκίας σε κρίσιμες θαλάσσιες περιοχές.</p>
<p>Παράλληλα, εκδηλώνεται και με μια ευρύτερη προσπάθεια στρατηγικής προβολής ισχύος, μέσω της διατήρησης στρατιωτικής παρουσίας σε περιφερειακά μέτωπα, της σύναψης αμυντικών συμφωνιών με τρίτα κράτη και της αξιοποίησης υβριδικών μέσων επιρροής.</p>
<p>Με τον τρόπο αυτό, <strong>η Άγκυρα επιδιώκει όχι μόνο να ενισχύσει τις διεκδικήσεις της στις συγκεκριμένες θαλάσσιες ζώνες, αλλά και να διαμορφώσει νέους συσχετισμούς ισχύος που να ευνοούν τη στρατηγική της αυτονομία και την αναβάθμιση του διεθνούς της ρόλου.</strong></p>
<p>Από την πλευρά της, <strong>η Ελλάδα έχει επιλέξει την ενίσχυση της αποτρεπτικής της ικανότητας μέσω εκτεταμένων εξοπλιστικών προγραμμάτων και ενίσχυσης των διεθνών της συμμαχιών,  επιδιώκοντας να διαμορφώσει ένα πλέγμα ασφάλειας που υπερβαίνει τα στενά όρια της εθνικής άμυνας και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο περιφερειακής σταθερότητας.</strong></p>
<p>Ειδικότερα, <strong>η στρατηγική συνεργασία με τη Γαλλία και το Ισραήλ, η εμβάθυνση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και η ανάπτυξη τριμερών και πολυμερών συμμαχιών με χώρες της Ανατολικής Μεσογείου ενισχύουν τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας και την αναδεικνύουν σε κρίσιμο κόμβο ασφάλειας, ενέργειας και γεωστρατηγικών δικτύων.</strong></p>
<p>Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική στρατηγική τα τελευταία χρόνια δεν περιορίζεται στην παραδοσιακή έννοια της αποτροπής, αλλά εξελίσσεται σε μια <strong>πολυεπίπεδη πολιτική ισχύος που συνδυάζει στρατιωτική ετοιμότητα, διπλωματική δραστηριοποίηση και γεωοικονομική αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της χώρας</strong>.</p>
<p>Μέσω αυτής της προσέγγισης, <strong>η Ελλάδα επιχειρεί να ενισχύσει το διεθνές της αποτύπωμα, να αυξήσει το στρατηγικό της βάρος και να διαμορφώσει ευνοϊκότερους όρους ασφάλειας και σταθερότητας στο ιδιαίτερα ρευστό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου.</strong></p>
<p>Υπό αυτές τις συνθήκες, η κατανόηση της φύσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων καθίσταται κρίσιμη για τον σχεδιασμό μιας αποτελεσματικής εθνικής στρατηγικής.</p>
<p><strong>Όταν μια αντιπαράθεση δεν αποτελεί απλώς ένα διμερές ζήτημα, αλλά παράγοντα που επηρεάζει συνολικά την αρχιτεκτονική ασφάλειας της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και εμφανίζει χαρακτηριστικά παρατεταμένης σύγκρουσης, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικές πολιτικές επιλογές, συγκυριακές διπλωματικές πρωτοβουλίες ή άναρχες ρητορικές εξάρσεις και εθνικιστικές κορώνες.</strong></p>
<p>Κάθε επιλογή που αφορά τη διαχείρισή της έχει ευρύτερες γεωπολιτικές προεκτάσεις, οι οποίες υπερβαίνουν τα στενά όρια της διπλωματίας και αγγίζουν τον πυρήνα της εθνικής στρατηγικής.</p>
<p>Για τον λόγο αυτό, <strong>απαιτείται μακροπρόθεσμος στρατηγικός σχεδιασμός, συνδυασμός εργαλείων ισχύος και αποτελεσματική διαχείριση των κύκλων έντασης και αποκλιμάκωσης.</strong></p>
<p>Στη σημερινή συγκυρία, όπου το διεθνές σύστημα εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης ρευστότητας, εντεινόμενων γεωπολιτικών ανταγωνισμών και αμφισβήτησης της έως τώρα βασισμένης σε κανόνες διεθνούς τάξης, <strong>η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα θεμελιώδες στρατηγικό δίλημμα</strong>: <strong><u>θα ακολουθήσει μια Στρατηγική Ευθύνης</u></strong>, που επιδιώκει τη σταθερότητα μέσα από τον συνδυασμό διαλόγου και αποτρεπτικής ισχύος, <strong>ή <u>θα παρασυρθεί σε μια Στρατηγική Έντασης</u></strong>, η οποία επενδύει στη ρητορική αντιπαράθεσης και σύγκρουσης και εγκλωβίζει την χώρα σε ένα φαύλο κύκλο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και αστάθειας;</p>
<p>Τα τελευταία χρόνια, <strong>η Ελλάδα φαίνεται ότι έχει διαμορφώσει ένα σύγχρονο μοντέλο διαχείρισης αυτής της σύνθετης και διαρκούς αντιπαράθεσης</strong>.</p>
<p><u>Ένα μοντέλο που στηρίζεται στον ουσιαστικό διπλωματικό διάλογο και </u><u>στη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας, σε συνδυασμό με την ύπαρξη αξιόπιστης αποτρεπτικής ισχύος</u> με στόχο όχι την αυταπάτη της άμεσης επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών, αλλά τη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας, τη διατήρηση της σταθερότητας, τον περιορισμό των κινδύνων κλιμάκωσης και τη δημιουργία συνθηκών στρατηγικής ισορροπίας.</p>
<p>Πρόκειται για μια <u>στρατηγική ευθύνης</u> <strong>που δεν αντιμετωπίζει τον διάλογο ως ένδειξη αδυναμίας ή υποχώρησης, αλλά ως εργαλείο διαχείρισης κρίσεων, περιορισμού της έντασης και διαμόρφωσης συνθηκών σταθερότητας.</strong></p>
<p>Η επιλογή αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονου δημόσιου διαλόγου και πολιτικής αντιπαράθεσης, αντανακλώντας διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις για τον τρόπο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής και εφαρμογής της εθνικής στρατηγικής.</p>
<p>Ωστόσο, <u>το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να συνομιλεί με την Τουρκία</u>.</p>
<p><strong>Το <u>ουσιαστικό διακύβευμα</u> είναι αν ο διάλογος εντάσσεται σε μια συνεκτική εθνική στρατηγική που ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας</strong> <strong>ή αν εγκαταλείπεται σε μια λογική άκριτης αντιπαράθεσης που αυξάνει τον κίνδυνο κρίσεων και αποσταθεροποίησης.</strong></p>
<p>Στην παρούσα συγκυρία, <strong>η στρατηγική ευθύνης δεν αποτελεί επιλογή πολιτικής σκοπιμότητας.</strong></p>
<p><strong>Αποτελεί εθνική αναγκαιότητα</strong> που καλείται να διασφαλίσει τη σταθερότητα, την ασφάλεια και τη μακροπρόθεσμη στρατηγική θέση της χώρας σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.</p>
<p><strong>Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα</strong> μέσα από το νέο μοντέλο διαχείρισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων που συνδυάζει ενεργό διάλογο, αξιόπιστη αποτροπή και στρατηγική ευθύνης, <strong>επιδιώκει να διασφαλίσει ότι εισέρχεται σε κάθε διαπραγμάτευση με την Τουρκία από θέση ισχύος και στρατηγικής αυτοπεποίθησης.</strong></p>
<p>Λαμβάνοντας υπόψη, ότι η Τουρκία προσεγγίζει τις διεθνείς σχέσεις με όρους ισχύος και αντιμετωπίζει διαφορετικά έναν ισχυρό από έναν αδύναμο παίκτη, <strong>η αποτελεσματικότητα της Στρατηγικής της Ευθύνης έχει ήδη κριθεί στο πεδίο</strong>.</p>
<p>Συγκεκριμένα, <strong>η διαχρονική επιδίωξη της Τουρκίας για πρόκληση περιορισμένης κλίμακας θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο είχε ως βασικό στόχο να σύρει την Ελλάδα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από θέση ισχύος</strong>.</p>
<p>Μέσω μιας τέτοιας εξέλιξης, η Άγκυρα θα επιχειρούσε να επιβάλει τετελεσμένα και να προωθήσει τον αντικειμενικό σκοπό (ΑΝΣΚ) της υψηλής στρατηγικής της: την <strong>αναθεώρηση του νομικού καθεστώτος στο Αιγαίο και τη μεταβολή του υφιστάμενου status quo</strong>.</p>
<p><strong>Η υλοποίηση της στρατηγικής αυτής, ωστόσο, φαίνεται ότι έχει ακυρωθεί επί του πεδίου </strong>(π.χ. Κρίση στον Έβρο το 2020, ένταση στο Αιγαίο με έρευνες του τουρκικού σεισμογραφικού πλοίου Oruc Reis).</p>
<p>Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί συγκυριακή επιλογή εξωτερικής πολιτικής, αλλά αντανάκλαση μιας ευρύτερης στρατηγικής αντίληψης για τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.</p>
<p><strong>Το μοντέλο που συνδυάζει διάλογο και αποτροπή λειτουργεί ως πλαίσιο σταθερότητας, μέσα στο οποίο η Ελλάδα επιχειρεί να ελέγχει την ένταση, να περιορίζει τις πιθανότητες κρίσεων και να ενισχύει τη διαπραγματευτική της ισχύ.</strong></p>
<p>Η σημασία όμως της στρατηγικής αυτής δεν αποτυπώνεται μόνο στη θεωρητική της σύλληψη, αλλά κυρίως στα αποτελέσματα που παράγει στο πεδίο της ασφάλειας, της διπλωματίας και της διεθνούς παρουσίας της χώρας.</p>
<p>Στο πλαίσιο αυτό, <strong>η στρατηγική ευθύνης δεν εγγυάται την άμεση επίλυση των διαφορών</strong>.</p>
<p>Ωστόσο, <strong>δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την αποφυγή κρίσεων, περιορίζει τον κίνδυνο θερμών επεισοδίων και θέτει τα θεμέλια για σταδιακή βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.</strong></p>
<p>Η Ελλάδα εμφανίζεται ως υπεύθυνη δύναμη και σεβόμενη  τους διεθνείς θεσμικούς κανόνες, γεγονός που ενισχύει τη θέση της σε διεθνείς διαπραγματεύσεις και διευκολύνει τη δημιουργία συμμαχιών με κράτη που επιδιώκουν σταθερότητα στην περιοχή.</p>
<p><strong>Οι ελληνικές αποφάσεις πλέον δεν αποτελούν προϊόν συναισθηματισμού ή εφήμερων πολιτικών σκοπιμοτήτων, ούτε υπαγορεύονται από την ανάγκη εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης ή από πιέσεις εθνικολαϊκιστικού χαρακτήρα.</strong></p>
<p><strong>Αντίθετα, εδράζονται σε τεκμηριωμένη στρατηγική ανάλυση, θεσμική συνέχεια και ρεαλιστική αξιολόγηση του διεθνούς περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα και ενεργή διπλωματία,</strong> που στοχεύουν στην προώθηση του διεθνούς δικαίου και της ειρηνικής συνύπαρξης στην Ανατολική Μεσόγειο.</p>
<p><strong>Η εφαρμογή της στρατηγικής ευθύνης έχει ήδη αποφέρει απτά αποτελέσματα στη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.</strong></p>
<p>Τα τελευταία χρόνια, <strong>η συχνότητα σοβαρών κρίσεων στο Αιγαίο έχει περιοριστεί σημαντικά</strong>, ενώ οι σταθεροί δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών έχουν επανέλθει.</p>
<p>Παράλληλα, <u>η ελληνική αποτροπή έχει αποκτήσει νέες διαστάσεις.</u> <strong>Ο συνδυασμός ισχυρής αποτρεπτικής ικανότητας</strong> μέσω της ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων <strong>και ανοικτού διαλόγου έχει λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής σταθερότητας</strong>, περιορίζοντας τη δυνατότητα της Τουρκίας να επιβάλει τετελεσμένα και αποθαρρύνοντας μονομερείς κινήσεις.</p>
<p>Ένα <strong>χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του ευρωπαϊκού προγράμματος SAFE</strong>.</p>
<p>Παρά τις προσπάθειες της Άγκυρας να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Άμυνα, η Ελλάδα, αξιοποιώντας διπλωματικά εργαλεία και τη στρατηγική ισχύ της, συνέβαλε ώστε η Τουρκία να παραμείνει εκτός του μηχανισμού SAFE.</p>
<p>Το αποτέλεσμα αυτό δεν συνιστά μόνο διπλωματική επιτυχία, αλλά αποτελεί και σαφή ένδειξη, ότι η ελληνική στρατηγική ισχύος και διάλογου λειτουργεί αποτρεπτικά, καθιστώντας σαφές ότι η ένταξη σε ευρωπαϊκά αμυντικά σχήματα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, αλλά εξαρτάται από τη συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο και τις αρχές καλής γειτονίας.</p>
<p>Παράλληλα, <strong>η στρατηγική ευθύνης περιλαμβάνει και την πολιτική διάσταση της διαχείρισης των εντυπώσεων και της δημόσιας διπλωματίας.</strong></p>
<p><strong>Η Ελλάδα έχει καταφέρει να παρουσιάσει τις θέσεις της με σαφήνεια σε διεθνές επίπεδο</strong>, αποδεικνύοντας ότι <u>ο διάλογος δεν συνεπάγεται υποχωρητικότητα ή αδυναμία.</u></p>
<p>Η ανάδειξη ζητημάτων όπως η υπεράσπιση της κυριαρχίας των νησιών, το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και η αποτροπή μονομερών κινήσεων από την Τουρκία έχει γίνει με τρόπο που συνδυάζει πολιτικό συμβολισμό, νομική τεκμηρίωση και στρατηγική ισχύ.</p>
<p><strong>Η αποτελεσματικότητα της στρατηγικής ευθύνης επιβεβαιώνεται και από την εικόνα της Ελλάδας στους διεθνείς οργανισμούς</strong>.</p>
<p>Η χώρα εμφανίζεται πλέον ως παράγοντας σταθερότητας και υπευθυνότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, γεγονός που ενισχύει τη διπλωματική της επιρροή στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ.</p>
<p><strong>Ο ρόλος αυτός καθιστά πιο δυναμική την ελληνική συμμετοχή σε πρωτοβουλίες ασφάλειας και συνεργασίας, ενώ περιορίζει τις δυνατότητες της Τουρκίας να προβάλλει μονομερείς αξιώσεις.</strong></p>
<p>Επιπλέον, η στρατηγική ευθύνης δεν περιορίζεται στο διμερές επίπεδο. <strong>Η Ελλάδα έχει αναδείξει το θέμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε πλαίσιο πολυμερούς διαλόγου, συνδέοντάς το με τη διεθνή νομιμότητα, τη σταθερότητα στην περιοχή και τη διατήρηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου</strong>.</p>
<p>Με αυτόν τον τρόπο, η χώρα ενισχύει τη θέση της τόσο στο στρατηγικό όσο και στο θεσμικό επίπεδο, αποδεικνύοντας ότι η στρατηγική ευθύνης λειτουργεί όχι μόνο αποτρεπτικά, αλλά και διπλωματικά.</p>
<p>Τέλος, <strong>στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η Ελλάδα έχει επίσης κατορθώσει να μεταφέρει τη συζήτηση σε επίπεδο θεσμικής διαχείρισης των διαφορών, αποφεύγοντας την παγίδα της μονομερούς αντιπαράθεσης ισχύος που συχνά επιδιώκει η Τουρκία.</strong></p>
<p>Το συμπέρασμα είναι ότι <strong>η στρατηγική ευθύνης της Ελλάδας</strong> –που συνδυάζει διάλογο και αποτροπή– <strong>έχει μετατρέψει τον ελληνοτουρκικό διάλογο από εργαλείο εντυπωσιασμού ή επικοινωνιακής διπλωματίας σε βασικό μηχανισμό σταθερότητας και διαχείρισης κρίσεων.</strong></p>
<p>Εν κατακλείδι, σε μια εποχή όπου οι διεθνείς σχέσεις επαναπροσδιορίζονται από την επιστροφή της γεωπολιτικής ισχύος και τον εντεινόμενο ανταγωνισμό περιφερειακών δυνάμεων, η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί μια σύνθετη και διαρκή στρατηγική πρόκληση.</p>
<p><strong>Η επιλογή της στρατηγικής ευθύνης</strong> δεν αποτελεί απλώς μια εναλλακτική προσέγγιση στη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αλλά μια <strong>συνειδητή εθνική επιλογή που αποσκοπεί στη διατήρηση της σταθερότητας, την αποτροπή κρίσεων και την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας.</strong></p>
<p>Σε ένα περιβάλλον όπου η ισχύς και η αξιοπιστία καθορίζουν τους όρους του διαλόγου, η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει να επενδύει σε μια στρατηγική που συνδυάζει νηφαλιότητα, αποτρεπτική ισχύ και διπλωματική ωριμότητα.</p>
<p>Διότι, τελικά, <strong>η πραγματική εθνική ισχύς δεν αποτυπώνεται μόνο στην ικανότητα αντίδρασης στις κρίσεις, αλλά κυρίως στη δυνατότητα διαμόρφωσης συνθηκών σταθερότητας και στρατηγικής ισορροπίας σε μια από τις πιο ασταθείς γεωπολιτικά περιοχές του κόσμου.</strong></p>
<p><em>*Ο<strong> </strong>Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος</em></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2026/02/ellinotourkika.jpg?fit=702%2C448&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2026/02/ellinotourkika.jpg?fit=702%2C448&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Η Ελλάδα σε ένα κόσμο που κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/i-ellada-se-ena-kosmo-poy-kyriarxei-to-d/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[stzaferis]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 15 Jan 2026 09:00:05 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinion]]></category>
		<category><![CDATA[Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=205655</guid>

					<description><![CDATA[Όπως έχω επισημάνει σε προηγούμενο άρθρο μου, με τίτλο «Αναζήτηση πορείας σε έναν κόσμο που αναδιατάσσεται» (10/3/2025), το πολυμερές σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης, το οποίο κυριάρχησε στις διεθνείς σχέσεις για σχεδόν οκτώ δεκαετίες, τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση. Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος* Συγκεκριμένα, η  έως τώρα βασισμένη σε κανόνες διεθνής τάξη απαξιώνεται στην πράξη, υπέρ του δίκαιου του ισχυρού, [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Όπως έχω επισημάνει σε προηγούμενο άρθρο μου, με τίτλο <strong><em>«</em><a href="https://www.lykavitos.gr/news/opinion/anazitisi-poreias-se-enan-kosmo-pou-anadiatassetai">Αναζήτηση πορείας σε έναν κόσμο που αναδιατάσσεται</a><em>» </em></strong><em>(10/3/2025),</em> το πολυμερές σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης, το οποίο κυριάρχησε στις διεθνείς σχέσεις για σχεδόν οκτώ δεκαετίες, τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση.</p>
<p><strong>Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος*</strong></p>
<p>Συγκεκριμένα, <strong>η  έως τώρα βασισμένη σε κανόνες διεθνής τάξη απαξιώνεται στην πράξη, υπέρ του δίκαιου του ισχυρού, καθώς οι ισχυροί δρώντες αναπροσαρμόζουν τις στρατηγικές τους με γνώμονα τα άμεσα γεωπολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα</strong>.</p>
<p>Τα τελευταία γεγονότα – η αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα και η ένταση μεταξύ των ΗΠΑ και χωρών της Λατινικής Αμερικής (Κολομβία, Κούβα, Μεξικό),η συζήτηση περί προσάρτησης της Γροιλανδίας, η κλιμακούμενη αντιπαράθεση με το Ιράν, το αδιέξοδο στην Ουκρανία και η εύθραυστη ισορροπία στη Μέση Ανατολή – δεν συνιστούν μεμονωμένες κρίσεις.</p>
<p>Αντιθέτως, αποτελούν συστημικά συμπτώματα μιας βαθύτερης μετάβασης, κατά την οποία οι ισορροπίες ισχύος επανακαθορίζονται και οι κανόνες που ίσχυσαν επί δεκαετίες επανεξετάζονται όχι θεωρητικά, αλλά στην πράξη επί του γεωπολιτικού πεδίου.</p>
<p>Καθίσταται πλέον σαφές ότι <strong>βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα πραγματικότητα, όπου η σταθερότητα δεν θεωρείται δεδομένη και η διεθνής τάξη δεν εδράζεται στους κανόνες του διεθνούς δικαίου, αλλά εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τα γεωπολιτικά συμφέροντα των ισχυρών δρώντων</strong>.</p>
<p>Παρά την έντονη κριτική προς τη στρατηγική του Προέδρου Τράμπ,<strong>οι επιλογές της αμερικανικής διοίκησης δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ούτε απρόβλεπτες ούτε αποκομμένες από ένα συνεκτικό στρατηγικό πλαίσιο.</strong></p>
<p>Αντίθετα, αποτελούν μια συνειδητή αναπροσαρμογή προτεραιοτήτων, προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες του διεθνούς ανταγωνισμού.</p>
<p><strong>Η προσέγγιση αυτή αποτυπώνεται στην πρόσφατα δημοσιευμένη Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ, η οποία περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται το διεθνές περιβάλλον και τον ρόλο της σε αυτό.</strong></p>
<p>Σε αυτήν καταγράφεται με σαφήνεια ότι <strong>η αμερικανική στήριξη προς συμμάχους δεν είναι πλέον άνευ όρων, αλλά συνδέεται με αυξημένες αμυντικές δαπάνες, ανάληψη μεγαλύτερης περιφερειακής ευθύνης, ευθυγράμμιση σε εξαγωγικούς ελέγχους και συμμετοχή στη διασφάλιση κρίσιμων εφοδιαστικών αλυσίδων.</strong></p>
<p>Η υπόθεση της Βενεζουέλας είναι ενδεικτική. Η Ουάσιγκτον επαναφέρει στην πράξη τη λογική των σφαιρών επιρροής και προσαρμόζει το Δόγμα Μονρόε στις σημερινές γεωπολιτικές και οικονομικές συνθήκες, ώστε να διασφαλίσει ότι το Δυτικό Ημισφαίριο θα παραμείνει επαρκώς σταθερό και επαρκώς διακυβερνήσιμο.</p>
<p>Το μήνυμα του Προέδρου Τράμπ είναι σαφές: <strong>όταν διακυβεύονται ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα, όπως η ενεργειακή ασφάλεια, ο έλεγχος των μεταναστευτικών ροών ή η αποτροπή της διείσδυσης ανταγωνιστικών δυνάμεων, η εφαρμογή των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου δεν λειτουργεί ως δεσμευτικό πλαίσιο, αλλά υποτάσσεται στις απαιτήσεις της εθνικής ισχύος και ασφάλειας.</strong></p>
<p>Το <strong>κρίσιμο ερώτημα</strong>, όμως, δεν είναι τι κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά <strong>τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα.</strong></p>
<p>Για να δοθεί μια ουσιαστική απάντηση στο ανωτέρω κρίσιμο ερώτημα, δεν αρκεί η παρατήρηση των διεθνών εξελίξεων.Απαιτείται μια νηφάλια και ολιστική στρατηγική ανάλυση του διεθνούς περιβάλλοντος, η σαφής αποτύπωση της σημερινής θέσης της χώρας και ο προσδιορισμός του στρατηγικού ρόλου που πρέπει να διαδραματίσει η Ελλάδα, για να προστατευτούν τα εθνικά συμφέροντα και να ενισχυθεί η ασφάλειά της, σε έναν κόσμο που όλο και περισσότερο κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού.</p>
<p>Στο πλαίσιο αυτό, <strong>απαιτείται εθνική συναίνεση και η απόσυρση των ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής από την ατζέντα της πολιτικής αντιπαράθεσης όπου κυριαρχεί ο λαϊκισμός, ο μηδενισμός των πάντων και οι μικροπολιτικές σκοπιμότητες για την επιδίωξη πρόσκαιρου κομματικού οφέλους</strong>.</p>
<p>Για του λόγου το αληθές, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της Βενεζουέλας, όπου σύσσωμη η αντιπολίτευση ασχολήθηκε με την άσκηση κριτικής στη δήλωση του Πρωθυπουργού και όχι στην κριτική ανάλυση και αξιολόγηση της επέμβασης των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα.</p>
<p><strong>Παρά την ορθή ανάγνωση των διεθνών εξελίξεων από τον Πρωθυπουργό κ. Κυριάκο Μητσοτάκη και τους διαμορφωτές της εξωτερικής πολιτικής της χώρας</strong>, καθώς <strong>και την προσπάθεια προσαρμογής της εθνικής στρατηγικής</strong> ώστε να ενισχυθεί η θέση της Ελλάδας στις ζώνες επιρροής των μεγάλων δυνάμεων, <strong>σύσσωμη η ελληνική αντιπολίτευση επέλεξε να επικεντρωθεί σε μικροκομματικές και λαϊκίστικες αντιδράσεις.</strong></p>
<p>Επίκεντρο αυτών των αντιδράσεων ήταν η αμφισβήτηση της δήλωσης του Πρωθυπουργού σχετικά με τη στήριξη της Ελλάδας στη στρατηγική του Προέδρου Τραμπ στη Βενεζουέλα.</p>
<p><strong>Οι επικρίσεις αυτές</strong> ενδέχεται να αποδίδουν πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη στις δυνάμεις που τις υιοθετούν, <strong>υπονομεύουν όμως τη στρατηγική αξιοπιστία της χώρας και πλήττουν ευθέως τα εθνικά συμφέροντα.</strong></p>
<p><strong>Στη λογική αυτής της στείρας και άγονης αντιπαράθεσης, αγνοήθηκε ότι η δήλωση του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη υπηρετεί την εθνική στρατηγική και τον διεθνή ρόλο της Ελλάδας, ενισχύει τις διμερείς σχέσεις με κρίσιμους συμμάχους και συμβάλλει στην προάσπιση των ζωτικών ελληνικών συμφερόντων, από την ενεργειακή ασφάλεια μέχρι την περιφερειακή σταθερότητα</strong>.</p>
<p>Στο πλαίσιο της κομματικής αντιπαράθεσης και στρέβλωσης της πραγματικότητας, <strong>παραβλέπεται συστηματικά ότι η χώρα οφείλει να μετατρέψει τις διεθνείς προκλήσεις σε στρατηγικό πλεονέκτημα για να εδραιώσει τη θέση της σε έναν κόσμο όπου το δίκαιο του ισχυρού καθορίζει πλέον τις εξελίξεις</strong>.</p>
<p>Η περίπτωση της Βενεζουέλας δεν μπορεί να αναλυθεί αποκλειστικά ως ζήτημα εσωτερικής πολιτικής ή ως μια ακόμη κρίση διακυβέρνησης στη Λατινική Αμερική.</p>
<p><strong>Η Βενεζουέλα έχει εξελιχθεί σε μια περιφερειακή εστία ανασφάλειας, η οποία υπονομεύει άμεσα τη σταθερότητα και ασφάλεια του Δυτικού Ημισφαιρίου</strong>.</p>
<p>Συγκεκριμένα, το αυταρχικό καθεστώς Μαδούρο έχει κατηγορηθεί από την αντιπολίτευση της χώρας και τη διεθνή κοινότητα για εκλογική νοθεία στις εκλογές του 2024, πολιτική βία, συστηματική καταστολή της αντιπολίτευσης και την ύπαρξη χιλιάδων πολιτικών κρατούμενων.</p>
<p>Επιπλέον, <strong>αποτελεί τον κύριο υπονομευτή των εθνικών συμφερόντων των ΗΠΑ και των κρίσιμων αμερικανικών προτεραιοτήτων ασφαλείας</strong>(εργαλειοποίηση της παράνομης μετανάστευσης, διακρατικό οργανωμένο έγκλημα, διακίνηση ναρκωτικών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες κ.λπ.).</p>
<p>Παράλληλα, <strong>έχει αναδειχθεί σε κόμβο ευρύτερων διακρατικών εγκληματικών δραστηριοτήτων, όπως η παράνομη εξόρυξη και εκμετάλλευση φυσικών πόρων, η διακίνηση όπλων, το ξέπλυμα χρήματος, η εμπορία ανθρώπων και η στήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ</strong>, η οποία πολλάκις έχει λάβει χρηματοδότηση και υποστήριξη για την υλοποίηση των δράσεών της.</p>
<p>Υπό το πλαίσιο αυτό, <strong>θα πρέπει να γίνει κατανοητό στην Ελλάδα, ότι η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου δεν μπορεί να είναι αποσπασματική ούτε να ενεργοποιείται επιλεκτικά, ανάλογα με το ποιος ασκεί ισχύ στο διεθνές σύστημα ή ποια συγκυρία εξυπηρετεί εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες.</strong></p>
<p><strong>Το Διεθνές Δίκαιο δεν αποτελεί αυτόνομο υποκατάστατο στρατηγικής,</strong><strong>αλλά εργαλείο στρατηγικής σταθερότητας, το οποίο οφείλει να εντάσσεται σε ένα συνεκτικό πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής που λαμβάνει υπόψη τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων και τις ζωτικές προτεραιότητες ασφαλείας της χώρας</strong>.</p>
<p>Διαφορετικά, δεν πρόκειται για υπεράσπιση αρχών, αλλά για ευκαιριακή εργαλειοποίησή τους, με κόστος τη διεθνή αξιοπιστία και τη στρατηγική συνοχή της Ελλάδας.</p>
<p>Το κρίσιμο ερώτημα συνεπώς, δεν είναι αν παραβιάζεται αφηρημένα το διεθνές δίκαιο σε κάθε περίπτωση χρήσης ισχύος, αλλά πώς μια χώρα όπως η Ελλάδα τοποθετείται στρατηγικά σε έναν κόσμο όπου οι σφαίρες επιρροής και η ισχύς καθορίζουν εκ νέου τις διεθνείς εξελίξεις.</p>
<p><strong>Πώς μπορεί να εγκαλείται ο Έλληνας Πρωθυπουργός από την αντιπολίτευση για επιλεκτική επίκληση του διεθνούς δικαίου στην περίπτωση της Βενεζουέλας και την ίδια στιγμή, οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις να ασκούν κριτική στον κ. Μητσοτάκη όπου επικαλούμενος τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου κατήγγειλε την Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και στήριξε και στηρίζει τον αδύναμο;</strong></p>
<p>Οι ίδιες δυνάμεις δεν είναι αυτές που κατηγορούν την κυβέρνηση ότι δεν έπρεπε να στηρίξει τον κ. Ζελένσκι και την Ουκρανία για να μην κλονιστούν οι σχέσεις της χώρας με την «παραδοσιακή σύμμαχο» της Ελλάδας, τη Ρωσία;</p>
<p><strong>Την στιγμή που όλοι αυτοί καταγγέλλουν την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ζητούν από τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να κάνει τα στραβά μάτια στην παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και την παράνομη κατοχή ξένους εδάφους με τα όπλα από τη Ρωσία για να μην διαρραγούν οι σχέσεις της Ελλάδας με έναν κατακτητή.  </strong></p>
<p>Πότε τελικά, θεωρείται θεμιτή η προσαρμογή της εθνικής στρατηγικής στη διεθνή πραγματικότητα και πότε καταγγέλλεται ως υποχώρηση αξιών,  επιλεκτική επίκληση του διεθνούς δικαίου και υποβάθμιση της εθνικής αξιοπρέπειας;</p>
<p><strong>Ακόμη πιο προβληματική είναι η ταύτιση των δυνάμεων που ασκούν  κριτική στον Πρωθυπουργό με τις θέσεις και το αφήγημα αναθεωρητικών και αντιδυτικών δυνάμεων, όπως η Ρωσία, το Ιράν, η Βόρεια Κορέα, η Κούβα και η Κίνα, αλλά και τρομοκρατικών οργανώσεων που αμφισβητούν ευθέως τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας, όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ</strong>.</p>
<p>Απορία προκαλεί πως η ελληνική αντιπολίτευση ταυτίζεται με τις εν λόγω τρομοκρατικές οργανώσεις που επίσης, κατήγγειλαν την επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα.</p>
<p><strong>Σε ποιο στρατηγικό πλαίσιο εντάσσεται μια αντιπολιτευτική ρητορική που ευθυγραμμίζεται, με δυνάμεις και δίκτυα τα οποία υπονομεύουν τη σταθερότητα σε περιοχές άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος, από την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη;</strong></p>
<p>Τέλος, <strong>η περίπτωση της Βενεζουέλας δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από τις περιφερειακές διασυνδέσεις της, ούτε από τη στενή συνεργασία του καθεστώτος Μαδούρο με την Τουρκία</strong>, η οποία έχει αξιοποιήσει τη χώρα ως εταίρο σε οικονομικό, ενεργειακό και, σύμφωνα με διεθνείς αναφορές, παρακρατικό επίπεδο.</p>
<p>Υπό αυτό το πρίσμα, γεννάται ένα κρίσιμο ερώτημα εθνικής στρατηγικής.</p>
<p><strong>Ποιο ακριβώς εθνικό συμφέρον εξυπηρετεί η ρητορική των δυνάμεων της αντιπολίτευσης όταν υιοθετούν θέσεις που αντικειμενικά ευνοούν έναν γεωπολιτικό άξονα στον οποίο συμμετέχει και η Τουρκία, τη στιγμή που αυτή αμφισβητεί ευθέως την ελληνική κυριαρχία και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο;</strong></p>
<p>Εν κατακλείδι, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι <strong>η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να ασκείται ως πεδίο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης.</strong></p>
<p>Απαιτεί στρατηγική συνέπεια, καθαρή ανάγνωση των συσχετισμών ισχύος και κυρίως, νηφάλια στάθμιση του εθνικού συμφέροντος σε έναν διεθνή χώρο όπου το δίκαιο του ισχυρού, είτε μας αρέσει είτε όχι, καθορίζει ολοένα και περισσότερο τις εξελίξεις.</p>
<p><strong>Σε μια περίοδο που οι περιορισμοί στη χρήση ισχύος χαλαρώνουν, κράτη όπως η Ελλάδα που βρίσκονται κοντά ή εντός ζωνών επιρροής αναθεωρητικών δυνάμεων (π.χ. Τουρκία), αν εθελοτυφλούν και δεν αντιλαμβάνονται τη δυναμική των διεθνών εξελίξεων εκτίθενται σε μεγάλο κίνδυνο.</strong></p>
<p><strong>Όταν οι θέσεις σου ταυτίζονται,στην προσπάθεια υποστήριξης του αυταρχικού καθεστώτος Μαδούρο,με την Τουρκία</strong>η οποία διατυπώνει ανοιχτά και απροκάλυπτα τις αναθεωρητικές της φιλοδοξίες μέσω του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» και αξιοποιεί τη ρευστότητα του διεθνούς συστήματοςγια να διευρύνει τον στρατηγικό της χώρο, <strong>τότε υπάρχει δομικό πρόβλημα εξωτερικής πολιτικής.</strong></p>
<p>Το ζήτημα δεν είναι πλέον η επίκληση των αρχών του Διεθνούς Δικαίου, αλλά η απουσία στρατηγικής επίγνωσης των πραγματικών συσχετισμών ισχύος και των συνεπειών που αυτοί παράγουν για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.</p>
<p><strong>Η ελληνική στάση δεν συνιστά νομιμοποίηση κάθε μονομερούς ενέργειας, αλλά αναγνώριση ότι στο παρόν διεθνές περιβάλλον η διατήρηση ισχυρών συμμαχιών αποτελεί προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας και πολλαπλασιαστή της στρατηγικής ισχύος της χώρας</strong>.</p>
<p><strong>Υπό αυτές τις συνθήκες, η επίκληση του διεθνούς δικαίου παύει να λειτουργεί ως στρατηγικό εργαλείο και μετατρέπεται σε άλλοθι πολιτικής αδράνειας, με άμεσες συνέπειες για τη γεωπολιτική θέση και την αξιοπιστία της Ελλάδας στο νέο περιβάλλον ισχύος.</strong></p>
<p><strong>Η ελληνική κυβέρνηση, </strong>στο πλαίσιο της υπεύθυνης εξωτερικής πολιτικής,<strong> δεν επιλέγει ανάμεσα σε αρχές και ρεαλισμό, αλλά αναζητά τη διατήρηση ισχυρών συμμαχιών ως προϋπόθεση για την εθνική ασφάλεια.</strong></p>
<p>Σε ένα διεθνές σύστημα όπου η ισχύς επανέρχεται ως κυρίαρχος ρυθμιστής των εξελίξεων,<strong> η στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί αντικειμενικά πολλαπλασιαστή ισχύος και παράγοντα σταθερότητας για τα ελληνικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο, το Αιγαίο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή</strong>.</p>
<p><strong>Η δημόσια στήριξη της Ουάσιγκτον σε κρίσιμες συγκυρίες δεν συνιστά ιδεολογική ταύτιση, αλλά συνειδητή επιλογή στρατηγικής ευθυγράμμισης, με γνώμονα τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων και την προάσπιση του εθνικού συμφέροντος.</strong></p>
<p><strong>Η νέα αμερικανική στρατηγική εθνικής ασφάλειας αφήνει σαφές περιθώριο για χώρες που αναλαμβάνουν μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια των περιφερειών τους να τύχουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης σε τομείς όπως η άμυνα, η τεχνολογία και το εμπόριο.</strong></p>
<p>Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαμηνύουν πλέον, ότι η στήριξη των συμμάχων δεν θα είναι αυτόματη, αλλά συνδεδεμένη με τη συμβολή τους στη διατήρηση των περιφερειακών ισορροπιών ισχύος, την ενίσχυση των αμυντικών τους δυνατοτήτων και την ευθυγράμμισή τους με τις στρατηγικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.</p>
<p>Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα έχει ήδη προβεί σε κινήσεις που την κατατάσσουν στους συμμάχους που αναλαμβάνουν ουσιαστικό βάρος ασφάλειας, ιδίως μέσω της αύξησης των αμυντικών δαπανών, της φιλοξενίας κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών και της ενίσχυσης της διαλειτουργικότητας με τις αμερικανικές και συμμαχικές δυνάμεις.</p>
<p>Ταυτόχρονα, <strong>η αμερικανική στρατηγική λειτουργεί και ως σαφές οδικός χάρτης για τα επόμενα βήματα της Ελλάδας.</strong></p>
<p><strong>Δηλαδή την βαθύτερη σύνδεση της άμυνας, της τεχνολογίας και της βιομηχανικής βάσης, τον ενεργό ρόλο στην ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων και την μεγαλύτερη ανάληψη περιφερειακών ευθυνών.</strong></p>
<p>Υπό αυτό το πλαίσιο, <strong>η Ελλάδα μπορεί να αναδειχθεί σε πυλώνα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, σε κόμβο ενέργειας και logistics και σε αξιόπιστο εταίρο που δεν ζητά απλώς εγγυήσεις ασφαλείας, αλλά συμβάλλει έμπρακτα στη διαμόρφωση της περιφερειακής ασφάλειας.</strong></p>
<p>Πρόκειται για στρατηγική επιλογή που ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ της χώρας και όχι για ιδεολογική και θεσμική ευθυγράμμιση.</p>
<p>Κοντολογίς, <strong>σε ένα κόσμο λιγότερο θεσμικό, περισσότερο ανταγωνιστικό και σαφώς πιο επικίνδυνο, η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι να κρίνει τις εξελίξεις ηθικά και θεσμικά, αλλά να τις αξιολογεί και κατανοεί στρατηγικά.</strong></p>
<p>Η μετάβαση σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού δεν είναι επιλογή της Ελλάδας.</p>
<p>Είναι όμως, στρατηγική επιλογή της αν θα προσαρμοστεί έγκαιρα ή αν θα αιφνιδιαστεί.</p>
<p><strong>Σε αυτή τη νέα εποχή, η ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται με ευχολόγια και ηθικολογίες, αλλά με στρατηγικό ρεαλισμό, συνέπεια και ισχύ.</strong></p>
<p><strong>Το κόστος της μη προσαρμογής μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από το κόστος της έγκαιρης δράσης.</strong></p>
<p><strong>*</strong>Ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος είναι  Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Πρώην Γενικός Διευθυντής - Γενικής Διεύθυνσης Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ) Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ)</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2026/01/f16_amyna.jpg?fit=702%2C448&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2026/01/f16_amyna.jpg?fit=702%2C448&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>«Η Γεωπολιτική της Ρωσικής Επιρροής και η στοχοποίηση της Ελλάδας»</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/i-geopolitiki-tis-rosikis-epirrois-k/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[stzaferis]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 14 Oct 2025 07:00:05 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinion]]></category>
		<category><![CDATA[Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=199113</guid>

					<description><![CDATA[Τα τελευταία γεγονότα στην Ευρώπη δείχνουν ότι η Ρωσία επιδιώκει να επεκτείνει την επιρροή της όχι μόνο μέσω της προβολής στρατιωτικής ισχύος και της εργαλειοποίησης της ενέργειας, αλλά και μέσω της προπαγάνδας, της παραπληροφόρησης και των υβριδικών απειλών,  οι οποίες λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές της γεωπολιτικής της ισχύος. Του Κωνσταντίνου Π. Μπαλωμένου  Η στρατηγική αυτή δεν [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Τα τελευταία γεγονότα στην Ευρώπη δείχνουν ότι η Ρωσία επιδιώκει να επεκτείνει την επιρροή της όχι μόνο μέσω της προβολής στρατιωτικής ισχύος και της εργαλειοποίησης της ενέργειας, αλλά και μέσω της προπαγάνδας, της παραπληροφόρησης και των υβριδικών απειλών,  οι οποίες λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές της γεωπολιτικής της ισχύος.</p>
<p><strong>Του Κωνσταντίνου Π. Μπαλωμένου </strong></p>
<p>Η στρατηγική αυτή δεν αποτελεί μια αποσπασματική επιλογή, αλλά συνιστά πάγιο τρόπο δράσης (modus operandi) που ακολουθεί η Ρωσία για την προώθηση των εθνικών της επιδιώξεων. Ειδικότερα, η Ρωσία εφαρμόζει υβριδικές επιχειρήσεις που στοχεύουν το γνωστικό (cognitive) πεδίο, δηλαδή την αντίληψη των ηγετών και στελεχών κρατικών ή μη κρατικών διεθνών δρώντων που θέλει να επηρεάσει.</p>
<p>Μέσω προπαγάνδας, ιδεολογικής πίεσης, παραπληροφόρησης και διαχείρισης αφηγημάτων, επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τις τρωτότητες των στόχων της, να απονομιμοποιήσει τις δημοκρατίες και τις αξίες τους, να αποσταθεροποιήσει κυβερνήσεις και κοινωνίες, να διχάσει πολίτες και ηγεσίες και τελικά, να επηρεάσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.</p>
<p>Χαρακτηριστικό παράδειγμα της στρατηγικής αυτής είναι η αξιοποίηση drones και άλλων μη επανδρωμένων συστημάτων σε υβριδικές ενέργειες εναντίον ευρωπαϊκών κρατών, με στόχο την παρακολούθηση, την υπονόμευση υποδομών και τη δημιουργία ψυχολογικής πίεσης, σε συνδυασμό με πληροφοριακές εκστρατείες.</p>
<p>Παράλληλα, η ίδια προσέγγιση αλλά με διαφορετικά μέσα, εφαρμόζεται και στη διαδικασία ειρήνευσης στην Ουκρανία. Η Μόσχα επιχειρεί να επηρεάσει το διεθνές αφήγημα, εμφανίζοντας τον εαυτό της ως «υπεύθυνο διαπραγματευτή» και τη Δύση ως τον κύριο υπεύθυνο της σύγκρουσης.</p>
<p>Επίσης, αξιοποιεί δίκτυα επιρροής και μηχανισμούς παραπληροφόρησης, ώστε να διαμορφώσει συνθήκες ευνοϊκές για τις δικές της θέσεις και να μεταθέσει σε άλλους τις ευθύνες για την παρατεταμένη αστάθεια. Επιπλέον, η Ρωσία αξιοποιεί τη στρατηγική παραπλάνησης στο πλαίσιο ευρύτερων πληροφοριακών επιχειρήσεων, επιδιώκοντας να προβάλει την ισχύ της (αξιοποιώντας μια εικόνα ισχύος εν μέρει κατασκευασμένη) και να παρουσιάσει τον εαυτό της ως «νικήτρια δύναμη» ικανή να επιβάλλει τους όρους της στις διαπραγματεύσεις για την ειρήνη.</p>
<p>Μέσα από την προβολή μιας εικόνας «αναπόφευκτης νίκης», επιχειρεί αφενός να ενισχύσει την εσωτερική της συνοχή, αφετέρου να διαμορφώσει όρους διαπραγμάτευσης ευνοϊκούς για τις δικές της επιδιώξεις. Η στρατηγική αυτή λειτουργεί ως μια μορφή «παγίδας» για τη Δύση, καθώς στοχεύει στην καλλιέργεια αμφιβολιών, στη διάσπαση της ενότητας και σε πιθανές υποχωρήσεις που θα εξασφάλιζαν στη Μόσχα πολιτικά και γεωοικονομικά οφέλη που ενισχύουν τη στρατηγική της θέση σε διεθνές επίπεδο, ανεξάρτητα από την πραγματική εικόνα στο πεδίο των επιχειρήσεων.</p>
<p>Παράλληλα, η Ρωσία χρησιμοποιεί τον εκφοβισμό ως εργαλείο πίεσης στις διαπραγματεύσεις, εντάσσοντάς τον σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πληροφοριακών και ψυχολογικών επιχειρήσεων. Μέσω συνδυασμού επίδειξης στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος, απειλών, παραπληροφόρησης και δημιουργίας αίσθησης απρόβλεπτης δράσης, επιχειρεί να περιορίσει τις επιλογές των αντιπάλων και να επηρεάσει την αντίληψή τους, με στόχο να επιβάλλει τη βούλησή της και να εξασφαλίσει ευνοϊκούς όρους, ενισχύοντας τη στρατηγική της θέση και τα γεωπολιτικά και γεωοικονομικά της οφέλη».</p>
<p>Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα ως χώρα με καίρια γεωστρατηγική θέση και μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., δεν θα μπορούσε να παραμείνει εκτός του πεδίου στόχευσης της ρωσικής στρατηγικής για άσκηση  επιρροής στην ευρύτερη περιοχή.</p>
<p>Συγκεκριμένα, η Ρωσία μέσω μιας συστηματικής και στοχευμένης εκστρατείας υβριδικού πολέμου που εκμεταλλεύεται τις τρωτότητες της Ελλάδας, διεξάγει πληροφοριακές και ψυχολογικές επιχειρήσεις που καλλιεργούν αντι-δυτικά αφηγήματα και ενισχύουν ακραίες ή περιθωριακές φωνές που υπονομεύουν τα εθνικά συμφέροντα της χώρας.</p>
<p>Ενδεικτικά, η πρόσφατη επίθεση της Εκπροσώπου Τύπου του ρωσικού ΥΠΕΞ κας Ζαχάροβα, κατά της Ελλάδας, η οποία αξιοποιεί παλαιά και νέα προπαγανδιστικά αφηγήματα με στόχο την αποδόμηση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής.</p>
<p>Συγκεκριμένα, κατηγόρησε την Ελλάδα ότι έχει παραβιάσει τις αρχές της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι, επικαλούμενη πως η χούντα των Συνταγματαρχών «επενέβη στην Κύπρο ως προσπάθεια προσάρτησης από την Αθήνα» και ότι η Ελλάδα «μπλόκαρε διεθνείς πρωτοβουλίες συνεργασίας προς τη Δημοκρατία της Μακεδονίας» έως το 2018.</p>
<p>Η κίνηση αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική πληροφοριακού πολέμου, που στοχεύει στην αναβίωση ιστορικών εντάσεων και στη δημιουργία ψευδών συνδέσεων με υπαρκτές κοινωνικές και εθνικές ευαισθησίες.</p>
<p>Μέσω αυτής της επίθεσης, η κα. Ζαχάροβα επιχειρεί να σπείρει αμφιβολίες για τη διεθνή θέση της Ελλάδας — μιας χώρας που διαχρονικά πορεύεται στο διεθνές περιβάλλον με γνώμονα τις αρχές του διεθνούς δικαίου, τον σεβασμό στην κυριαρχία των κρατών και την προσήλωση στις αξίες της ειρήνης και της συνεργασίας — και να αποσταθεροποιήσει τη χώρα, υπονομεύοντας τη συνοχή και την εθνική ενότητα του ελληνικού λαού.</p>
<p>Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, αξιοποιούνται ευαίσθητα εθνικά ζητήματα όπως οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, το μεταναστευτικό, η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας από τη Ρωσία ή ζητήματα Ορθοδοξίας, με στόχο την αποδυνάμωση του ευρωατλαντικού προσανατολισμού της Ελλάδας, τη δημιουργία εσωτερικών ρηγμάτων, την απονομιμοποίηση της πολιτικής ηγεσίας και τη διαμόρφωση ευνοϊκών συνθηκών για τα ρωσικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.</p>
<p>Για την υλοποίηση αυτής της στρατηγικής, δίκτυα «αναλυτών», «δημοσιογράφων» και «ινστιτούτων» αναπαράγουν αφηγήματα που παρουσιάζουν τη Ρωσία ως «φυσικό και αξιόπιστο σύμμαχο» λόγω θρησκευτικών και ιστορικών δεσμών, ενώ καλλιεργούν την ψευδαίσθηση, ότι η αποστασιοποίηση από τη Δύση θα εξυπηρετούσε καλύτερα τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.</p>
<p>Στην πραγματικότητα, αποτελούν όργανα μιας υβριδικής επιχείρησης που αποσκοπούν όχι μόνο στην υπονόμευση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και στη δημιουργία μιας κοινωνίας ευάλωτης σε ξένα αφηγήματα, έτοιμης να διχαστεί και να αμφισβητήσει τις θεμελιώδεις επιλογές ασφάλειας της χώρας.</p>
<p>Απτά παραδείγματα αυτής της στρατηγικής αποτελούν η επιθετική ρητορική του Προέδρου Πούτιν και υψηλόβαθμων Ρώσων αξιωματούχων κατά της Ελλάδας και του Έλληνα Πρωθυπουργού. Η ρητορική αυτή δεν μένει στο επίπεδο των δηλώσεων, αλλά βρίσκει άμεση αντανάκλαση στον ρωσικό Τύπο, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τα επιθετικά άρθρα της Pravda, όπου η Ελλάδα παρουσιάζεται ως «χώρα μηδαμινής ισχύος», υπερχρεωμένη και με ηγεσία «εκτός πραγματικότητας».</p>
<p>Η στοχοποίηση του Έλληνα Πρωθυπουργού υπήρξε ιδιαίτερα έντονη με αφορμή την επίσκεψή του στην Οδησσό για τη σύνοδο κορυφής Ουκρανίας – Νοτιοανατολικής Ευρώπης το 2025, όπου η Ρωσίδα αναλύτρια Lyubov Stepushova τον χαρακτήρισε «μη λογικό» και την Ελλάδα «χρεωμένη μέχρι τα αυτιά», αμφισβητώντας ανοιχτά τη δυνατότητά της να συμμετάσχει σε έργα ανοικοδόμησης και διασύνδεσης στην περιοχή.</p>
<p>Παράλληλα, η ίδια αναλύτρια κατηγόρησε την Αθήνα για «μεγαλομανία» και «υπερβολικές φιλοδοξίες» που ξεπερνούν τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας, προβάλλοντας ένα αφήγημα αδυναμίας και ανεπάρκειας, το οποίο εξυπηρετεί τη ρωσική στρατηγική απονομιμοποίησης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.</p>
<p>Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσεται και η επίσημη απόφαση της ρωσικής κυβέρνησης να κατατάξει την Ελλάδα –μαζί με την Κύπρο– στον κατάλογο των χωρών με «καταστροφικές συμπεριφορές» που δήθεν αντιστρατεύονται τις «παραδοσιακές ρωσικές πνευματικές και ηθικές αξίες». Ο κατάλογος αυτός, συνιστά όχι μόνο ένα εργαλείο επικοινωνιακής πίεσης και ιδεολογικής στοχοποίησης, αλλά και μια έμπρακτη απόδειξη της αναγνώρισης της Ελλάδας από τη Μόσχα ως «εχθρικής χώρας», με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται για τη περιφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα.</p>
<p>Επιπλέον, η Μόσχα επιχειρεί να διαχωρίσει την ελληνική κοινωνία από την πολιτική της ηγεσία, προβάλλοντας συστηματικά το αφήγημα ότι «τιμωρεί» τις κυβερνήσεις, αλλά εξακολουθεί να «εκτιμά» τους λαούς.</p>
<p>Η στρατηγική αυτή, που συνοδεύει τον χαρακτηρισμό της Ελλάδας ως «εχθρικής χώρας», αποσκοπεί στη δημιουργία ενός τεχνητού ρήγματος μεταξύ κράτους και κοινωνίας, με στόχο την καλλιέργεια φιλορωσικών τάσεων και την αμφισβήτηση του ευρωατλαντικού προσανατολισμού της χώρας.</p>
<p>Μέσω επιλεκτικών αναφορών σε «παραδοσιακούς δεσμούς» και «κοινές αξίες της Ορθοδοξίας», η ρωσική προπαγάνδα επιχειρεί να εμφυσήσει την ιδέα ότι η Δύση είναι ξένη και εχθρική προς τα ελληνικά συμφέροντα, ενώ η Ρωσία αποτελεί τον «φυσικό σύμμαχο» της Ελλάδας.</p>
<p>Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έναν μηχανισμό ψυχολογικής και πληροφοριακής επιρροής, ο οποίος αξιοποιεί τις κοινωνικές ευαισθησίες, τις οικονομικές ανισότητες και τα εθνικά ζητήματα, με σκοπό να αποδυναμώσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στις θεσμικές επιλογές της χώρας και να καταστήσει την ελληνική κοινωνία πιο ευάλωτη στη ρωσική υβριδική στρατηγική.</p>
<p>Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της διαίρεσης κράτους–κοινωνίας, η Ρωσία ενισχύει τις προσπάθειές της με μια στρατηγική δαιμονοποίησης των αντιπάλων, στοχεύοντας συγκεκριμένα την ελληνική πολιτική ηγεσία.</p>
<p>Ειδικότερα, παρουσιάζοντας την Ελλάδα και τον Πρωθυπουργό της ως αδύναμους, ανίκανους ή υπερεκτιμημένους, μετατρέποντάς τους σε «εχθρούς» στα μάτια του διεθνούς και εγχώριου κοινού, επιδιώκει την απονομιμοποίηση της χώρας και της ηγεσίας της.</p>
<p>Μέσω αυτής της τακτικής, επιχειρεί να διχάσει, να καλλιεργήσει αμφιβολίες και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στους θεσμούς, ενώ παράλληλα, προβάλλει τον εαυτό της ως «φυσικό σύμμαχο» με ηθική υπεροχή, εξυπηρετώντας τα γεωπολιτικά και στρατηγικά της συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.</p>
<p>Ως εκτούτου, στην ελληνική δημόσια σφαίρα, μερίδα του πολιτικού κόσμου, αλλά και αναλυτές και σχολιαστές, επιχειρούν να παρουσιάσουν τη Ρωσία ως «θύμα» της Δύσης και τον πόλεμο στην Ουκρανία ως αναπόφευκτη αντίδραση στη «νατοϊκή περικύκλωση».</p>
<p>Σύμφωνα με τους υποστηρικτές αυτού του αφηγήματος, η Ρωσία προστατεύει τα ιστορικά της εδάφη και τα ζωτικά συμφέροντά της, η εισβολή στην Ουκρανία δεν ήταν εισβολή αλλά «ειδική στρατιωτική επιχείρηση», η Ουκρανία έχει ήδη ηττηθεί, η Ευρώπη είναι αδύναμη, και η Ελλάδα «αποδυναμώνει την εθνική της άμυνα» υποστηρίζοντας την Ουκρανία.</p>
<p>Παράλληλα, η κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός παρουσιάζονται ως «κομπάρσοι», ενώ η χώρα θα έπρεπε, σύμφωνα με το αφήγημα, να ταχθεί ανοιχτά με τη Ρωσία και να περιορίσει τη συνεργασία της με τη Δύση.</p>
<p>Ωστόσο, τα παραπάνω επιχειρήματα στερούνται σοβαρότητας και δεν προάγουν τα εθνικά συμφέροντα. Συγκεκριμένα, η εισβολή στην Ουκρανία αποτελεί κατάφωρη παραβίαση της κυριαρχίας ανεξάρτητου κράτους και του διεθνούς δικαίου, ενώ η επίκληση περί «γενοκτονίας» των ρωσόφωνων δεν τεκμηριώνεται από διεθνείς οργανισμούς.</p>
<p>Επίσης, η επίκληση στις «κοινές αξίες» και την «ορθοδοξία» αποτελεί προπαγανδιστικό μύθο και τυπικό εργαλείο ψυχολογικής επιρροής.</p>
<p>Στην πράξη, η Μόσχα δεν δίστασε να συμμαχήσει στρατηγικά με την Τουρκία του κ. Ερντογάν που απειλεί άμεσα την Ελλάδα.</p>
<p>Αν η Ρωσία ήταν «φυσικός σύμμαχος» της Ελλάδας, δεν θα είχε στηρίξει οικονομικά την Τουρκία για να μην χρεωκοπήσει, δεν θα την εξόπλιζε συνεχώς και δεν θα χρηματοδοτούσε την κατασκευή του πυρηνικού της εργοστασίου που αποτελεί θανάσιμη εθνική απειλή για την Ελλάδα. Τέλος, δεν θα ανεχόταν τη συνεχή τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο και την παραβίαση της κυπριακής ΑΟΖ.</p>
<p>Όπως έχω τονίσει και σε προηγούμενο άρθρο μου, για την Ελλάδα, η στάση που ακολούθησε η ελληνική κυβέρνηση σε σχέση με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αποτελεί μονόδρομο και δεν έχει αποκλειστικά στόχο τη Ρωσία. Οποιαδήποτε χώρα και να ακολουθούσε την ίδια πρακτική, η Ελλάδα θα τηρούσε την ίδια στάση.</p>
<p>Ειδικότερα, η Ελλάδα στο διεθνές περιβάλλον κινείται βάσει αρχών και αξιών και σεβόμενη το διεθνές δίκαιο. Αυτή είναι η πυξίδα της ελληνικής διπλωματίας, από τη σύσταση του ελληνικού κράτους.</p>
<p>Η Ελλάδα από την πρώτη στιγμή της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία καταδίκασε αυτή την εισβολή, διότι ακυρώνει το διεθνές δίκαιο, υπονομεύει την ευρωπαϊκή ασφάλεια και θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα της Ευρώπης και ολόκληρη τη διεθνή τάξη. Η Ελλάδα έχοντας μακρά εμπειρία από απειλές στα σύνορά της και βιώνοντας την επεκτατική και αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας, καταδίκασε αμέσως τις επιθετικές ενέργειες της Ρωσίας που αντιτίθενται στην εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία ενός ανεξάρτητου κράτους και έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια της ζωής χιλιάδων αθώων ανθρώπων.</p>
<p>Η Ελλάδα, ανταποκρινόμενη στο αίτημα της Ουκρανίας, σε συνεννόηση με τους Συμμάχους της στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, και επιδεικνύοντας έμπρακτη αλληλεγγύη προς τον ουκρανικό λαό, παρείχε  σημαντική ανθρωπιστική βοήθεια αποτελούμενη από ιατρικές προμήθειες, υλικά αλλά και στρατιωτικό εξοπλισμό μη επιχειρησιακά αναγκαίο για τις Ένοπλες Δυνάμεις και την Ασφάλεια της Χώρας.</p>
<p>Αν και της ζητήθηκε, δεν έδωσε τανκς, δεν έδωσε αεροπλάνα F16, αλλά ούτε και αντιαεροπορικά συστήματα. Ο ελάχιστος στρατιωτικός εξοπλισμός που έδωσε είναι μη αναγκαίος και η απόσυρση και  καταστροφή του από τις ένοπλες δυνάμεις θα κόστιζε πολλά εκατομμύρια ευρώ.</p>
<p>Τέλος, θα πρέπει να γίνει κατανοητό από τους πάντες, ότι αν επιτύχει η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και νομιμοποιηθεί η βίαιη πρακτική της στη διεθνή κοινότητα, τότε θα μιλάμε για την εδραίωση της επιβολής του δικαίου του ισχυρού. Κάθε χώρα που θα θεωρεί ότι έχει τη δύναμη, θα εισβάλει σε μια άλλη χώρα για να την κατακτήσει και να επιβάλλει τους όρους της, καταλήγοντας σε μια διεθνή κοινότητα «Ζούγκλας».</p>
<p>Η Ελλάδα σε μια τέτοια περίπτωση, είναι πολύ πιθανό να δεχτεί επίθεση από την Τουρκία, η οποία είναι αναθεωρητική δύναμη, ενεργεί απειλητικά προς την Ελλάδα, επιθυμεί να αλλάξει το νομικό καθεστώς στο Αιγαίο και να επανασυστήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία.</p>
<p>Αν η Ελλάδα είχε πάρει θέση υπέρ της εισβολής της Ρωσίας που είναι αντίθετη στους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και νομιμοποιήσει την αλλαγή συνόρων με βία, πως θα καταδικάσει μια πιθανή εισβολή της Τουρκίας στην Ελλάδα και θα ζητήσει στήριξη από τη Διεθνή Κοινότητα;</p>
<p>Επίσης, μια τέτοια στάση θα εξέθετε την Ελλάδα διεθνώς, διότι όταν καταγγέλλεις την παράνομη εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο και υπερασπίζεσαι τη διεθνή νομιμότητα, δεν μπορείς ταυτόχρονα να στηρίζεις έναν άλλο εισβολέα.</p>
<p>Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας δεν ασκείται «α λα κάρτ», αλλά χαρακτηρίζεται από τη συνεπή στάση της υπέρ της διεθνούς νομιμότητας και κατά κάθε επιθετικής ενέργειας, ανεξαρτήτως ποιος τη διαπράττει.</p>
<p>Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, στόχος της Ελλάδας είναι η δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη, με άμεση εκεχειρία, ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία, καθώς και ενεργό συμμετοχή στην ανοικοδόμησή της.</p>
<p>Και προς απάντηση όσων ενδεχομένως προβάλουν το επιχείρημα, ότι η Ελλάδα εφαρμόζει «δύο μέτρα και δύο σταθμά», στηρίζοντας το Ισραήλ ενώ καταδικάζει τη Ρωσία, οφείλω να τονίσω ότι η σύγκριση είναι ατυχής και αβάσιμη.</p>
<p>Η εισβολή στην Ουκρανία συνιστά κατάφωρη παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας ανεξάρτητου κράτους και ευθεία ανατροπή του διεθνούς δικαίου, ενώ στην περίπτωση του Ισραήλ πρόκειται για αντιτρομοκρατική εκστρατεία, η οποία αν και συνοδεύεται από ενέργειες που προκαλούν διεθνή ανησυχία, αποτελεί νομικά διαφορετική κατάσταση.</p>
<p>Η στάση της Ελλάδας απέναντι στο Ισραήλ αφορά κυρίως αμυντική συνεργασία και δεν αναιρεί την πάγια θέση της υπέρ της λύσης δύο κρατών και της προστασίας των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων. Συνεπώς, η στάση της Ελλάδας στο Ουκρανικό δεν είναι επιλεκτική, αλλά θεμελιώνεται σε αρχές που θα ίσχυαν έναντι οποιουδήποτε παραβίαζε τη διεθνή νομιμότητα.</p>
<p>Εν κατακλείδι, μπροστά σε αυτή την πολυσχιδή απειλή, η Ελλάδα οφείλει να μην παραμείνει παθητική και αδρανής, αλλά να ενισχύσει άμεσα την ανθεκτικότητά της σε κάθε επίπεδο απέναντι σε κάθε προσπάθεια εξωτερικής επιρροής. Η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε κυβερνητικές δηλώσεις ή διαψεύσεις, αλλά απαιτεί συνολική στρατηγική εθνικής ασφάλειας που συνδυάζει ενημέρωση της κοινής γνώμης, καλλιέργεια κριτικής σκέψης απέναντι στην παραπληροφόρηση και μηχανισμούς ταχείας αντίδρασης σε πληροφοριακές επιθέσεις.</p>
<p>Η θωράκιση της κοινωνίας, η ενίσχυση της στρατηγικής επικοινωνίας του κράτους και η στενή συνεργασία με τους ευρωατλαντικούς εταίρους αποτελούν κρίσιμους πυλώνες για την αποτροπή της ρωσικής επιρροής. Η Ελλάδα οφείλει να προωθήσει μια ολιστική προσέγγιση, που συνδυάζει θεσμική εγρήγορση, ενημέρωση των πολιτών και συλλογική στρατηγική συνείδηση, ώστε να διασφαλίσει τον σταθερό προσανατολισμό της στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, να προστατεύσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα και να ενδυναμώσει την κοινωνική της συνοχή απέναντι σε κάθε προσπάθεια χειραγώγησης.</p>
<p>Συνεπώς, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι στην παραπληροφόρηση δεν είναι μόνο ζήτημα ασφάλειας, αλλά και ζήτημα θεσμικής και εθνικής ευθύνης.</p>
<p><em>* Ο  Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος είναι Πολιτικός Επιστήμονας και Διεθνολόγος, πρώην Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης  Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ) του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ) / konmpalo@gmail.com</em></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/01/konstantinos-p.-mpalomenos.jpg?fit=702%2C604&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/01/konstantinos-p.-mpalomenos.jpg?fit=702%2C604&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Η παραβίαση των πολωνικών συνόρων από ρωσικά drones και τα διδάγματα για την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/i-paraviasi-ton-polonikon-synoron-apo/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[stzaferis]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 18 Sep 2025 05:30:11 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinion]]></category>
		<category><![CDATA[Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=196958</guid>

					<description><![CDATA[Η πρόσφατη παραβίαση των πολωνικών συνόρων από ρωσικά drones στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου 2025, αναδεικνύει την εντεινόμενη χρήση υβριδικών τακτικών από τη Ρωσία εναντίον των αντιπάλων της. Το επεισόδιο αυτό συνιστά σημείο καμπής για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, καθώς προειδοποιεί ότι οι παραδοσιακές μέθοδοι αποτροπής δεν επαρκούν. Η νέα πραγματικότητα απαιτεί άμεση επανεξέταση πολιτικών, τεχνολογικών [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η πρόσφατη παραβίαση των πολωνικών συνόρων από ρωσικά drones στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου 2025, αναδεικνύει την εντεινόμενη χρήση υβριδικών τακτικών από τη Ρωσία εναντίον των αντιπάλων της.</p>
<p>Το επεισόδιο αυτό συνιστά σημείο καμπής για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, καθώς προειδοποιεί ότι οι παραδοσιακές μέθοδοι αποτροπής δεν επαρκούν. Η νέα πραγματικότητα απαιτεί άμεση επανεξέταση πολιτικών, τεχνολογικών και θεσμικών μέτρων.</p>
<p><strong>Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος*</strong></p>
<p>Παράλληλα, φέρνει στο φως τις ραγδαίες αλλαγές στο σύγχρονο επιχειρησιακό περιβάλλον, όπου η τεχνολογία και οι υβριδικές τακτικές διαμορφώνουν νέες προκλήσεις για την εθνική άμυνα και ασφάλεια, καθορίζοντας ταυτόχρονα την ικανότητα αποτροπής και αντίδρασης.</p>
<p>Ειδικότερα, οι ρωσικές επιχειρήσεις «probing» (δοκιμαστικές επιχειρήσεις που αποσκοπούν στην αξιολόγηση των ορίων, των αντιδράσεων και της αποφασιστικότητας του αντιπάλου χωρίς άμεση κλιμάκωση σε σύγκρουση), απειλούν το περιβάλλον συλλογικής ασφάλειας της Ευρώπης και αναδεικνύουν την ανάγκη  επανεξέτασης των μηχανισμών αποτροπής και συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών της Συμμαχίας.</p>
<p>Συγκεκριμένα, η Ρωσία φαίνεται να ακολουθεί ένα προκαθορισμένο τρόπο δράσης (modus operandi) αξιοποιώντας μέσα χαμηλού κόστους, αλλά υψηλού πολιτικού αποτυπώματος για να δοκιμάσει τα όρια, την αποφασιστικότητα και τη συνοχή των κρατών μελών του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε.</p>
<p>Παράλληλα, τρίτες χώρες, όπως η Λευκορωσία, που της παρέχουν υλικοτεχνική ή γεωγραφική υποδομή, πολλαπλασιάζουν την πολυπλοκότητα της αντίδρασης.</p>
<p>Υπό το πλαίσιο αυτό, οι οργανισμοί συλλογικής ασφάλειας (ΝΑΤΟ, Ε.Ε., Ο.Η.Ε.) κινούνται γρήγορα σε διαδικασίες συμβουλευτικές και καταδίκης, αλλά η μετάβαση σε κοινές επιχειρήσεις απαιτεί σαφή πολιτική συναίνεση και πλήρη νομική τεκμηρίωση.</p>
<p>Με άλλα λόγια, η Ρωσία επιδιώκει να επιβάλει πολιτικό και πρακτικό κόστος για τους αντιπάλους της, χωρίς να επιδιώκει αποκλειστικά στρατιωτική νίκη.Προσπαθεί να αναγκάσει την Ευρώπη να επιλέξει μεταξύ υψηλού κόστους αποτροπής και μιας νέας, λιγότερο ασφαλούς«κανονικότητας».</p>
<p>Επιπλέον, η ενεργοποίηση από την Πολωνία της διαδικασίας διαβουλεύσεων του ΝΑΤΟ (Άρθρο 4) δημιουργεί νέα δεδομένα στο πλαίσιο συλλογικής ασφάλειας, υπογραμμίζοντας τόσο τη σημασία των θεσμικών μηχανισμών για την αντιμετώπιση υβριδικών απειλών όσο και τα όρια της ταχύτητας και της αποτελεσματικότητας της συλλογικής αντίδρασης.</p>
<p>Παράλληλα, η άμεση εμπλοκή συμμαχικών δυνάμεων, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία που σε συνεργασία με τις Πολωνικές ένοπλες δυνάμεις κατέρριψαν τα ρωσικά drones, αναδεικνύει την πρακτική διάσταση της συλλογικής αποτροπής και τη δυνατότητα συντονισμένης αντίδρασης σε πραγματικό χρόνο.</p>
<p>Το γεγονός, ότι είναι η πρώτη φορά που αεροσκάφη του ΝΑΤΟ αντιμετώπισαν πιθανή απειλή σε συμμαχικό εναέριο χώρο, αναδεικνύει την ανάγκη συνεχούς ετοιμότητας και άμεσης επικοινωνίας μεταξύ των κρατών-μελών.</p>
<p>Συγκεκριμένα, τα αντιαεροπορικά συστήματα Patriot της Συμμαχίας εντόπισαν τα drones μέσω των ραντάρ τους, χωρίς όμως να εμπλακούν ενεργά.</p>
<p>Επίσης, στη νυχτερινή επιχείρηση συμμετείχανπολωνικά F-16, ολλανδικά F-35, ιταλικά αεροσκάφη επιτήρησης AWACS και αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού υπό κοινή διαχείριση του ΝΑΤΟ, υπογραμμίζοντας τόσο τον τεχνολογικό όσο και τον επιχειρησιακό συντονισμό που απαιτείται για την προστασία του εναερίου χώρου των συμμάχων και τη συλλογική αποτροπή.</p>
<p>Υπό το πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα, ως χώρα με σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον και ευαίσθητα σύνορα, καλείται να αντλήσει διδάγματα από την εμπειρία της Πολωνίας.</p>
<p>Συγκεκριμένα, παρά τις σαφείς διαφορές (η Πολωνία αντιμετωπίζει τη Ρωσική απειλή, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται στο Αιγαίο αντιμέτωπη με την Τουρκία),τα βασικά διδάγματα είναι συναφή και μπορούν να προσαρμοστούν και εφαρμοστούν αποτελεσματικά σε κάθε αντίστοιχη κρίση.</p>
<p>Η αρχή ότι η τεκμηρίωση, η συλλογή στοιχείων και η έγκαιρη ενεργοποίηση των διαδικασιών του ΝΑΤΟ επιτρέπουν ασφαλή και νομικά θεμελιωμένη δράση ισχύει ανεξαρτήτως θεάτρου επιχειρήσεων.</p>
<p>Συνεπώς, η πολωνική εμπειρία παρέχει ένα χρήσιμο πλαίσιο για τη διαμόρφωση προσαρμοσμένων Τυποποιημένων Διαδικασιών Λειτουργίας (SOP - Standard Operating Procedures) και κανόνων εμπλοκής, δίνοντας στην Ελλάδα τη δυνατότητα να ενεργεί με ασφάλεια, νομιμότητα και αποτελεσματικότητα, ενώ παράλληλα,περιορίζει τον κίνδυνο πρόκλησης θερμού επεισοδίου.</p>
<p>Η ενεργοποίηση του Άρθρου 4 του ΝΑΤΟ και η συντονισμένη αντίδραση των συμμαχικών δυνάμεων επιβεβαιώνουν τη σημασία της έγκαιρης προειδοποίησης, της νομικής τεκμηρίωσης και της δυνατότητας άμεσης συλλογικής αντίδρασης.</p>
<p>Για την Ελλάδα, αυτό αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της ετοιμότητας των ενόπλων δυνάμεων, την ανάπτυξη συνεργασιών και την προσαρμογή του αποτρεπτικού μηχανισμού της σε συνθήκες υβριδικών και τεχνολογικά προηγμένων απειλών.</p>
<p>Τέτοιου είδους περιστατικά έχουν πολλαπλές επιπτώσεις και εγείρουν κρίσιμα ερωτήματα. Αυτά αφορούν τη διεθνή νομιμότητα, τη στρατιωτική και επιχειρησιακή ετοιμότητα, καθώς και τις στρατηγικές αποφάσεις κάθε κράτους – μέλους της Συμμαχίας.</p>
<p>Ειδικότερα, εγείρονται ζητήματα διεθνούς νομιμότητας και εμπιστοσύνης σχετικά με το ποιος θα τεκμηριώσει την ευθύνη ενός επιθετικού δρώντα και μέσω ποιων διαδικασιών;</p>
<p>Η επαρκής τεχνική και νομική τεκμηρίωση ενός περιστατικού δεν αποτελεί μόνο επιχειρησιακή ανάγκη, αλλά και προϋπόθεση για πολιτική δράση και διεθνή νομιμοποίηση.</p>
<p>Επίσης, τέτοια επεισόδια οδηγούν σε αυξημένες αμυντικές δαπάνες και προσανατολίζουν τους Ευρωπαίους εταίρους προς κοινά συστήματα αεράμυνας και ανάπτυξης αντι-drone συστημάτων, με συνέπειες τόσο οικονομικές, καθώς και τεχνολογικές και επιχειρησιακές για κάθε κράτος-μέλος.</p>
<p>Στο πλαίσιο αυτό, η πρόταση που υποβλήθηκε τον Μάιο του 2024 στην πρόεδρο της Κομισιόν κα. Φον ντερ Λάϊεν, από τον Έλληνα Πρωθυπουργό κ. Κυριάκο Μητσοτάκη μαζί με τον Πολωνό Πρωθυπουργό, κ. Ντόναλντ Τούσκ, για τη δημιουργία μιας κοινής «ΑΣΠΙΔΑΣ» αεράμυνας της Ευρώπης με κοινοτική χρηματοδότηση, παραμένει επίκαιρη όσο ποτέ και δικαιώνει τους εμπνευστές της.</p>
<p>Επιπλέον, αυξάνεται ο κίνδυνος λανθασμένων αποφάσεων και ανάληψης ενεργειών που μπορούν άμεσα να μετατρέψουν μια διπλωματική κρίση σε θερμό επεισόδιο.</p>
<p>Για την Ελλάδα, η εμπειρία της Πολωνίας και η ενεργοποίηση του Άρθρου 4 του ΝΑΤΟ προσφέρουν επίσης, πολύτιμα διδάγματα σε πρακτικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα πρέπει να ακολουθήσει δύο παράλληλες γραμμές δράσης:</p>
<p>1.Ενεργή συμμετοχή στις διπλωματικές πρωτοβουλίες της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, με σαφή στήριξη των θεσμών, συμμετοχή σε μηχανισμούς τεχνικής τεκμηρίωσης και υποστήριξη στοχευμένων κυρώσεων με βάση αποδεδειγμένα στοιχεία και</p>
<p>2.Ενίσχυση της εσωτερικής ανθεκτικότητας, με αναβάθμιση των αντι-drone ικανοτήτων των ενόπλων δυνάμεων, την ενίσχυση radarnetworks και τη διασύνδεσή τους με συστήματα earlywarning, την ενίσχυση της κυβερνο-ασφάλειας και την προστασία κρίσιμων υποδομών, καθώς και τη σύσταση διυπουργικής ομάδας κρίσης(με συμμετοχή των Υπουργείων Εξωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Προστασίας του Πολίτη, Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, ΕΥΠ κ.λπ.), που θα εξασφαλίσει συνεχή συντονισμό και ταχεία λήψη αποφάσεων. Το μοντέλο αυτό, θα λειτουργεί στη λογική της Ολιστικής Προσέγγισης (Whole of GovernmentApproach) και θα συνδυάζει αποτελεσματική διπλωματία, στρατιωτική ετοιμότητα και εθνική ανθεκτικότητα, ώστε η Ελλάδα να παραμείνει ευέλικτη, προσαρμοστική, αποφασιστική και ικανή να προστατεύσει τα συμφέροντά της  υποστηρίζοντας ταυτόχρονα, τη συλλογική ασφάλεια.</p>
<p>Εν κατακλείδι, η αντίδραση της Πολωνίας κατά την παραβίαση των συνόρων της από ρωσικά drones και η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την πλευρά του ΝΑΤΟ και των κρατών μελών του, συνιστούν ένα σημαντικό «νομικό και επιχειρησιακό προηγούμενο». Το προηγούμενο αυτό μπορεί να αξιοποιηθεί από την Ελλάδα, ως σημείο αναφοράς για την ενίσχυση της νομιμοποίησης και της τεκμηρίωσης των δικών της ενεργειών, σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης του εθνικού της εναέριου χώρου.</p>
<p>Σε ένα αντίστοιχο περιστατικό, όπως σε περίπτωση παραβίασης του ελληνικού εναέριου χώρου από τρίτα αεροσκάφη ή drones, η Ελλάδα θα διαθέτει τα απαραίτητα θεσμικά και νομικά εργαλεία για την προστασία της εθνικής της κυριαρχίας.</p>
<p>Ταυτόχρονα, η χώρα μπορεί να συντονιστεί με τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ για την κατάλληλη συλλογική αντίδραση, διασφαλίζοντας ότι κάθε ενέργειά της θα είναι νομικά τεκμηριωμένη, συντονισμένη και προσαρμοσμένη στις διεθνείς διαδικασίες.</p>
<p>Το πλαίσιο αυτό, παρέχει ασφάλεια και νομιμοποίηση στη λήψη αποφάσεων, χωρίς να δεσμεύει προκαταβολικά σε συγκεκριμένες ενέργειες ή στρατιωτικά μέτρα.</p>
<p>Το προηγούμενο δε, της Τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας, όπου στις 24 Νοεμβρίου 2015 κατέρριψε ένα ρωσικό βομβαρδιστικό τύπου Sukhoi Su-24M που επιχειρούσε κατά Σύριων Τουρκμένων ανταρτών στη βόρεια Συρία, με την αιτιολογία της προσωρινής παραβίασης του εναέριου χώρου της Τουρκίας, προσφέρει ένα χρήσιμο ιστορικό πλαίσιο για την αξιολόγηση αντίστοιχων περιστατικών.</p>
<p>Υπό αυτή τη λογική, η Ελλάδα προσεγγίζει το δικαίωμα αυτοάμυνας μέσα από διαδικασίες έγκρισης και συντονισμού με τους αρμόδιους θεσμούς, ώστε κάθε ενέργειά της να είναι νομικά τεκμηριωμένη και εναρμονισμένη με τα διεθνή πρότυπα. Το δικαίωμα αυτό ενεργοποιείται στο πλαίσιο θεσμικών διαδικασιών και συλλογικού συντονισμού, χωρίς να συνεπάγεται αυτοματισμό σε οποιαδήποτε περίπτωση.</p>
<p>Υπό το πρίσμα αυτό, η ενδεχόμενη νομιμοποίηση οποιασδήποτε δράσης της Ελλάδας, βασίζεται σε τρεις βασικούς άξονες:</p>
<p>1. Έγκυρη τεκμηρίωση: καταγραφή radartracks (συστηματική καταγραφή και αποθήκευση των δεδομένων που συλλέγονται από ένα ραντάρ σχετικά με την κίνηση ενός στόχου στον εναέριο χώρο), ISR (Intelligence, Surveillance and Reconnaissance) /AWACS (Airborne Warning and Control System) δεδομένων, δορυφορικές εικόνες, τεκμηριωμένη συλλογή στοιχείων και όπου επιτρέπεται καταγραφή επικοινωνιών.</p>
<p>2. Συντονισμένη κοινοποίηση: διαβίβαση στοιχείων στους συμμάχους, ώστε οι ενέργειες αντίδρασης να υποστηρίζεται διεθνώς και να ενισχύεται η συλλογική ασφάλεια.</p>
<p>3. Σαφείς κανόνες εμπλοκής (ROE - Rules of Engagement): καθορισμός σταδιακής κλιμάκωσης από προειδοποίηση έως, αν χρειαστεί, χρήση αναλογικής δύναμης, πάντα εντός του πλαισίου διεθνών διαδικασιών.</p>
<p>Η υιοθέτηση αυτών των διαδικασιών παρέχει στην Ελλάδα ένα θεσμικά και νομικά τεκμηριωμένο πλαίσιο για την αξιολόγηση και διαχείριση περιστατικών παραβίασης του εναέριου χώρου της.Παράλληλα, συμβάλλει στη μείωση του πολιτικού, διπλωματικού και νομικού ρίσκου και ενισχύει την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας, χωρίς να την δεσμεύει σε συγκεκριμένες ενέργειες.</p>
<p>Συμπερασματικά, η Ελλάδα διαθέτει πλέον ένα σαφές και τεκμηριωμένο πλαίσιο για την αξιολόγηση και διαχείριση περιστατικών παραβίασης του εναέριου χώρου της.</p>
<p>Συνεπώς, η προδραστική προετοιμασία, η διεθνώς αποδεκτή τεκμηρίωση και η συμμαχική συνεργασία αποτελούν τα πιο αποτελεσματικά μέσα για την αποφυγή μονομερών πρωτοβουλιών και την ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας, διασφαλίζοντας παράλληλα, τη νομιμότητα και σταθερότητα στην περιοχή του Αιγαίου και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.</p>
<p>* Ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος είναι πολιτικός επιστήμονας – Διεθνολόγος, Πρώην Γενικός Διευθυντής - Γενικής Διεύθυνσης Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ)  Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ)</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/01/konstantinos-p.-mpalomenos.jpg?fit=702%2C604&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/01/konstantinos-p.-mpalomenos.jpg?fit=702%2C604&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Η Ελλάδα απέναντι στην πρόκληση της Λιβυκής Ρηματικής Διακοίνωσης: Ώρα για Στρατηγική Αντεπίθεση</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/i-ellada-apenanti-stin-proklisi-tis-li/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[panos12]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 24 Jul 2025 15:30:57 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinion]]></category>
		<category><![CDATA[Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=193584</guid>

					<description><![CDATA[Η μονομερής ρηματική διακοίνωση της Λιβύης προς τον ΟΗΕ (27 Μαΐου 2025), αμφισβητεί ευθέως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, ενισχύοντας τη στρατηγική του Τουρκο-Λιβυκού Μνημονίου και τους σχεδιασμούς της Άγκυρας για έλεγχο της περιοχής. Η παρέμβαση αυτή, σχετίζεται άμεσα με σημαντικές ελληνικές πρωτοβουλίες που πιέζουν τα τετελεσμένα της Άγκυρας, όπως η ανακήρυξη [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η μονομερής ρηματική διακοίνωση της Λιβύης προς τον ΟΗΕ (27 Μαΐου 2025), αμφισβητεί ευθέως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, ενισχύοντας τη στρατηγική του Τουρκο-Λιβυκού Μνημονίου και τους σχεδιασμούς της Άγκυρας για έλεγχο της περιοχής.</p>
<p>Η παρέμβαση αυτή, σχετίζεται άμεσα με σημαντικές ελληνικές πρωτοβουλίες που πιέζουν τα τετελεσμένα της Άγκυρας, όπως η ανακήρυξη του Εθνικού Χωροταξικού Σχεδιασμού, η ανακοίνωση θαλάσσιων πάρκων σε περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας, η παρεμπόδιση της συμμετοχής της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Άμυνα και η γενικότερη ενεργειακή της πολιτική.</p>
<p>Του <strong>Δρ. Κωνσταντίνου Π. Μπαλωμένου</strong></p>
<p>Για παράδειγμα, η ανακοίνωση διεθνούς διαγωνισμού για την εξερεύνηση και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης, με τη συμμετοχή της Chevron, λογικό είναι να εγείρει Τουρκικές αντιδράσεις που αποσκοπούν στην παρεμπόδιση των ελληνικών ενεργειακών σχεδιασμών.</p>
<p>Υπό αυτό το πλαίσιο, αξίζει να αναλυθεί η ρηματική διακοίνωση της Λιβύης, ώστε να αποκαλυφθούν οι νομικές ακροβασίες και αντιφάσεις στις οποίες προβαίνει η Τρίπολη. Συγκεκριμένα θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής:</p>
<p>1. Η ρηματική διακοίνωση υπογράφεται από την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (GNU) της Τρίπολης. Παρά το γεγονός ότι αυτή η κυβέρνηση αναγνωρίστηκε το 2021 από τον ΟΗΕ ως προσωρινή διοίκηση για τη διεξαγωγή εκλογών, η εντολή της έχει λήξει χωρίς ποτέ να έχουν πραγματοποιηθεί εκλογές. Επιπλέον, η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης στην Ανατολική Λιβύη, η μόνη αιρετή αρχή της χώρας, έχει αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την κυβέρνηση της Τρίπολης, την οποία θεωρεί πολιτικά έκπτωτη και θεσμικά έκνομη. Η κυβέρνηση της Τρίπολης, όμως, εξακολουθεί να ελέγχει τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Λιβύης στον ΟΗΕ, εκμεταλλευόμενη την τυπική αναγνώριση του οργανισμού, προκειμένου να παράγει διεθνώς νομικά και διπλωματικά τετελεσμένα. Από την άποψη του Διεθνούς Δικαίου, η εν λόγω ρηματική διακοίνωση στερείται ουσιαστικής νομιμοποίησης, καθώς:</p>
<p>a. Δεν εκφράζει τη βούληση του συνόλου της Λιβύης, αλλά μιας πολιτικά μεροληπτικής και θεσμικά αμφισβητούμενης διοίκησης.</p>
<p>b. Είναι σε αντίθεση με τις δηλώσεις και θέσεις των θεσμικών φορέων της Ανατολικής Λιβύης, οι οποίοι έχουν χαρακτηρίσει το Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο άκυρο.</p>
<p>c. Αποτελεί ευθεία εργαλειοποίηση του ΟΗΕ για την προώθηση μονομερών, επεκτατικών σχεδιασμών εις βάρος της ελληνικής κυριαρχίας και του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας (UNCLOS).</p>
<p>2. Η ρηματική διακοίνωση της Λιβύης, επικαλείται το Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο του 2019. Όπως έχω επισημάνει σε εκτενής ανάλυσή μου σε προηγούμενο άρθρο μου με τίτλο: «Η ΕΛΛΗΝΟ-ΛΙΒΥΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ: ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ», το εν λόγω μνημόνιο είναι άκυρο. Επιπλέον, η Ρηματική Διακοίνωση αναφέρει, ότι το Μνημόνιο Κατανόησης έχει καταχωρισθεί στη Γραμματεία του ΟΗΕ σύμφωνα με το Άρθρο 102 του Καταστατικού Χάρτη και συνιστά δίκαιη λύση βάσει του διεθνούς δικαίου». Η επίκληση αυτή, είναι παραπλανητική, διότι το Άρθρο 102 απαιτεί απλώς καταχώριση διεθνών συμφωνιών για λόγους διαφάνειας (βλέπε: https://www.un.org/en/about-us/un-charter/full-text ). Η καταχώριση δεν συνιστά αναγνώριση ούτε νομιμοποίηση της συμφωνίας από τον ΟΗΕ. Άρα, το επιχείρημα της «καταχώρισης» δεν καθιστά το μνημόνιο έγκυρο ή δεσμευτικό για τρίτους. Με την εν λόγω θέση συμφωνούν και ο Βρετανός διπλωμάτης και ειδικός στο Διεθνές Δίκαιο Anthony Aust (βλέπε: Anthony Aust, Modern Treaty Law and Practice, 3rd ed., Cambridge: Cambridge University Press, 2013, p.p. 204–206.), αλλά και ο Βρετανός Νομικός - Ακαδημαϊκός Malcolm Shaw (βλέπε: Malcolm N. Shaw, International Law, 9th ed., Cambridge: Cambridge University Press, 2021, p. 920).</p>
<p>Η αναφορά επίσης, ότι «συνιστά δίκαιη λύση βάσει του διεθνούς δικαίου» αποτελεί μια αυθαίρετη και νομικά αστήρικτη δήλωση, αφού το Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο αγνοεί εντελώς την ύπαρξη ελληνικών νησιών, ιδίως της Κρήτης, της Καρπάθου, της Ρόδου και της Κάσου, παραβιάζοντας το άρθρο 121 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), που αναφέρει, ότι τα νησιά, κατά κανόνα, έχουν πλήρη δικαιώματα σε Αιγιαλίτιδα Ζώνη, ΑΟΖ και Υφαλοκρηπίδα, όπως και κάθε άλλη χερσαία επικράτεια (Βλέπε: https://www.un.org/depts/los/convention_agreements/texts/unclos/unclos_e.pdf ). Επίσης, τόσο η Λιβύη όσο και η Τουρκία, με τις πρόσφατες θέσεις τους όπως αυτές αποτυπώνονται στο Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο, αγνοούν πλήρως τη διεθνή νομολογία, συμπεριλαμβανομένων αποφάσεων του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ICJ) και του Διεθνούς Δικαστηρίου για το Δίκαιο της Θάλασσας (ITLOS). Ενδεικτικές είναι οι υποθέσεις Ρουμανία κατά Ουκρανίας (2009), (Βλέπε: https://www.icj-cij.org/case/132 ) και Νικαράγουα κατά Κολομβίας (2012), (Βλέπε: https://www.icj-cij.org/case/124 ), οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι κατοικημένα νησιά με οικονομική ζωή δεν μπορούν να αγνοούνται ή να τυγχάνουν μειωμένης επήρειας, ιδίως όταν συγκροτούν ενιαία παράκτια γεωγραφική διαμόρφωση, όπως συμβαίνει με το ελληνικό νησιωτικό τόξο.</p>
<p>3. Οι ισχυρισμοί της Λιβύης επίσης, περί ανυπόστατης Ελληνο-Αιγυπτιακής συμφωνίας και έλλειψης κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας και Αιγύπτου στις θαλάσσιες περιοχές που οριοθετήθηκαν μεταξύ Λιβύης και Τουρκίας είναι νομικά αβάσιμοι και αντιβαίνουν στις προβλέψεις της UNCLOS και του εθιμικού διεθνούς δικαίου. Συγκεκριμένα:</p>
<p>a. Η παραπάνω αναφορά είναι παραπλανητική και σε αντίθεση με το εθιμικό και συμβατικό διεθνές δίκαιο της θάλασσας. Τόσο η Ελλάδα όσο και η Αίγυπτος διαθέτουν σαφή και θεμελιωμένα κυριαρχικά δικαιώματα στις θαλάσσιες περιοχές που παρανόμως οριοθέτησαν η Τουρκία και η Λιβύη. Το Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο αγνοεί πλήρως την ύπαρξη μεγάλων κατοικήσιμων ελληνικών νησιών (Κρήτη, Κάσος, Κάρπαθος, Ρόδος), τα οποία διακόπτουν τη δήθεν κοινή θαλάσσια «γειτνίαση» μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης. Σύμφωνα με το Άρθρο 121 παρ. 2 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), τα κατοικήσιμα νησιά έχουν πλήρη δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, όπως και τα ηπειρωτικά εδάφη. Η διαγραφή της επήρειάς τους αποτελεί κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου (Βλέπε: https://www.un.org/depts/los/convention_agreements/texts/unclos/unclos_e.pdf ).  Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση Λιβυκή Αραβική Τζαμαχιρία κατά Μάλτας (1985) , όπου το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, θεώρησε αυτονόητο ότι τα νησιωτικά κράτη, όπως η Μάλτα, διαθέτουν υφαλοκρηπίδα και δικαιώματα θαλάσσιας οριοθέτησης, απορρίπτοντας την απόπειρα της Λιβύης να θεμελιώσει την επιχειρηματολογία της αποκλειστικά σε γεωλογικά κριτήρια. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε επίσης, ότι ακόμη και όταν υπάρχει σημαντική διαφορά ακτογραμμών, τα νησιωτικά εδάφη διαθέτουν επήρεια, η οποία μπορεί να προσαρμόζεται, ανάλογα με τις σχετικές περιστάσεις (π.χ. το μέγεθος και τη γεωγραφική τους θέση), αλλά όχι να μηδενίζεται. Η νομολογία αυτή καθιστά σαφές, ότι η Λιβύη δεν μπορεί να αγνοεί τα ελληνικά νησιά (Κρήτη, Κάσος, Κάρπαθος, Ρόδος) στον καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών, όπως ακριβώς δεν μπόρεσε να το πράξει ούτε στην περίπτωση της Μάλτα (Βλέπε: https://www.icj-cij.org/case/68 ).</p>
<p>Επίσης, παρότι η Τουρκία και η Λιβύη (η οποία υπέγραψε τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας το 1984 αλλά ουδέποτε την επικύρωσε), δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στην UNCLOS, δεν μπορούν να αγνοούν εθιμικούς κανόνες που αυτή ενσωματώνει όπως τις διατάξεις που αφορούν τα δικαιώματα των νησιών σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, την αρχή της μέσης γραμμής ως αφετηρία οροθέτησης  και τη δυνατότητα διμερούς συμφωνίας. Οι διατάξεις αυτές έχουν εθιμική ισχύ και δεσμεύουν όλα τα κράτη, ακόμη και εκείνα που δεν έχουν κυρώσει τη Σύμβαση (βλ. International Court of Justice, North Sea Continental Shelf Cases, Judgment, ICJ Reports 1969, pp. 3, paras. 63–81 στο https://www.icj-cij.org/case/52  καθώς και UNCLOS Part V – Exclusive Economic Zone στο https://www.un.org/depts/los/convention_agreements/texts/unclos/part5.htm  και Part VI – Continental Shelf στο https://www.un.org/depts/los/convention_agreements/texts/unclos/part6.htm , United Nations Division for Ocean Affairs and the Law of the Sea).</p>
<p>Επιπλέον, η παράνομη Τουρκο-Λιβυκή οριοθέτηση δεν μπορεί να ακυρώσει την προγενέστερη συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, που συνάδει με το διεθνές δίκαιο (Βλέπε απόσπασμα από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ICJ) — Maritime Delimitation in the Mediterranean Sea (Libya v. Malta), 3 Ιουνίου 1985,  https://www.icj-cij.org/en/case/68 ). Επιπρόσθετα, η  Ελληνο-Αιγυπτιακή Συμφωνία για την οριοθέτηση ΑΟΖ έχει συναφθεί μεταξύ δύο παράκτιων κρατών με γειτονικές θαλάσσιες ζώνες και αποτελεί διμερή διεθνή συνθήκη, σύμφωνη με το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), κυρωμένη από τα δύο κοινοβούλια και κατατεθειμένη στα Ηνωμένα Έθνη. Η Λιβύη ως μη συμβαλλόμενο μέρος δεν δικαιούται να αμφισβητεί ή να παρεμβαίνει στην εν λόγω Συμφωνία βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης της Βιέννης (Βλέπε: Άρθρο 34 της Vienna Convention on the Law of Treaties (1969), https://legal.un.org/ilc/texts/instruments/english/conventions/1_1_1969.pdf ). Τέλος, οι Ελληνικές άδειες εξερεύνησης υδρογονανθράκων και οι Ζώνες Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού (MSP) που υιοθετήθηκαν τον Απρίλιο του 2025 εντάσσονται στα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και ασκούνται σε περιοχές σαφώς εντός της δικαιοδοσίας της.</p>
<p>4. Ο ισχυρισμός επίσης, ότι ορισμένες περιοχές του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού (ΘΧΣ) της Ελλάδας παραβιάζουν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Λιβύης δεν έχει νομική βάση. Ο ΘΧΣ δεν συνιστά διεθνή συμφωνία ή μονομερή οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών που παράγει δεσμευτικά δικαιώματα έναντι τρίτων κρατών. Βασίζεται στην Οδηγία 2014/89 της Ε.Ε. για τη Θαλάσσια Χωροταξία και αποτελεί εθνικό εργαλείο εφαρμογής δημόσιας πολιτικής ρυθμίζοντας θέματα χρήσης και προστασίας του θαλάσσιου χώρου και δεν συνιστά οριοθέτηση. Συνεπώς, δεν απαιτείται να λαμβάνει υπόψη «απόψεις τρίτων», ιδίως όταν δεν υφίσταται νομική βάση θαλάσσιας διεκδίκησης από αυτά τα κράτη στην περιοχή.</p>
<p>5. Η επισήμανση επίσης, ότι η Ελλάδα ανακήρυξε μονομερώς Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) στο Ιόνιο Πέλαγος, η οποία επεκτείνεται εντός της Λιβυκής υφαλοκρηπίδας και παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα της Λιβύης είναι εξωπραγματική και στερείται κάθε νομικής βάσης. Συγκεκριμένα:</p>
<p>a. Η ΑΟΖ στο Ιόνιο Πέλαγος δεν συνορεύει με τη Λιβύη. Το Ιόνιο εκτείνεται δυτικά της Ελλάδας, ενώ η Λιβύη βρίσκεται νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου.</p>
<p>b. Η ανακήρυξη ΑΟΖ στο Ιόνιο έγινε εντός περιοχής χωρίς διακρατικές επικαλύψεις με τρίτα κράτη και σε εφαρμογή της Διμερούς Συμφωνίας Οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας–Ιταλίας (2020), η οποία στηρίζεται στην αρχή της μέσης γραμμής σύμφωνα με το άρθρο 74, παρ. 1 της UNCLOS  και δεν αφορά καμία περιοχή εγγύς της Λιβύης. Τέλος, σε αντίθεση με τα όσα ανεδαφικά αναφέρει το Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο, στη Διμερής Συμφωνία Οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας–Ιταλίας (2020), αναγνωρίστηκε εκ νέου η επήρεια όλων των νησιωτικών εδαφών σε όλες τις θαλάσσιες ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας.</p>
<p>Συνεπώς, η ανακήρυξη ΑΟΖ στο Ιόνιο Πέλαγος όχι μόνο δεν είναι μονομερής, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο διεθνούς συμφωνίας και δεν αφορά κατά κανένα τρόπο την περιοχή της Λιβύης.</p>
<p>6. Τέλος, η θέση που διατυπώνει η Λιβύη στη ρηματική διακοίνωση, ότι ο καθορισμός της μέσης γραμμής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη λιβυκή εσωτερική νομοθεσία, το κλείσιμο του Κόλπου της Σύρτης (όπου αποτελεί ιστορικό κόλπο υπό λιβυκή κυριαρχία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο), την αγνόηση των νησιών και το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο καθώς επίσης, η αναφορά σε ειρηνικά μέσα για την επίλυση διαφορών όπως ορίζονται στο Άρθρο 33 του ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένου του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης βάσει αμοιβαίας συμφωνίας, είναι ανυπόστατη και νομικά διάτρητη. Συγκεκριμένα:</p>
<p>a. Η εσωτερική νομοθεσία δεν υπερισχύει του Διεθνούς Δικαίου. Άρα, η επίκληση της λιβυκής νομοθεσίας (περί αλιευτικής ζώνης ή «κλεισίματος» του Κόλπου της Σύρτης) δεν δεσμεύει τρίτα κράτη και δεν μπορεί να αντικαταστήσει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας [Βλέπε: Άρθρο 27 – Σύμβαση Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969) https://legal.un.org/ilc/texts/instruments/english/conventions/1_1_1969.pdf ].</p>
<p>b. Η επίκληση της Λιβύης για τον «Κόλπο της Σύρτης» ως «ιστορικού κόλπου» δεν έχει ποτέ αναγνωριστεί διεθνώς και αντιβαίνει στα κριτήρια που έχουν τεθεί από τη διεθνή νομολογία και τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), (Βλέπε Άρθρο 10 UNCLOS  https://www.un.org/depts/los/convention_agreements/texts/unclos/unclos_e.pdf ). Επιπλέον, η Λιβύη υποπίπτει σε προφανή νομική αντίφαση, καθώς αναγνωρίζει την επήρεια της Σικελίας κατά την οριοθέτηση με την Ιταλία, ενώ την ίδια στιγμή αρνείται τα πλήρη δικαιώματα των ελληνικών νησιών (Κρήτη, Ρόδος, Κάσος, Κάρπαθος), κατά κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 121 της UNCLOS και της σχετικής νομολογίας του Διεθνούς Δικαστηρίου.</p>
<p>c. Η πρόθεση διαλόγου και ειρηνικής επίλυσης διαφορών, επικαλούμενη το άρθρο 33 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, προϋποθέτει την αμοιβαία συμφωνία των μερών για διαδικασία και πλαίσιο. Το να επικαλείσαι το άρθρο 33 όταν έχεις προβεί σε μονομερείς και αμφισβητούμενες ενέργειες (Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, αγνόηση της ύπαρξης δικαιωμάτων των νησιών, έκδοση μονομερών δηλώσεων περί θαλάσσιας κυριαρχίας),   είναι προσχηματικό και υποκριτικό, καθώς υπονομεύει τις θεμελιώδεις αρχές της καλής πίστης και της ειρηνικής επίλυσης διαφορών που το ίδιο το άρθρο 33 προϋποθέτει (βλέπε: https://www.un.org/en/about-us/un-charter/chapter-6 ).</p>
<p>Υπό αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα καλείται να απαντήσει με ψυχραιμία αλλά και αποφασιστικότητα. Δεν αρκεί μόνο η διπλωματική αντίκρουση, αλλά απαιτείται πολυεπίπεδη στρατηγική αντεπίθεσης, που θα συνδυάζει το διεθνές δίκαιο, τη διπλωματία, την ενεργειακή γεωστρατηγική και την αποτροπή, ώστε να προστατευθούν τα εθνικά συμφέροντα και να αποτραπεί η εμπέδωση τετελεσμένων. Ειδικότερα απαιτείται:</p>
<p>1. Κατάθεση αντί-ρηματικής διακοίνωσης στον ΟΗΕ με πλήρη απόρριψη των λιβυκών αιτιάσεων και νομική τεκμηρίωση βάσει UNCLOS. Παράλληλα, η προσφυγή της Ελλάδας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ με θεματική συνεδρίαση για την UNCLOS, μπορούν να ακυρώσουν θεσμικά το αφήγημα του Τουρκο-Λιβυκού Μνημονίου.</p>
<p>2. Διαβίβαση υπομνήματος στην Ε.Ε. και στα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, καταγγέλλοντας την παραβίαση του άρθρου 123 UNCLOS από τη Λιβύη, με εμφανή καθοδήγηση της Τουρκίας, στο πλαίσιο  εργαλειοποίησης της κατάστασης στη Μεσόγειο.</p>
<p>3. Διεκδίκηση κοινής ευρωπαϊκής δήλωσης υπεράσπισης του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας (όπως έγινε στην περίπτωση Τουρκίας το 2019 και 2020).</p>
<p>4. Η συγκρότηση διεπιστημονικής ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου και η θεσμική συνεργασία με διεθνώς αναγνωρισμένα Think Tanks και πανεπιστήμια μπορούν να ενισχύσουν θεσμικά τις ελληνικές θέσεις, να ενδυναμώσουν την παρουσία της χώρας στον διάλογο για το διεθνές δίκαιο και να στηρίξουν τη στρατηγική της διείσδυση στα διεθνή φόρα.</p>
<p>5. Συγκρότηση τετραμερούς πολιτικής ομάδας μεταξύ Ελλάδας, Γαλλίας, Αιγύπτου και Ιταλίας, για τη διαχείριση του λιβυκού ζητήματος και την εδραίωση της σταθερότητας και της ειρήνης στη Λιβύη.</p>
<p>6. Η εμβάθυνση της στρατηγικής σχέσης με Αίγυπτο και Κύπρο, μέσω κοινών διπλωματικών ενεργειών, στρατιωτικής και ενεργειακής συνεργασίας.</p>
<p>7. Η ενίσχυση της διπλωματικής παρουσίας και της πολιτικής επιρροής της Ελλάδας στην Ανατολική Λιβύη,  μέσα από την ανάπτυξη σταθερών σχέσεων εμπιστοσύνης με τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ και τις τοπικές διοικητικές αρχές της Βεγγάζης. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα θα μπορούσε να αναγνωρίσει τον ρόλο της Βεγγάζης ως εταίρου σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η μεταναστευτική διαχείριση, η θαλάσσια ασφάλεια και η καταπολέμηση της διασυνοριακής εγκληματικότητας. Παράλληλα, μπορεί να προσφερθεί τεχνική και θεσμική συνεργασία, όπως:</p>
<p>a. Εκπαίδευση στελεχών ασφαλείας και αξιωματικών της Ανατολικής Λιβύης σε ελληνικές στρατιωτικές σχολές (Σχολή Ευελπίδων, Σχολές Πολέμου κ.λπ),</p>
<p>b. Σύσταση διμερούς μηχανισμού ανταλλαγής πληροφοριών και διαβούλευσης σε θέματα ασφαλείας, με έμφαση στην τρομοκρατία, τη διακίνηση όπλων και ανθρώπων και</p>
<p>c. Ανάπτυξη πλαισίου συνεργασίας σε επιχειρησιακά ζητήματα παράκτιας αστυνόμευσης και θαλάσσιας επιτήρησης.</p>
<p>8. Η προληπτική διαχείριση των σχέσεων με την Ιταλία, τη Μάλτα και την Ισπανία συνιστά κρίσιμη συνιστώσα της ελληνικής στρατηγικής έναντι των εξελίξεων στη Λιβύη. Μέσω της εμβάθυνσης της ενεργειακής συνεργασίας, της ενίσχυσης του θεσμικού διαλόγου και της προώθησης κοινών θέσεων στο πλαίσιο της Ε.Ε., η Ελλάδα μπορεί να ενισχύσει την ευρωπαϊκή συνοχή και να προλάβει το ενδεχόμενο σύγκλισης των εν λόγω κρατών με την Τουρκία και τη Λιβύη.</p>
<p>9. Η εκπόνηση και υλοποίηση μιας στοχευμένης διεθνούς εκστρατείας δημόσιας διπλωματίας, αναδεικνύοντας τον επιθετικό χαρακτήρα της Τουρκο-Λιβυκής στρατηγικής και προβάλλοντας το ρόλο της Ελλάδας ως εγγυήτριας της διεθνούς νομιμότητας και της ευρωπαϊκής σταθερότητας στη Μεσόγειο.</p>
<p>Εν κατακλείδι, η απάντηση της Ελλάδας δεν μπορεί να είναι αμυντική.</p>
<p>Οφείλει να αντεπιτεθεί στρατηγικά και με θεσμική τεκμηρίωση, ώστε να απεγκλωβιστεί από τη διαχείριση τετελεσμένων. Η Ελλάδα πρέπει να μετατρέψει την πρόκληση σε ευκαιρία και να καθορίσει η ίδια, τις εξελίξεις.</p>
<p><em>* Ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, πρώην Γενικός Διευθυντής - Γενικής Διεύθυνσης Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ) του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ)</em> / konmpalo@gmail.com</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/01/konstantinos-p.-mpalomenos.jpg?fit=702%2C604&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/01/konstantinos-p.-mpalomenos.jpg?fit=702%2C604&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Η Ελληνο-Λιβυκή κρίση και ο ρόλος της Τουρκίας: Ανάγκη για μια στρατηγική επαναπροσέγγισης</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/i-ellino-livyki-krisi-kai-o-rolos-tis-to/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[panos12]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 09 Jul 2025 15:30:31 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinion]]></category>
		<category><![CDATA[Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=192811</guid>

					<description><![CDATA[Οι τελευταίες εξελίξεις, όπως η υπογραφή Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ της Εθνικής Εταιρείας Πετρελαίου της Λιβύης (NOC) και της τουρκικής ΤΡΑΟ για υπεράκτιες έρευνες — ως αντίδραση στη δημοσίευση από την Ε.Ε. της ελληνικής διεθνούς πρόσκλησης για έρευνες νότια της Κρήτης — σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες μεταναστευτικές ροές προς την Κρήτη και την έντονη διπλωματική [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Οι τελευταίες εξελίξεις, όπως η υπογραφή Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ της Εθνικής Εταιρείας Πετρελαίου της Λιβύης (NOC) και της τουρκικής ΤΡΑΟ για υπεράκτιες έρευνες — ως αντίδραση στη δημοσίευση από την Ε.Ε. της ελληνικής διεθνούς πρόσκλησης για έρευνες νότια της Κρήτης — σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες μεταναστευτικές ροές προς την Κρήτη και την έντονη διπλωματική κινητικότητα της Ελλάδας στην Ε.Ε., έχουν αναζωπυρώσει τη διπλωματική ένταση ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Λιβύη.</p>
<div class="inline-banner-left">
<div id="div-gpt-ad-1579788587345-0" data-google-query-id="CJLCysSGro4DFVap_QcdoIkNQA">
<div id="google_ads_iframe_/164355448/In-Article_0__container__"><strong style="font-size: 14px">Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος*</strong></div>
</div>
</div>
<p>Για να κατανοηθεί όμως το σημερινό αδιέξοδο, αξίζει να επισημανθεί, ότι πριν την πτώση του Καντάφι, η Ελλάδα είχε την ευκαιρία να συνάψει συμφωνία ΑΟΖ με τη Λιβύη, καθώς το 2010 υπήρξε θετικό κλίμα στις διμερείς διαβουλεύσεις. Ωστόσο, η συμφωνία δεν προχώρησε και η ευκαιρία χάθηκε.</p>
<div id="div-gpt-ad-1750758800663-0" class="banner" data-google-query-id="CK7aysSGro4DFairgwcdsUowow">
<div id="google_ads_iframe_/164355448/In-Article-2_0__container__"><span style="font-size: 14px">Λίγους μήνες αργότερα, η κατάσταση στη χώρα μεταβλήθηκε δραματικά: η Λιβύη, μετά την πτώση του καθεστώτος Καντάφι το 2011, εισήλθε σε μια παρατεταμένη περίοδο αστάθειας και σταδιακής κατάρρευσης των κρατικών δομών, καταλήγοντας να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτυχημένου κράτους (failed state).</span></div>
</div>
<p>Συγκεκριμένα, η χώρα έως σήμερα παρουσιάζει σοβαρή θεσμική διάβρωση, έλλειψη κεντρικού ελέγχου σε μεγάλο μέρος της επικράτειας και συνεχιζόμενες εμφύλιες συγκρούσεις. Στη σύγκρουση εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα διεθνείς δρώντες, όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Τουρκία, η Αίγυπτος, η Ιταλία, η Γαλλία και τα ΗΑΕ, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να αναζητά μια συνεκτική στρατηγική για τη Λιβύη.</p>
<div id="div-gpt-ad-1750758848488-0" class="banner" data-google-query-id="CJK2y8SGro4DFbv6EQgdk9wubw">
<div id="google_ads_iframe_/164355448/In-Article-3_0__container__"><span style="font-size: 14px">Από το 2014, η χώρα ουσιαστικά διχοτομήθηκε, με δύο ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας: την αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (GNA) στην Τρίπολη και τις δυνάμεις του Στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ στην Ανατολική Λιβύη.</span></div>
</div>
<p>Μέσα σε αυτό το σύνθετο και ταχέως εξελισσόμενο τοπίο, η Ελλάδα – παρά τα άμεσα γεωπολιτικά της συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο – παρέμεινε ουσιαστικά απούσα.</p>
<p>Από το 2011 έως το 2019, δεν αναπτύχθηκε καμία ουσιαστική στρατηγική εμπλοκής με τις αντιμαχόμενες πλευρές στη Λιβύη. Η ελληνική πρεσβεία στην Τρίπολη από το 2011 υπολειτουργούσε και τον Ιούλιο του 2014 έκλεισε οριστικά χωρίς να υπάρξει καμία πολιτική πρωτοβουλία για επιστροφή ή αναβάθμιση της ελληνικής παρουσίας.</p>
<p>Αντίθετα, άλλες δυνάμεις όπως η Τουρκία αξιοποίησαν επιδέξια το κενό εξουσίας και τις ανάγκες της κυβέρνησης της Τρίπολης για στρατιωτική στήριξη, εξασφαλίζοντας τον Νοέμβριο του 2019 την υπογραφή του λεγόμενου Τουρκο-Λιβυκού Μνημονίου, όπου λειτουργεί ως στρατηγικό εργαλείο για την εδραίωση της τουρκικής παρουσίας στη Δυτική Λιβύη. Η Άγκυρα επιπλέον, εγκατέστησε στρατιωτικές βάσεις, ανέπτυξε κρίσιμες υποδομές ελέγχου των παράκτιων περιοχών και ενίσχυσε τη γεωοικονομική της επιρροή μέσω έργων ανοικοδόμησης και επενδύσεων.</p>
<p>Τελικά, όσοι σήμερα ασκούν ανέξοδη και εκ των υστέρων κριτική στη στρατηγική της Ελλάδας στη Λιβύη (χωρίς επίγνωση της πολυπλοκότητας του πεδίου και χωρίς επαρκή κατανόηση των επιχειρησιακών και γεωπολιτικών παραμέτρων της κρίσης), οφείλουν να απαντήσουν στα εξής κρίσιμα ερωτήματα:</p>
<p><strong>1.</strong> Πού βρίσκονταν όλοι αυτοί όταν η Τουρκία, μεθοδικά και με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, ενίσχυε την παρουσία της στο λιβυκό έδαφος; Μήπως τότε σιωπούσαν ή αδιαφορούσαν;</p>
<p><strong>2.</strong> Ποιος ευθύνεται για την οκταετή διπλωματική απουσία της Ελλάδας από τη Λιβύη;</p>
<p><strong>3.</strong> Δεν φέρουν καμία ευθύνη για το γεγονός ότι, για χρόνια, η Ελλάδα άφησε ελεύθερο χώρο σε άλλες δυνάμεις να εδραιώσουν την επιρροή τους;</p>
<p>Πριν προβούν σε εύκολες καταγγελίες, μήπως θα όφειλαν πρώτα να αναλογιστούν τις συνέπειες της δικής τους στρατηγικής αδράνειας και να λογοδοτήσουν γι’ αυτήν;</p>
<p>Παρά το γεγονός, ότι από το 2019 έχει ξεκινήσει μια σημαντική προσπάθεια αναβάθμισης και εδραίωσης της ελληνικής παρουσίας στην περιοχή υπό τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, οφείλω να ομολογήσω, ότι στη διαχείριση του Τουρκο-Λιβυκού Μνημονίου υπήρξαν λανθασμένοι χειρισμοί, όπως πρόσφατα παραδέχτηκε και ο Υπουργός Υγείας, κ. Άδωνις Γεωργιάδης.</p>
<p>Ωστόσο, παρά τους ατυχείς χειρισμούς του παρελθόντος, η Ελλάδα έχει θέσει σε εφαρμογή μια μεθοδική και επίπονη προσπάθεια για την ουσιαστική αναβάθμιση της παρουσίας και της επιρροής της στη Λιβύη, με στόχο τη διασφάλιση των εθνικών συμφερόντων και την προώθηση της σταθερότητας στην περιοχή.</p>
<p>Συγκεκριμένα, η ελληνική διπλωματία αποκατέστησε και εδραίωσε σχέσεις με την αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Τρίπολης, διατηρώντας ταυτόχρονα διαύλους επικοινωνίας με τους ηγέτες της Ανατολικής Λιβύης.</p>
<p>Παράλληλα, η Ελλάδα ενίσχυσε την παρουσία της σε ευρωπαϊκά και διεθνή φόρα, αναλαμβάνοντας ενεργό ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το NATO για την προώθηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή.</p>
<p>Η Ελλάδα αρνήθηκε με συνέπεια να νομιμοποιήσει το Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο, τόσο μέσω αυστηρών διπλωματικών διαβημάτων όσο και με συντονισμένες παρεμβάσεις σε επίπεδο Ε.Ε., προς συμμάχους όπως η Ιταλία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Την ίδια στιγμή, καλλιέργησε στοχευμένα ένα πλέγμα στρατηγικών συμμαχιών με χώρες-κλειδιά της Ανατολικής Μεσογείου και του Αραβικού Κόσμου, όπως η Αίγυπτος, η Γαλλία, τα Εμιράτα και η Κυπριακή Δημοκρατία.</p>
<p>Η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Επιχείρηση ΕΙΡΗΝΗ, η οποία στοχεύει στην εφαρμογή του εμπάργκο όπλων και στην αποτροπή παράνομων μεταφορών στη Λιβύη, καθώς και η εκπαίδευση στελεχών του Λιμενικού Σώματος για την ενίσχυση της επιτήρησης των λιβυκών ακτών, αποδεικνύουν τη δέσμευση της Ελλάδας για ενεργό εμπλοκή και διαρκή υποστήριξη της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.</p>
<p>Επιπλέον, η παρέμβαση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο οδήγησε στην εξασφάλιση ρητής αναφοράς στα Συμπεράσματα για τη Λιβύη, ενισχύοντας την ευρωπαϊκή στήριξη στις ελληνικές θέσεις και προωθώντας μια πιο συνεκτική ευρωπαϊκή πολιτική στην περιοχή.</p>
<p>Τέλος, η Ελλάδα πέτυχε την αποτροπή της υλοποίησης παράνομων τουρκικών γεωτρήσεων στη θαλάσσια περιοχή της Λιβύης, αποδεικνύοντας την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής της απέναντι σε προκλήσεις που απειλούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας.</p>
<p>Μέσα σε αυτό το σύνθετο και απρόβλεπτο περιβάλλον, καθίσταται αναγκαίο να προχωρήσουμε σε ορισμένες επισημάνσεις που ανταποκρίνονται στις πρόσφατες εξελίξεις. Ταυτόχρονα, μπορούν να φανούν χρήσιμες τόσο σε όσους ασχολούνται με τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της εξωτερικής μας πολιτικής, όσο και σε εκείνους που επιμένουν να την αναλύουν με όρους περασμένων δεκαετιών.</p>
<p><strong>1η Επισήμανση:</strong> Η Λιβύη δεν μπορεί να αναλύεται χωρίς την Τουρκία, διότι έχει μετατραπεί σε στρατηγικό προτεκτοράτο της.</p>
<p>Όταν εξετάζουμε τις Ελληνο-Λιβυκές σχέσεις, δεν μπορούμε να παρακάμπτουμε τον καταλυτικό ρόλο της Τουρκίας. Η Λιβύη, ιδίως υπό την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας της Τρίπολης, λειτουργεί de facto ως προτεκτοράτο της Άγκυρας. Δεν πρόκειται απλώς για μια διπλωματική επιρροή ή στρατιωτική συνεργασία, αλλά για μια δομική σχέση εξάρτησης: πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής.</p>
<p>Το βασικό στρατηγικό σφάλμα πολλών αναλυτών και σημαντικού τμήματος της ελληνικής αντιπολίτευσης είναι ότι προσεγγίζουν τη Λιβύη με αναλυτικά εργαλεία που αντιστοιχούν σε ένα συγκροτημένο, ενιαίο και θεσμικά σταθερό κράτος.</p>
<p>Όμως η πραγματικότητα είναι ακριβώς η αντίθετη. Η Λιβύη παραμένει ένα μετα-εμφυλιακό, διαιρεμένο μόρφωμα με δύο αντίπαλες εξουσίες (Τρίπολη και Βεγγάζη), δεκάδες ένοπλες πολιτοφυλακές και ισχυρές παρεμβάσεις τρίτων χωρών.</p>
<p>Σε αυτό το ρευστό τοπίο, η Ελλάδα δεν καλείται απλώς να διαχειριστεί μια παραδοσιακή διπλωματική σχέση, αλλά να αντιμετωπίσει την Τουρκία ως θεσμικό εγγυητή της Λιβυκής κυβέρνησης.</p>
<p><strong>2η Επισήμανση: </strong>Η τουρκική επιθετικότητα δεν είναι ένδειξη ελληνικής αδυναμίας, αλλά απόδειξη ότι η στρατηγική μας πιέζει τα τετελεσμένα της Άγκυρας.</p>
<p>Η τελευταία αναζωπύρωση της έντασης στη Λιβύη και την Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα των ενοχλήσεων που προκαλεί στην Τουρκία η ενεργητική και στοχευμένη ελληνική στρατηγική.</p>
<p>Η ανακήρυξη του Εθνικού Χωροταξικού Σχεδιασμού, η ανακοίνωση θαλάσσιων πάρκων σε περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας, καθώς και η παρεμπόδιση της συμμετοχής της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Άμυνα, συνιστούν πολιτικές κινήσεις με πραγματικό αντίκτυπο.</p>
<p>Η Άγκυρα, που έχει συνηθίσει να λειτουργεί με το δόγμα της τετελεσμένης προβολής ισχύος, αντιδρά ακριβώς επειδή βλέπει ότι η Ελλάδα πλέον δεν περιορίζεται στην αντίδραση, αλλά διαμορφώνει θετικό στρατηγικό αποτύπωμα στη νοτιοανατολική Μεσόγειο.</p>
<p><strong>3η Επισήμανση: </strong>Η Ελλάδα επιλέγει τη διπλωματία και τη νομιμότητα, ενώ η Τουρκία την μονομερή στρατιωτική επέκταση.</p>
<p>Σε αντίθεση με την Άγκυρα, που ακολουθεί μονομερείς στρατιωτικές πρωτοβουλίες με στόχο την προβολή ισχύος και τη διεύρυνση των τετελεσμένων στη Λιβύη και την Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα λειτουργεί ως θεσμικός σταθεροποιητής και φωνή της διεθνούς νομιμότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, εμμένοντας στην προώθηση της ειρήνης, της σταθερότητας και της διεθνούς νομιμότητας.</p>
<p>Η Αθήνα στηρίζει τον διάλογο και τις δημοκρατικές διαδικασίες στη Λιβύη, προωθώντας τη διεξαγωγή εκλογών και την πολιτική συμφωνία που θα οδηγήσουν σε βιώσιμη λύση ειρήνευσης.</p>
<p>Τι θα προτιμούσαν λοιπόν, οι επικριτές της «σημερινής» ελληνικής εξωτερικής πολιτικής;</p>
<p>Να στείλει η Ελλάδα στρατό στη Λιβύη και να εμπλακεί σε μια πολεμική αντιπαράθεση προκειμένου να αποκτήσει επιρροή; ή να συνεχίσει να επιμένει στον θεσμικό της ρόλο ως δύναμη ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή, ζητώντας κατάπαυση του πυρός, σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και προώθηση της ειρήνευσης στη χώρα;</p>
<p><strong>4η Επισήμανση: </strong>Η Μεταστροφή Χαφτάρ ως Έκφραση Ψυχρού Ρεαλισμού και Αναπροσαρμογής Ισορροπιών.</p>
<p>Η πρόσφατη μεταστροφή του Χαλίφα Χαφτάρ απέναντι στην Τουρκία δεν σηματοδοτεί αλλαγή πολιτικής, αλλά εκφράζει ψυχρό γεωπολιτικό ρεαλισμό. Αναγνωρίζοντας τη νέα ισορροπία στη Λιβύη, επιδιώκει να διαχειριστεί την τουρκική παρουσία, που έχει εδραιωθεί στρατιωτικά και πολιτικά στη Δυτική Λιβύη, ως μέσο διατήρησης του ελέγχου στα ανατολικά και διεθνούς νομιμοποίησης.</p>
<p>Ειδικότερα, ο Χαφτάρ επιχειρεί να αποκτήσει μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ και να αναδείξει τον ρόλο του ως κρίσιμου παράγοντα στην αναζήτηση πολιτικής λύσης.</p>
<p>Αυτή η προσέγγιση δεν είναι παρά ένα εργαλείο επιβίωσης, που στοχεύει στη διατήρηση του status quo στα ανατολικά εδάφη, υπό τον έλεγχό του και στη διεθνή νομιμοποίηση του ρόλου του, ώστε να συμμετάσχει ισότιμα σε μελλοντικούς πολιτικούς συμβιβασμούς.</p>
<p>Ο Χαφτάρ ζήτησε στρατιωτική στήριξη από την Ελλάδα, η οποία δεν του παρασχέθηκε, γεγονός που πιθανόν τον ώθησε προς την Τουρκία. Παράλληλα, αναζήτησε διπλωματική και οικονομική στήριξη από άλλες χώρες, για να ενισχύσει το διαπραγματευτικό του κεφάλαιο και να εξισορροπήσει την τουρκική επιρροή στη Λιβύη.</p>
<p><strong>5η Επισήμανση:</strong> Το Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο είναι Νομικά Άκυρο και Πολιτικά Ανύπαρκτο.</p>
<p>Δεν θα πρέπει να αποδίδεται υπερβολική στρατηγική σημασία στο λεγόμενο Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο, καθώς πρόκειται για νομικά άκυρη και θεσμικά έκπτωτη συμφωνία, χωρίς δεσμευτική ισχύ για τη διεθνή κοινότητα ή το ίδιο το λιβυκό κράτος.</p>
<p>Υπογράφηκε το 2019 από μια προσωρινή και αμφισβητούμενης νομιμοποίησης κυβέρνηση (GNA), η οποία είχε εντολή μόνο για τη διοργάνωση εκλογών και όχι για σύναψη συμφωνιών κυριαρχικού χαρακτήρα.</p>
<p>Δεν εγκρίθηκε ποτέ από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης που αποτελεί το μόνο εκλεγμένο και αναγνωρισμένο κοινοβουλευτικό σώμα της χώρας. Αντιθέτως, η Βουλή το χαρακτήρισε άκυρο και αντισυνταγματικό.</p>
<p>Ωστόσο, ακόμη και αν η Βουλή αποφασίσει εκ των υστέρων να το επικυρώσει, δεν διαθέτει τη θεσμική δικαιοδοσία να επικυρώσει διεθνείς συμφωνίες κυριαρχικού χαρακτήρα, καθώς η Λιβύη τελεί υπό ειδικό μεταβατικό καθεστώς, όπως αυτό έχει οριστεί από τη Συμφωνία του Σουχάιρατ (Skhirat Agreement), (βλέπε τη Συμφωνία <a href="https://unsmil.unmissions.org/sites/default/files/Libyan%20Political%20Agreement%20-%20ENG%20.pdf" target="_blank" rel="noopener">εδώ</a>), καθώς και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ (βλέπε <a href="https://www.securitycouncilreport.org/un_documents_type/security-council-resolutions/?cbtype=libya&amp;ctype=Libya&amp;utm_source=chatgpt.com" target="_blank" rel="noopener">εδώ</a>). Η συμφωνία αυτή, που υπεγράφη το 2015 υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, προβλέπει την ίδρυση προσωρινής κυβέρνησης με περιορισμένη εντολή και αυστηρά καθορισμένες αρμοδιότητες (κυρίως τη διοργάνωση εκλογών και τη διαχείριση της μετάβασης προς σταθερότητα). Δεν προβλέπει δυνατότητα σύναψης δεσμευτικών διεθνών συμφωνιών σε θέματα στρατηγικής πολιτικής και κυριαρχίας, εκτός εάν υπάρχει ευρύτατη εθνική συναίνεση και πλήρης θεσμική νομιμοποίηση.</p>
<p>Είναι χαρακτηριστικό, ότι κατά την 163η Σύνοδο του Συμβουλίου Υπουργών Εξωτερικών του Αραβικού Συνδέσμου, που έλαβε χώρα στο Κάϊρο την Τετάρτη 23 Απριλίου 2025, οι συμμετέχοντες επανέλαβαν ρητά ότι η Συμφωνία του Σουχάιρατ παραμένει το γενικό πλαίσιο πολιτικής επίλυσης της κρίσης στη Λιβύη, σε πλήρη ευθυγράμμιση με τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, τις αποφάσεις της Διάσκεψης του Βερολίνου και της Συνόδου του Παρισιού (βλέπε <a href="https://libyareview.com/55046/arab-foreign-ministers-reaffirm-support-for-libyan-political-deal/" target="_blank" rel="noopener">εδώ</a>).</p>
<p>Συνεπώς, κάθε πράξη που παραβιάζει αυτό το θεσμικό πλαίσιο, όπως το Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο, στερείται νομιμοποίησης και θεσμικής ισχύος.</p>
<p>Πέραν της θεσμικής του ανυπαρξίας, το μνημόνιο αντιβαίνει στις αρχές του Δικαίου της Θάλασσας (UNCLOS) και συνιστά προϊόν εξωτερικής επιβολής και εξάρτησης. Δεν είναι αποτέλεσμα κυρίαρχης εθνικής βούλησης γι’ αυτό, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως θεσμικό τετελεσμένο.</p>
<p>Μετά την παράθεση και εκτενή ανάλυση των ανωτέρω επισημάνσεων, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη για την Ελλάδα να χαράξει μια συνεκτική και πολυδιάστατη στρατηγική επαναπροσέγγισης με τη Λιβύη.</p>
<p>Συγκεκριμένα, η ελληνική στρατηγική επαναπροσέγγισης της Λιβύης πρέπει να βασιστεί σε θεσμικό σεβασμό, διαφάνεια και κοινά συμφέροντα, ώστε να συμβάλει στη σταθερότητα και τη συνεργασία στην περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό, θα ήθελα να καταθέσω τις εξής προτάσεις:</p>
<p><strong>1.</strong> Διπλωματική Πρωτοβουλία για Ανοικτούς Διαύλους Επικοινωνίας, ώστε να ενισχυθούν οι διπλωματικές της σχέσεις με όλες τις βασικές πολιτικές δυνάμεις της Λιβύης, σε Τρίπολη και Βεγγάζη, διατηρώντας ανοιχτούς και ισορροπημένους διαύλους επικοινωνίας χωρίς αποκλεισμούς, ώστε η Ελλάδα να αναδειχθεί σε γέφυρα διαλόγου σε μια χώρα διχασμένη.</p>
<p><strong>2.</strong> Αξιοποίηση του Θεσμικού της Ρόλου στην Ε.Ε. και τον ΟΗΕ για να προωθήσει κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική στη Λιβύη, επικεντρωμένη στη σταθερότητα, την αποτροπή παράνομων συμφωνιών όπως το Τουρκο-Λιβυκό Μνημόνιο και την ενίσχυση της δημοκρατίας. Παράλληλα, να ενισχύσει τις νομικές της θέσεις μέσω του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας για την αντιμετώπιση παραβιάσεων κυριαρχικών δικαιωμάτων.</p>
<p><strong>3.</strong> Οικονομική και Επενδυτική Παρουσία ώστε να αυξήσει την επιρροή της στην περιοχή. Οφείλω να αποκαλύψω, ότι ο Πρέσβης της Λιβύης κ. Hamad Bousayf κατά την επίσημη συνάντησή μας (Δευτέρα 6 Μαρτίου 2023) στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, μου είχε ζητήσει να παρέμβω στον Έλληνα Πρωθυπουργό για να υπάρξει ελληνικό ενδιαφέρον προς αυτή την κατεύθυνση (βλέπε: https://www.gdpeads.mod.mil.gr/synantisi-genikoy-dieythynti-tis-gdpeads-dr-konstantinoy-mpalomenoy-ton-presvi/ ). Προτείνω την ανάπτυξη επενδύσεων σε κρίσιμους τομείς όπως τη διαχείριση και ανάπτυξη λιμένων (Τομπρούκ, Βεγγάζη) ως εμπορικών κόμβων, ενεργειακά έργα (συμπεριλαμβανομένων ανανεώσιμων πηγών), υποδομές Logistics και μεταφορών, με έμφαση σε συνεργασίες με ευρωπαϊκούς και αραβικούς φορείς.</p>
<p><strong>4.</strong> Πολιτιστική Διπλωματία και ανάπτυξη της Ήπιας Ισχύος της Ελλάδας, μέσω δράσεων όπως υποτροφίες για Λίβυους φοιτητές και ακαδημαϊκές ανταλλαγές, πολιτιστικές και ανθρωπιστικές πρωτοβουλίες σε συνεργασία με τοπικές αρχές και ΜΚΟ και δημιουργία θεσμικών και κοινωνικών δεσμών που ενισχύουν την εικόνα της Ελλάδας ως εταίρου ανοικοδόμησης.</p>
<p><strong>5.</strong> Σταδιακή Οικοδόμηση Εμπιστοσύνης με Θεσμικούς Φορείς όπως η Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου (NOC), η Κεντρική Τράπεζα και εκπαιδευτικούς οργανισμούς, που διασφαλίζουν τη συνέχεια του κράτους, ανεξαρτήτως μεταβατικών κυβερνήσεων.</p>
<p><strong>6.</strong> Ανάσχεση του Τουρκο-Λιβυκού Άξονα μέσω Πολυμερών Συνεργασιών μέσω πολυμερών σχημάτων συνεργασίας όπως: ενίσχυση τριμερών σχημάτων με Ιταλία και Αίγυπτο σε θέματα ενέργειας, ΑΟΖ και ασφάλειας, συνεργασία με τη Γαλλία και άλλους ευρωπαϊκούς εταίρους για ενίσχυση του ευρωπαϊκού ρόλου στη Λιβύη και συντονισμό σε επίπεδο Ε.Ε. και NATO για την προώθηση εναλλακτικών θεσμικών πόλων επιρροής.</p>
<p><strong>7</strong>. Ευρωπαϊκή Συνεργασία για τη Λιβυκή Μεταβατική Διαδικασία, μέσω συνεργασίας με την Ιταλία, τη Μάλτα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, για την προώθηση κοινής πολιτικής στήριξης της λιβυκής μετάβασης, συμπεριλαμβανομένης της υποστήριξης των εκλογικών διαδικασιών και της θεσμικής ενίσχυσης.</p>
<p>Ολοκληρώνοντας την ανωτέρω ανάλυση, θα πρέπει να επισημανθεί, ότι η μεταστροφή της ελληνικής πολιτικής προς τη Λιβύη μετά το 2019 κινείται στη σωστή κατεύθυνση.</p>
<p>Η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει να κινείται ως θεσμικός σταθεροποιητής στην Ανατολική Μεσόγειο, με ρεαλισμό, συμμαχίες και στρατηγική υπομονή, ώστε να ενισχύσει τη διεθνή της θέση και να συμβάλει στην ειρήνη και τη σταθερότητα της περιοχής.</p>
<p>* Ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος είναι<strong> </strong>Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Πρώην Γενικός Διευθυντής - Γενικής Διεύθυνσης Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ) Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ)</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/01/konstantinos-p.-mpalomenos.jpg?fit=702%2C604&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/01/konstantinos-p.-mpalomenos.jpg?fit=702%2C604&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Κατανοώντας τον αντίπαλο</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/katanoontas-ton-antipalo/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[panos12]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 27 May 2025 14:30:55 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinion]]></category>
		<category><![CDATA[Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=190687</guid>

					<description><![CDATA[Ο Κινέζος Στρατηγός Σουν Τσου ανέφερε: «Αν γνωρίζεις τον εχθρό σου και γνωρίζεις και τον εαυτό σου, δεν χρειάζεται να φοβάσαι το αποτέλεσμα εκατό μαχών. Εάν γνωρίζεις τον εαυτό σου αλλά όχι τον εχθρό σου, για κάθε νίκη που θα κερδίσεις θα υποστείς και μια ήττα. Αν δεν γνωρίζεις ούτε τον εχθρό ούτε τον εαυτό [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Κινέζος Στρατηγός Σουν Τσου ανέφερε: «Αν γνωρίζεις τον εχθρό σου και γνωρίζεις και τον εαυτό σου, δεν χρειάζεται να φοβάσαι το αποτέλεσμα εκατό μαχών. Εάν γνωρίζεις τον εαυτό σου αλλά όχι τον εχθρό σου, για κάθε νίκη που θα κερδίσεις θα υποστείς και μια ήττα. Αν δεν γνωρίζεις ούτε τον εχθρό ούτε τον εαυτό σου, θα υποκύψεις σε όλες τις μάχες».</p>
<div class="inline-banner-left">
<div id="div-gpt-ad-1579788587345-0" data-oau-code="/164355448/In-Article" data-lazyloaded-by-ocm="" data-google-query-id="CPr-gffxwY0DFUWOgwcd5WoE-A">
<div id="google_ads_iframe_/164355448/In-Article_0__container__"><strong style="font-size: 14px">Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος</strong></div>
</div>
</div>
<div id="inline1_obw3m" data-oau-code="/75351959,164355448/lykavitos.gr/inline1" data-lazyloaded-by-ocm="" data-google-query-id="CIfEgffxwY0DFcKHgwcdQV4Jdw">
<div id="google_ads_iframe_/75351959,164355448/lykavitos.gr/inline1_0__container__"><span style="font-size: 14px">Υπό το πλαίσιο αυτό, το παρόν άρθρο θα επιδιώξει να αναλύσει την τουρκική εξωτερική πολιτική σε σχέση με τις τρέχουσες γεωπολιτικές εξελίξεις προκειμένου να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα, για τις κινήσεις της Τουρκίας και το αν η λεγόμενη (από πολλούς στο εσωτερικό της Ελλάδας) γεωπολιτική αναβάθμιση της Τουρκίας είναι πραγματική ή αποτελεί έναν ακόμη προπαγανδιστικό μύθο της Τουρκίας που οφείλεται σε συγκυριακές συμπτώσεις.</span></div>
</div>
<p>Για την αξιοπιστία και εγκυρότητα της εν λόγω ερευνητικής και αναλυτικής διαδικασίας, θα αξιοποιηθούν στοιχεία και πληροφορίες από έναν πρωταγωνιστή της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, τον Χακάν Φιντάν.</p>
<p>Συγκεκριμένα, ο Χακάν Φιντάν μόλις ανέλαβε τα ηνία της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής το 2023, έγραψε ένα άρθρο με τίτλο: «Turkish Foreign Policy at the Turn of the “Century of Türkiye”: Challenges, Vision, Objectives, and Transformation» για να περιγράψει τους στόχους της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής κατά την έναρξη του «Αιώνα της Τουρκίας» [βλέπε: Insight Türkiye, Vol. 25, No. 3 (2023)].</p>
<p>Στο άρθρο αυτό, σε σχέση με το όραμα για την Τουρκία ως Περιφερειακό, Δημιουργικό και Μετασχηματιστικό Παράγοντα ο κ. Φιντάν αναφέρει: «Η Τουρκία αναδεικνύεται και πάλι ως μια δύναμη του καλού, αναλαμβάνοντας έναν ενισχυμένο ρόλο ευθύνης στη διεθνή σκηνή. Ξεχωρίζει ως επιλυτής προβλημάτων, βελτιωτής του συστήματος και μετασχηματιστικός παράγοντας στην περιοχή και στις διεθνείς υποθέσεις, στο μεταίχμιο του “Αιώνα της Τουρκίας”.</p>
<p>Το διεθνές σύστημα, όπως το οραματίζεται η Τουρκία, εξελίσσεται πέρα από την παραδοσιακή έννοια μιας διεθνούς τάξης που καθορίζεται από πόλους ισχύος – είτε μονοπολικότητα, είτε διπολικότητα, είτε πολυπολικότητα. Η Τουρκία επιδιώκει να συμβάλει στη δημιουργία ενός πιο συμπεριληπτικού, αποτελεσματικού, δίκαιου και ασφαλούς διεθνούς συστήματος, ικανού να αντιμετωπίσει τις σύγχρονες παγκόσμιες και περιφερειακές προκλήσεις· ενός ανθεκτικού συστήματος που θα βασίζεται στην αλληλεγγύη και όχι στην αντιπαλότητα.</p>
<p>Αυτό είναι ένα δύσκολο έργο, που απαιτεί στρατηγική υπομονή και αταλάντευτη αποφασιστικότητα. Η Τουρκία, με τη σταθερή πολιτική της βούληση και τις αυξανόμενες δυνατότητές της, είναι σε ισχυρή θέση για να γίνει ένας από τους αρχιτέκτονες ενός τέτοιου νέου διεθνούς συστήματος. Η αναζήτηση της Τουρκίας για μια πιο δίκαιη, συμπεριληπτική και ασφαλή παγκόσμια τάξη πηγάζει από τις αρχές της δικαιοσύνης και της συνείδησης, που είναι βαθιά ριζωμένες στον αιώνιο πολιτισμό και την ταυτότητα του τουρκικού λαού και αντανακλώνται αντίστοιχα στην εθνική εξωτερική πολιτική.</p>
<p>Η Τουρκία είναι έτοιμη να συνεργαστεί με άλλα κράτη για την υπεράσπιση κοινών αξιών και την εκπλήρωση κοινών ευθυνών στην οικοδόμηση ενός διεθνούς συστήματος που δίνει έμφαση στην ανθρώπινη ευημερία, αντιμετωπίζει τις οικονομικές ανισότητες και προάγει την παγκόσμια ειρήνη, ασφάλεια, σταθερότητα και ευημερία».</p>
<p>Επίσης, σε σχέση με τους κύριους στόχους της Τουρκικής Εξωτερικής Πολιτικής, ο Τούρκος ΥΠΕΞ στο ίδιο άρθρο, επισήμανε την αναγκαιότητα μιας ολιστικής και ολοκληρωμένης στρατηγικής, όπου θεμελιώδη σημεία της αποτελούν η εδραίωση της ειρήνης και ασφάλειας στην περιοχή μας, η περαιτέρω θεσμοθέτηση των εξωτερικών σχέσεων της Τουρκίας σε δομική βάση, η ανάπτυξη ενός περιβάλλοντος ευημερίας και η προώθηση των παγκόσμιων στόχων της Τουρκίας. Ειδικότερα, ανέφερε ότι οι κύριοι στόχοι της Τουρκικής Εξωτερικής Πολιτικής είναι:</p>
<p><strong>1.</strong> Η συμβολή της Τουρκίας στην Ειρήνη και Ασφάλεια στην Περιοχή και η Δημιουργία Νέων Μοντέλων Συνεργασίας για (α) την εξάλειψη των απειλών και την αντιμετώπιση προκλήσεων και (β) την αξιοποίηση ευκαιριών για την ανάπτυξη περιφερειακών οικονομικών και πολιτικών μοντέλων συνεργασίας.</p>
<p><strong>2.</strong> Η περαιτέρω Θεσμική Θωράκιση των Εξωτερικών Σχέσεων σε δομική βάση μέσω της ενίσχυσης των υφιστάμενων στρατηγικών σχέσεων και τη δημιουργία νέων [π.χ. ο Οργανισμός Τουρκικών Κρατών (OTS), όπου επιδιώκει να προωθήσει την πολιτιστική κληρονομιά του τουρκικού πολιτισμού και ο Οργανισμός Ισλαμικής Συνεργασίας (OIC), όπου επιδιώκει τη συνεργασία με τις μουσουλμανικές χώρες για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης].</p>
<p><strong>3.</strong> Η Ανάπτυξη ενός Περιβάλλοντος Ευημερίας (ο στόχος να γίνει η Τουρκία μία από τις 10 μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, θα διευρύνει και θα εμβαθύνει τις εμπορικές και οικονομικές σχέσεις της παγκοσμίως και επιπλέον, θα ενισχύσει όχι μόνο την ευημερία του τουρκικού λαού, αλλά και των γειτόνων, φίλων και εταίρων της παγκοσμίως).</p>
<p><strong>4.</strong> Η Προώθηση Παγκόσμιων Στόχων μέσω της ενίσχυσης των πολιτικών της Τουρκίας σε πολλές περιοχές του κόσμου και της συνεισφοράς της στην επίλυση παγκόσμιων προβλημάτων.</p>
<p>Αξιολογώντας τα ανωτέρω και εστιάζοντας στη συνεχή προσπάθεια της Τουρκίας να αυξήσει την επιρροή της στο διεθνές σύστημα, αξιοποιώντας τη γεωστρατηγική της θέση, τις οικονομικές και στρατιωτικές της δυνατότητες, αλλά και μέσω της εκδήλωσης μιας πιο ενεργητικής και επιθετικής εξωτερικής πολιτικής, συμπεραίνεται ότι αντικειμενικός στόχος της Υψηλής Στρατηγικής της Τουρκίας είναι η ανάδειξη και εδραίωσή της ως μεσαίας δύναμης στο περιφερειακό σύστημα της ευρύτερης περιοχής μας (Βαλκάνια, Καύκασος, Ανατολική Μεσόγειος, Μέση Ανατολή και Βόρειο Αφρική).</p>
<p>Η έννοια της «μεσαίας δύναμης» στις διεθνείς σχέσεις σχετίζεται με κράτη που δεν ανήκουν στις υπερδυνάμεις (ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία), αλλά διαθέτουν σημαντική οικονομική, στρατιωτική ή πολιτική δύναμη για να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις και να επηρεάζουν περιφερειακά και παγκόσμια ζητήματα.</p>
<p>Συγκεκριμένα, οι μεσαίες δυνάμεις επιδιώκουν να προωθήσουν την πολυμερή συνεργασία μέσω διεθνών οργανισμών (π.χ. ΟΗΕ, ΠΟΕ, ΟΑΣΕ κ.λπ.), να ασκήσουν διπλωματική επιρροή με συμμαχίες, οικονομική βοήθεια και μεσολάβηση σε διακρατικές συγκρούσεις και τέλος, επιδιώκουν να προωθήσουν την περιφερειακή σταθερότητα αναλαμβάνοντας ηγετικό ρόλο σε περιφερειακές κρίσεις.</p>
<p>Υπό το ανωτέρω πρίσμα, η Τουρκία είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχει κάνει σημαντικά βήματα, ώστε να αυξήσει τη γεωπολιτική της αξία και να αναδειχθεί ως μια σημαντική μεσαία δύναμη στη διεθνή πολιτική.</p>
<p>Ειδικότερα, αξιοποιεί αποτελεσματικά τους υλικούς και άυλους εθνικούς της πόρους, ώστε να εξασφαλίσει περιθώρια κινήσεων στη διεθνή κοινότητα, διαθέτει τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται και σε κάποιο βαθμό να αντιστέκεται στις πολιτικές των μεγάλων δυνάμεων και επίσης, δεδομένου ότι δεν έχει την ικανότητα να ενεργεί αυτόνομα, επιδιώκει να ασκήσει επιρροή εντός περιφερειακών συλλογικών οργάνων και διεθνών οργανισμών.</p>
<p>Τέλος, η Τουρκία υιοθετώντας την άποψη των φιλελεύθερων θεωρητικών των διεθνών σχέσεων Cooper, Higgott και Nossal (Βλέπε: Relocating Middle Powers), που αναφέρουν ότι οι μεσαίες δυνάμεις επιδιώκουν να διαδραματίσουν τρεις ρόλους στη διεθνή κοινότητα: (α) του καταλύτη, (β) του διευκολυντή και (γ) του διαχειριστή επιδιώκει:</p>
<ul>
<li>Να αναλάβει δράσεις για διεθνή ζητήματα (καταλύτης),</li>
<li>Να διευκολύνει τη δημιουργία συνεργασιών και συνασπισμών (διευκολυντής) και</li>
<li>Να συμβάλει στη θεσμική οικοδόμηση και τη διαμόρφωση διεθνών προτύπων (διαχειριστής).</li>
</ul>
<p>Παρά τις έως τώρα φιλότιμες προσπάθειές της όμως, η Τουρκία πόρρω απέχει από το να καταστεί μια αξιόπιστη μεσαία δύναμη και να διαδραματίσει το γεωπολιτικό ρόλο που επιθυμεί.</p>
<p>Αυτό οφείλεται τόσο σε ενδογενείς παράγοντες που σχετίζονται με τα χαρακτηριστικά και τον τρόπο λειτουργίας της Τουρκίας, όσο και με εξωγενείς παράγοντες του διεθνούς συστήματος.</p>
<p>Ειδικότερα, μια χώρα που επιδιώκει να συμβάλει στη δημιουργία ενός πιο συμπεριληπτικού, αποτελεσματικού, δίκαιου και ασφαλούς διεθνούς συστήματος όπως επισημαίνει ο Τούρκος ΥΠΕΞ κ. Χακάν Φιντάν, πρέπει να είναι δημοκρατική</p>
<p>χώρα και να σέβεται το διεθνές δίκαιο, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση της Τουρκίας.</p>
<p>Επίσης, η Τουρκία δεν δικαιούται να μιλά για τη συμβολή της στην Ειρήνη και Ασφάλεια όταν έχει εισβάλει στην Κύπρο και κατέχει παράνομα το 36,2% των εδαφών της, αγνοώντας επιδεικτικά όλα τα ψηφίσματα του ΟΗΕ που καταδικάζουν την ενέργειά της.</p>
<p>Επιπλέον, η Τουρκία δεν επιτρέπεται να μιλά για το μεσολαβητικό της ρόλο στην επίλυση διεθνών συγκρούσεων όταν αποτελεί τον καταλύτη για την πρόκληση περιφερειακών συγκρούσεων στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, τη Συρία, και τη Λιβύη. Υπό το πλαίσιο αυτό, η Τουρκία δεν μπορεί να διευκολύνει την επίλυση περιφερειακών συγκρούσεων αφού εκτός από καταλύτης πρόκλησής τους είναι και μέρος αυτών των συγκρούσεων. Η εμπλοκή της σε πολλά ανοικτά περιφερειακά μέτωπα, την καθιστά ευάλωτη και λειτουργεί ως τροχοπέδη στα σχέδιά της για ανάδειξή της σε μεσαία δύναμη με αυξημένη γεωπολιτική αξία. Για του λόγου το αληθές, αν κλιμακωθεί η κατάσταση στη Συρία και προκληθεί εμπλοκή μεταξύ Ισραήλ – Τουρκίας, όλα τα σχέδιά της θα ακυρωθούν.</p>
<p>Επιπρόσθετα, η Τουρκία διαθέτει συντελεστές ισχύος, αλλά δεν είναι άπειροι. Συγκεκριμένα, διαθέτει ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα μιας παγκόσμιας στρατιωτικής επέμβασης.Η στρατιωτική βιομηχανία της Τουρκίας επίσης, έχει να επιδείξει σημαντικές επιτυχίες, αλλά είναι ευάλωτη και εξαρτάται από την πολιτική βούληση μεγάλων δυνάμεων (ΗΠΑ, Γερμανία κ.α.) για το αν θα την προμηθεύσουν ή όχι με σημαντικά εξαρτήματα και υλικά που απαιτούνται για την παραγωγή των όπλων της.</p>
<p>Επιπλέον, η οικονομία της Τουρκίας δεν είναι τόσο ισχυρή για να υποστηρίξει τα μεγαλεπήβολα σχέδια του κ. Ερντογάν και σε συνδυασμό με τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες και τις εσωτερικές προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η Τουρκία, καθιστούν ευάλωτη τη θέση της στο διεθνές σύστημα.</p>
<p>Τέλος, η Τουρκία δεν αποτελεί αξιόπιστη μεσαία δύναμη, διότι δέχεται συνεχώς πιέσεις από υπερδυνάμεις όπως ΗΠΑ, Ρωσία, Ιράν, Κίνα και προσπαθεί να ισορροπήσει(πολλές φορές ανεπιτυχώς), ανάμεσα στις επιδιώξεις τους. Μπορεί να γνωρίζει καλά τα ανατολίτικό παζάρι, αλλά όταν οι υπερδυνάμεις διεκδικούν την ικανοποίηση των συμφερόντων τους δεν ανέχονται τέτοιες συμπεριφορές.</p>
<p>Σε συνέχεια των ανωτέρω, θα πρέπει να επισημανθούν επίσης και κάποιες διπλωματικές αποτυχίες της Τουρκίας που αποδεικνύουν ακόμη περισσότερο, ότι δεν αποτελεί αξιόπιστη μεσαία δύναμη και πως δεν διαδραματίζει το γεωπολιτικό ρόλο που προβάλει. Συγκεκριμένα:<br />
<strong>1.</strong> Η διπλωματική πρωτοβουλία της Τουρκίας για τη διεξαγωγή συνάντησης των ηγετών Ουκρανίας και Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη, ώστε να επιτευχθεί η κατάπαυση του πυρός στον πόλεμο Ουκρανίας – Ρωσίας δεν αποτελεί επιτυχία, διότι κατέληξε σε φιάσκο. Επιτυχία θα αποτελούσε, αν συμμετείχαν στις συνομιλίες οι κ.κ. Πούτιν και Τράμπ και αποφασίζανε τη λήξη του πολέμου.</p>
<p><strong>2.</strong> Όπως η ίδια διακηρύσσει, δεν θα επιτρέψει την απομόνωσή της στην Ανατολική Μεσόγειο. Άρα θεωρεί, ότι είναι απομονωμένη λόγω των κακών σχέσεων που διατηρεί με πολλές γειτονικές της χώρες (Ελλάδα, Κύπρος, Αίγυπτος, Ισραήλ), δεν συμμετέχει στο  EastMed Gas Forum, τον India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC),και γενικότερα, είναι εκτός των ευρωπαϊκών ενεργειακών σχεδιασμών. Η αντίδρασή της σε αυτές τις εξελίξεις είναι σπασμωδική (αμφισβήτηση κυπριακής και ελληνικής ΑΟΖ και γενικότερα των κυριαρχικών δικαιωμάτων των γειτόνων της κ.λπ.) και εκδηλώνεται με μια επιθετική πολιτική (π.χ. έρευνες με το Oruc Reis στο Αιγαίο),που δεν συνάδει με το ρόλο μιας μεσαίας δύναμης.</p>
<p><strong>3. </strong>Οι συνεχείς καταδικαστικές εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Τουρκία σε συνδυασμό με τη διακοπή της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας προς την Ε.Ε., αποτελούν μια ακόμη απόδειξη απομόνωσης της Τουρκίας από τις ευρωπαϊκές διπλωματικές διεργασίες και επιβεβαιώνει την άποψη,ότι δεν αποτελεί αξιόπιστη μεσαία δύναμη με ισχυρό γεωπολιτικό ρόλο στην περιοχή.</p>
<p><strong>4.</strong> Παρά την πρόσκλησή της να συμμετάσχει (μετά από 13 χρόνια αποκλεισμού) στη Σύνοδο του Αραβικού Συνδέσμου για την εξέταση της κατάστασης στη Γάζα, η Τουρκία πασχίζει να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με την Αίγυπτο, τα ΗΑΕ και τη Σαουδική Αραβία, χωρίς να έχει κατορθώσει να γεφυρώσει πλήρως τα αντικρουόμενα γεωπολιτικά της συμφέροντα με τις εν λόγω χώρες.</p>
<p><strong>5. </strong>Η άρνηση των χωρών BRICS επίσης, να δεχτούν την Τουρκία ως πλήρες μέλος τους το 2024 (παρά τον διακαή της πόθο),αποδεικνύει την αποτυχία της Τουρκίας να ικανοποιήσει το διακηρυγμένο στόχο της, για ενίσχυση της παγκόσμιας επιρροή της και τη σφυρηλάτηση των δεσμών της με χώρες που βρίσκονται πέρα από τους παραδοσιακούς δυτικούς συμμάχους της.</p>
<p><strong>6.</strong> Το γεγονός ότι Τουρκογενή κράτη όπως το Ουζμπεκιστάν, το Καζακστάν και το Τουρκμενιστάν υπέγραψαν δήλωση υποστήριξης των αποφάσεων του ΟΗΕ που θεωρούν παράνομη την ανακήρυξη ανεξαρτησίας της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου» (ΤΔΒΚ) και ενίσχυσαν τις σχέσεις τους με την Κυπριακή Δημοκρατία, ανοίγοντας Πρεσβείες στη Λευκωσία, δε συνάδει με χώρα που είναι σημαντική μεσαία δύναμη και έχει ισχυρό γεωπολιτικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή μας. Αποδεικνύει ότι παρότι η Τουρκία ενίσχυσε τους δεσμούς της με το Αζερμπαϊτζάν,δεν έχει καταφέρει να ελέγξει τον Οργανισμό Τουρκικών Κρατών και πως η επιρροή της στην Κεντρική Ασία και τον Καύκασο δεν είναι τόσο μεγάλη όσο διαδίδει.</p>
<p>Σε σχέση με τη συμμετοχή της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα,όπου αποτελεί ένα ευαίσθητο ζήτημα που αφορά όλη την Ευρώπη και θα συζητηθεί το επόμενο διάστημα, θα πρέπει να επισημανθεί, ότι παρά τις προσπάθειες της Τουρκίας (εδώ και τέσσερα χρόνια), και την πίεση σε φιλικές προς αυτήν χώρες (π.χ. Γερμανία), η επιδίωξη αυτή δεν έχει επιτευχθεί ακόμη και δεν είναι βέβαιο αν επιτευχθεί και υπό ποιες προϋποθέσεις.</p>
<p>Δεν έχει επιτευχθεί λόγω της σθεναρής στάσης της Ελλάδας και πολλών συμμάχων της που τηρούν επιφυλάξεις σε μια τέτοια προοπτική. Για του λόγου το αληθές, ο Γάλλος Πρόεδρος κ. Μακρόν είναι αντίθετος σε μια τέτοια προοπτική και έχει διαφωνήσει ανοικτά με τον Γερμανό ομόλογό του. Ειδικότερα, ο κ. Μακρόν τάσσεται υπέρ μιας αυστηρά ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής, υποστηρίζοντας ότι οι πόροι που θα διατεθούν δεν θα πρέπει να κατευθυνθούν σε εξοπλισμούς από τρίτες χώρες. Επίσης, υποστηρίζει ότι η χρηματοδότηση για την ευρωπαϊκή άμυνα θα πρέπει να αξιοποιηθεί για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και τη μείωση της εξάρτησης της Ε.Ε. από εξωτερικούς προμηθευτές.<br />
Ακόμη και αν τελικά αποφασιστεί η συμμετοχή της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα, η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί νίκη της Τουρκίας, αλλά ήττα της Ευρώπης.</p>
<p>Αποτελεί ήττα της Ευρώπης διότι αποδεικνύει περίτρανα ότι η Ευρώπη σε μια εποχή κοσμογονικών γεωπολιτικών εξελίξεων δεν έχει ξεκάθαρη και ενιαία στρατηγική για την ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια και επίσης, δηλώνει αδυναμία να αναπτύξει μόνη της την αμυντική της βιομηχανία προσφεύγοντας στη βοήθεια τρίτων χωρών.</p>
<p>Αν και το ζήτημα είναι υπό διαπραγμάτευση, η πρόθεση να ληφθούν οι τελικές αποφάσεις με ειδική πλειοψηφία και όχι με ομοφωνία αποτελεί κάτι πρωτόγνωρο για την Ευρώπη και υποδηλώνει εκφυλισμό του αξιακού οικοδομήματος και λειτουργικού συστήματος της Ευρώπης.<br />
Τέλος, αν η εξέλιξη αυτή συμβεί, θα αποδείξει την άγνοια κινδύνου των Ευρωπαίων Ηγετών, αφού θα βάλουν στα πόδια τους την Τουρκία που αποτελεί το Δούρειο Ίππο της Ρωσίας.</p>
<p>Συνοψίζοντας την ανωτέρω ανάλυση, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η Τουρκία παρά κάποιες ευκαιριακές επιτυχίες της μέσω προβολής της στρατιωτικής ισχύος της και της επιθετικής και ενεργούς διπλωματίας της, δεν αποτελεί αξιόπιστη μεσαία δύναμη και δεν διαθέτει την γεωπολιτική ισχύ που προσπαθούν να προβάλλουν οι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί της.</p>
<p>Ο γεωπολιτικός της ρόλος αμφισβητείται από σημαντικούς παίκτες της περιοχής (Ισραήλ, Γαλλία, Ινδία κ.α.), και εξαρτάται από τις τρέχουσες συγκυρίες και τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς των μεγάλων παικτών του διεθνούς συστήματος.<br />
Εν κατακλείδι, καλό θα είναι όσοι σχολιάζουν ζητήματα Εξωτερικής Πολιτικής και Άμυνας και Ασφάλειας, να είναι λίγο πιο προσεκτικοί στο τι λένε και τι γράφουν.</p>
<p>Θα πρέπει,να μην λειτουργούν ως αναμεταδότες της τουρκικής προπαγάνδας, αναπαράγοντας έναν καλά αμπαλαρισμένο προπαγανδιστικό μύθο περί γεωπολιτικής αναβάθμισης της Τουρκίας.</p>
<p><strong>* </strong>Ο <strong>Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος</strong> είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Πρώην Γενικός Διευθυντής - Γενικής Διεύθυνσης  Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ)  Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ)</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/01/konstantinos-p.-mpalomenos.jpg?fit=702%2C604&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/01/konstantinos-p.-mpalomenos.jpg?fit=702%2C604&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Η γεωπολιτική αξία του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/i-geopolitiki-aksia-toy-thalassioy-xoro/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[panos12]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 29 Apr 2025 14:30:12 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinion]]></category>
		<category><![CDATA[Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=189296</guid>

					<description><![CDATA[Η έκδοση της Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής για τον Θαλάσσιο Χώρο (ΕΧΣΘΧ), με την οποία εξειδικεύεται και αποτυπώνεται σε χάρτη ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός (ΘΧΣ) της Ελλάδας, αναμφίβολα συνιστά μια ιστορικής σημασίας στρατηγική κίνηση για την Ελλάδα. Είναι η πρώτη φορά που η Ελλάδα  μέσω του εν λόγω ΘΧΣ αποκτά ένα πλήρες κείμενο που θεσμοθετείται στην [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η έκδοση της Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής για τον Θαλάσσιο Χώρο (ΕΧΣΘΧ), με την οποία εξειδικεύεται και αποτυπώνεται σε χάρτη ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός (ΘΧΣ) της Ελλάδας, αναμφίβολα συνιστά μια ιστορικής σημασίας στρατηγική κίνηση για την Ελλάδα.</p>
<div class="inline-banner-left">
<div id="div-gpt-ad-1579788587345-0" data-oau-code="/164355448/In-Article" data-lazyloaded-by-ocm=""><span style="font-size: 14px">Είναι η πρώτη φορά που η Ελλάδα  μέσω του εν λόγω ΘΧΣ αποκτά ένα πλήρες κείμενο που θεσμοθετείται στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) και αποτυπώνει σε χάρτες τις χρήσεις, τις δραστηριότητες και τα όρια στις θαλάσσιες ζώνες και την ελληνική υφαλοκρηπίδα, αποδίδοντας πλήρης επήρεια της ηπειρωτικής χώρας με τα νησιά (συμπεριλαμβανομένου των νησίδων και βραχονησίδων).</span></div>
</div>
<p><strong>Του Κωνσταντίνου Π. Μπαλωμένου*</strong></p>
<p>Ως πρώην Γενικός Διευθυντής Αμυντικής Πολιτικής του ΥΠΕΘΑ, που εκπροσώπησα το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας κατά τη διαβούλευση για τη σύνταξη της ΕΧΣΘΧ, εκφράζω την ικανοποίησή μου για την έκδοση της εν λόγω στρατηγικής.</p>
<p>Παράλληλα,  οφείλω να εκφράσω τα θερμά συγχαρητήριά μου σε όλους τους υπηρεσιακούς παράγοντες των αρμόδιων υπουργείων που εργάστηκαν για την ολοκλήρωσή της, καθώς και την πολιτική ηγεσία της χώρας για το συντονισμό αυτής της προσπάθειας.</p>
<p>Η ΕΧΣΘΧ, εκτός από τον προσδιορισμό των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων στα θαλάσσια ύδατα της πατρίδας μας και την μελλοντική χωροταξική ανάπτυξή τους και τα περιβαλλοντικά, οικονομικά και αναπτυξιακά οφέλη που θα προκύψουν, έχει και μεγάλη γεωπολιτική αξία.</p>
<p>Συγκεκριμένα, για πρώτη φορά η Ελλάδα χαρτογραφεί και διατυπώνει με σαφήνεια σε επίσημο κείμενο της Ε.Ε., τα όρια του θαλάσσιου χώρου της (θαλάσσιες ζώνες, υφαλοκρηπίδα κ.λπ.), αποδίδοντας πλήρης επίδραση σε όλες τις νησιωτικές και ηπειρωτικές ακτές της χώρας.</p>
<p>Ειδικότερα, με την επίδραση που δόθηκε στο Καστελόριζο και τη Στρογγύλη, τα ανατολικά όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας γειτνιάζουν με τα δυτικά όρια της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κύπρου έτσι ώστε, η Ελλάδα με την Κύπρο να έχουν κοινά θαλάσσια όρια.</p>
<p>Το γεγονός αυτό, είναι υψίστης εθνικής σημασίας, διότι για πρώτη φορά κατοχυρώνονται σε θεσμικό ευρωπαϊκό κείμενο τα όσα αναφέρει ο «Χάρτης της Σεβίλλης» (που προκαλεί τις έντονες αντιδράσεις της Τουρκίας), για τον καθορισμό των περιοχών θαλάσσιας δικαιοδοσίας στην Ανατολική Μεσόγειο.</p>
<p>Ενημερωτικά, ο Χάρτης της Σεβίλλης απεικονίζει τις ΑΟΖ των κρατών μελών της Ε.Ε. με βάση το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 και καταγράφει σαφώς, τη σύνδεση της Ελληνικής και Κυπριακής ΑΟΖ.</p>
<p>Ο εν λόγω Χάρτης, δεν συνιστά επίσημο έγγραφο της Ε.Ε., αλλά το γεγονός ότι ο ΘΧΣ της Ελλάδας θα αποτυπώνει σε επίσημο ευρωπαϊκό θεσμικό κείμενο τα όσα αναφέρει ο συγκεκριμένος Χάρτης, τον νομιμοποιεί και του δίνει νομική και πολιτική ισχύ για την Ε.Ε..</p>
<p>Η εξέλιξη αυτή, επηρεάζει και τον Ελληνο-Τουρκικό διάλογο αφού, σε δηλώσεις του στο CNN Turk (17-9-2020), ο κ. Μελβούτ Τσαβούσογλου έθεσε ως προαπαιτούμενο για την έναρξη ενός ελληνοτουρκικού διαλόγου να ανακοινώσει η Ελλάδα, ότι δεν αποδέχεται το Χάρτη της Σεβίλλης.</p>
<p>Υπό το πρίσμα αυτό, η ΕΧΣΘΧ αλλάζει τα δεδομένα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τα όσα ίσχυαν ως σήμερα σε σχέση με τον ελληνοτουρκικό διάλογο. Η Ελλάδα για πρώτη φορά επανακαθορίζει ρητά τις θέσεις της και διατυπώνει μια νέα στρατηγική προσέγγιση για τα εθνικά της συμφέροντα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και ορίζει εκ νέου, την ατζέντα του ελληνοτουρκικού διαλόγου.</p>
<p>Η βάση συζήτησης πλέον για την επίλυση της ελληνοτουρκικής διαφοράς για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, θα γίνει σύμφωνα με τον Ελληνικό Χωροταξικό Σχεδιασμό και όχι σύμφωνα με τις καινοφανείς θέσεις της Τουρκίας.</p>
<p>Υπό το εν λόγω πλαίσιο, η ΕΧΣΘΧ θα αποτελεί τη βάση συζήτησης και για οποιοδήποτε ζήτημα ή διαφορά προκύψει μεταξύ της Ελλάδας και των γειτονικών χωρών της.<br />
Τα όσα αναφέρει η ΕΧΣΘΧ επίσης, αποτελούν συνέχεια της  περυσινής εθνικής επιτυχίας, όπου η ιστοσελίδα PLATFORM Maritime Sparial Planning στο πλαίσιο της διαμόρφωσης του Ευρωπαϊκού Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού της, δημοσίευσε χάρτη με την Ελληνική ΑΟΖ όπου δικαίωνε πλήρως τις ελληνικές θέσεις, προκαλώντας την έντονη αντίδραση της Τουρκίας.</p>
<p>Επιπλέον, η αποτύπωση της Ελληνικής ΕΧΣΘΧ σε επίσημο κείμενο της Ε.Ε., ορίζει και προσδιορίζει με σαφήνεια όχι μόνο τα ελληνικά, αλλά και τα ευρωπαϊκά θαλάσσια όρια.</p>
<p>Συνεπώς, η ελληνοτουρκική διαφορά για την οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων και την εκμετάλλευση των πόρων τους, μετατρέπεται και σε διαφορά μεταξύ της Τουρκίας και της Ε.Ε.</p>
<p>Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί επίσης, τη ρητή ευρωπαϊκή αναγνώριση του ελληνικού αφηγήματος και σαφής στήριξη των δίκαιων θέσεων της Ελλάδας, σε σχέση με το διακύβευμα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης στο Αιγαίο.</p>
<p>Για του λόγου το αληθές, αποτελεί μέγιστη εθνική δικαίωση το γεγονός, ότι σε ευρωπαϊκό θεσμικό κείμενο θα γίνουν αποδεκτά και δεν θα μπορούν να αμφισβητηθούν από κανένα κράτος μέλος της Ε.Ε., τα όσα ορίζονται στην Ελληνική ΕΧΣΘΧ σε σχέση με:</p>
<ul>
<li>Τα όρια της υφαλοκρηπίδας τα οποία καθορίζονται όπως στις Συμφωνίες Ελλάδας-Ιταλίας του 1977 και του 2020,</li>
<li>Τα όρια της ΑΟΖ τα οποία καθορίζονται όπως στη Συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου του 2020,</li>
<li>Το όριο της χωρικής θάλασσας το οποίο καθορίζεται σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία, το Πρωτόκολλο Ελλάδας-Τουρκίας του 1926, τη Συμφωνία Ιταλίας-Τουρκίας και το Πρωτόκολλο του 1932, με τη γενική επιφύλαξη για επέκταση του πλάτους έως τα 12 ναυτικά μίλια, σύμφωνα με τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, που αντανακλά το εθιμικό διεθνές δίκαιο.</li>
</ul>
<p>Υπό το ίδιο πλαίσιο, ο ΘΧΣ ενισχύει τις εθνικές θέσεις για τις θαλάσσιες ζώνες της Ελλάδας προσδίδοντας διεθνή νομιμοποίηση στην Ελλάδα, αφού την ίδια διαδικασία που ακολούθησε η Ελλάδα για την οριοθέτησή του ακολούθησαν και τα άλλα κράτη της Ε.Ε., χωρίς να υπάρξει αμφισβήτηση από κανένα διεθνή κρατικό ή μη κρατικό δρώντα.</p>
<p>Επιπρόσθετα, ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός εξασφαλίζει την έμπρακτη ευρωπαϊκή στήριξη προς την Ελλάδα σε σχέση με τα ενεργειακά επενδυτικά της σχέδια (π.χ. πόντιση υποβρυχίου καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου) και την αμφισβήτηση του ρόλου της Τουρκίας στην περιοχή.</p>
<p>Η Εθνική Χωρική Στρατηγική για τον Θαλάσσιο Χώρο αφορά άμεσα και τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την άμυνα και ασφάλεια της χώρας, αφού επισημαίνεται ότι δραστηριότητες που αποσκοπούν αποκλειστικά στην άμυνα και την εθνική ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της έρευνας και διάσωσης, έχουν προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων δραστηριοτήτων στη θάλασσα. Επίσης, αποτυπώνονται οι περιοχές όπου θα εκτελούνται στρατιωτικές δραστηριότητες (πεδία βολής και ασκήσεων, περιοχές ναρκοπολέμου, περιοχές ασκήσεων υποβρυχίων κ.λπ), οι οποίες βρίσκονται εντός των χωρικών ενοτήτων.</p>
<p>Η ανωτέρω ρύθμιση είναι κομβικής σημασίας για την εθνική άμυνα και ασφάλεια, διότι αυξάνει το αποτύπωμα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και του ρόλου τους ως Πυλώνας σταθερότητας και ασφάλειας και παράλληλα, κατοχυρώνει τον διεθνή και ευρωπαϊκό χαρακτήρα του ελληνικού θαλάσσιου χώρου.</p>
<p>Η έκδοση της ΕΧΣΘΧ έρχεται επίσης,  σε συνέχεια των πρόσφατων επιτυχημένων κινήσεων του Έλληνα Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη σε σχέση με τη συμφωνία της Ελλάδας με τον αμερικανικό κολοσσό Chevron.</p>
<p>Όπως η έναρξη των θαλάσσιων ερευνών Νότια της Κρήτης από μέρους της Chevron, αναγνωρίζει εμπράκτως την ελληνική ΑΟΖ και ουσιαστικά ακυρώνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο, έτσι και η έκδοση της  ΕΧΣΘΧ ακυρώνει τη Γαλάζια Πατρίδα.</p>
<p>Η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να εκδώσει την ΕΧΣΘΧ σε μια περίοδο όπου οι γνωστοί υπερπατριώτες της φακής στο εσωτερικό της Ελλάδας, ασκούν κριτική στον Έλληνα Πρωθυπουργό και τον Έλληνα ΥΠΕΞ για υποχωρητικότητα  έναντι της Τουρκίας και μιλούν για αναστολή των εργασιών της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ ανοιχτά της Κάσου, λόγω των απειλών της Τουρκίας.</p>
<p>Οι εξελίξεις όμως τους διαψεύδουν και τους εκθέτουν για ακόμη μια φορά, δείχνοντας ότι δεν γνωρίζουν και δεν κατανοούν τόσο τις κινήσεις του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, όσο και την τρέχουσα εξωτερική πολιτική της Ελλάδας.</p>
<p>Η εν λόγω επιλογή αποδεικνύει, ότι ο Πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης και η Ελλάδα δεν ανέστειλαν και δεν πρόκειται να αναστείλουν τις εργασίες ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας - Κύπρου, λόγω των απειλών της Τουρκίας.</p>
<p>Αποφάσισαν να προβούν σε έναν στρατηγικό ελιγμό και στις αντιδράσεις και απειλές της Τουρκίας να απαντήσουν με μια καθαρά επιθετική διπλωματική κίνηση, μιλώντας με όρους πραγματικής αποτροπής (και όχι κενών περιεχομένου βερμπαλισμών), θέτοντας τετελεσμένα στην Τουρκία και εκπέμποντας το μήνυμα, ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να υποχωρήσει από την υπεράσπιση και διεκδίκηση των εθνικών και κυριαρχικών της συμφερόντων στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.</p>
<p>Η αντίδραση της Τουρκίας στις εν λόγω εξελίξεις υποδηλώνει την αμηχανία της.</p>
<p>Η Τουρκία σε σχέση με τον ΘΧΣ έρχεται δεύτερη. Δεν έχει να επιδείξει κάτι επίσημο για να υπερασπιστεί τη Γαλάζια Πατρίδα και προέβη σε μια απάντηση μέσω της εφημερίδας Milliyet όπου παρουσίασε μια δήθεν επιστημονική μελέτη όπου ορίζει τον Τουρκικό ΘΧΣ.</p>
<p>Η ανακοίνωση του Τουρκικού ΥΠΕΞ δε, προκαλεί θυμηδία και είναι άνευ ουσίας.</p>
<p>Συγκεκριμένα, η ενέργεια της Ελλάδας για την έκδοση της ΕΧΣΘΧ δεν είναι μονομερής, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο κάλυψης των ευρωπαϊκών υποχρεώσεών της και βασίστηκε αποκλειστικά στους κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας του 1982, όπως αναλόγως έπραξε και η Τουρκία στη Μαύρη θάλασσα (χωρίς να αποδέχεται τους κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας).</p>
<p>Ο προσδιορισμός των ορίων στις θαλάσσιες ζώνες μιας χώρας είναι ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και δεν αποτελεί μονομερής ενέργεια. Το ίδιο έχει κάνει και η Τουρκία. Συνεπώς, δεν νομιμοποιείται να ομιλεί για μονομερείς ενέργειες.</p>
<p>Η απειλή της Τουρκίας επίσης, ότι θα υποβάλει το δικό της Σχέδιο στην UNESCO και στους αρμόδιους φορείς του ΟΗΕ είναι άνευ ουσίας και δεν φέρει κάποια νομική επίπτωση κατά της Ελλάδας.</p>
<p>Για του λόγου το αληθές,  το Άρθρο 2 του Κεφαλαίου 1 του ΟΗΕ, στην παράγραφο 7 αναφέρει: «Καμιά διάταξη αυτού του Χάρτη δε θα δίνει στα Ηνωμένα Έθνη το δικαίωμα να επεμβαίνουν σε ζητήματα που ανήκουν ουσιαστικά στην εσωτερική δικαιοδοσία οποιουδήποτε κράτους και δε θα αναγκάζει τα Μέλη να υποβάλλουν τέτοια θέματα για ρύθμιση σύμφωνα με τους όρους αυτού του Χάρτη. Η αρχή όμως αυτή δεν πρέπει να εμποδίζει την εφαρμογή των εξαναγκαστικών μέτρων που προβλέπονται από το Κεφάλαιο 7».</p>
<p>Το Κεφάλαιο 7 του ΟΗΕ αναφέρεται σε ενέργειες απειλής εναντίον της Ειρήνης, Διαταράξεως της Ειρήνης και Επιθετικών Πράξεων.<br />
Υπό αυτή την οπτική, το ερώτημα που τίθεται είναι ποιος μιλάει για παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας; Η Τουρκία που δεν σέβεται την κυριαρχία του μόνου αναγνωρισμένου κράτους, της Κυπριακής Δημοκρατίας και ζητά να νομιμοποιηθεί η εισβολή της στην Κύπρο, μέσω της αναγνώρισης του ψευδοκράτους ως ανεξάρτητου κράτους;</p>
<p>Εν κατακλείδι, η έκδοση της ΕΧΣΘΧ αποτελεί μια ιστορικής σημασίας στρατηγική κίνηση για την Ελλάδα, όπου ασκεί έντονη πίεση στην Τουρκία και επιταχύνει τη διαδικασία συνομιλιών για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο όχι στη βάση της Γαλάζιας Πατρίδας, αλλά στη βάση της Ελληνικής ΕΧΣΘΧ, όπου προσδιορίζει τα θαλάσσια σύνορα όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης.</p>
<p>Η κίνηση αυτή τέλος, αυξάνει τη διαπραγματευτική ισχύ της Ελλάδας και επανακαθορίζει τη σχέση Ελλάδας - Τουρκίας στην περιοχή.</p>
<p><em>* Ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, πρώην Γενικός Διευθυντής - Γενικής Διεύθυνσης Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ) Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ) </em></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/01/konstantinos-p.-mpalomenos.jpg?fit=702%2C604&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/01/konstantinos-p.-mpalomenos.jpg?fit=702%2C604&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Αναζήτηση πορείας σε έναν κόσμο που αναδιατάσσεται</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/anazitisi-poreias-se-enan-kosmo-poy-an/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[panos12]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 13 Mar 2025 16:30:11 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Opinion]]></category>
		<category><![CDATA[Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=186921</guid>

					<description><![CDATA[Οι τρέχουσες γεωπολιτικές εξελίξεις στο διεθνές σύστημα μετά και την ανάληψη της διακυβέρνησης των ΗΠΑ από τον Ντόναλντ Τράμπ, ανατρέπουν τα έως τώρα δεδομένα στην παγκόσμια κοινότητα. Γράφει ο Κωνσταντίνος Μπαλωμένος Σύμφωνα με την Έκθεση Ασφαλείας του Μονάχου 2025: «Στο σημερινό πολυπολικό διεθνές σύστημα παρατηρείται μια συνεχιζόμενη μετατόπιση ισχύος προς έναν μεγαλύτερο αριθμό κρατών,όπου εκτός [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Οι τρέχουσες γεωπολιτικές εξελίξεις στο διεθνές σύστημα μετά και την ανάληψη της διακυβέρνησης των ΗΠΑ από τον Ντόναλντ Τράμπ, ανατρέπουν τα έως τώρα δεδομένα στην παγκόσμια κοινότητα.</p>
<div class="inline-banner-left">Γράφει ο <strong>Κωνσταντίνος Μπαλωμένος</strong></div>
<p>Σύμφωνα με την Έκθεση Ασφαλείας του Μονάχου 2025: «Στο σημερινό πολυπολικό διεθνές σύστημα παρατηρείται μια συνεχιζόμενη μετατόπιση ισχύος προς έναν μεγαλύτερο αριθμό κρατών,όπου εκτός από τις δύο υπερδυνάμεις, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διεθνή τάξη και συναγωνίζονται για απόκτηση μεγαλύτερης ισχύος και επιρροής».</p>
<p>Επίσης, εκτός από τις υπάρχουσες απειλές (περιφερειακές συγκρούσεις, τρομοκρατία, μεταναστευτικό, διασπορά όπλων μαζικής καταστροφής, διασπαστικές τεχνολογίες, κλιματική αλλαγή, γεωπολιτικοποίηση των στρατηγικών πόρων κ.λπ),που αντιμετωπίζει ο κόσμος σήμερα, παρατηρείται και μια ιδεολογική πόλωση. Βάσει της εν λόγω έκθεσης, ο πολιτικός και οικονομικός φιλελευθερισμός, που διαμόρφωσε τη μονοπολική περίοδο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, αμφισβητείται όλο και περισσότερο εκ των έσω, όπως καταδεικνύεται από την άνοδο του αυταρχισμού, του εθνικιστικού λαϊκισμού, του απομονωτισμού, του οικονομικού ανταγωνισμού και την εκδήλωση μονομερών πρωτοβουλιών για την αύξηση της πολιτικής ισχύος των διεθνών κρατικών και μη κρατικών δρώντων.</p>
<p>Η σημαντικότερη επίπτωση που έχουν επιφέρει οι ανωτέρω αλλαγές στο διεθνές σύστημα όμως, είναι ότι το πολυμερές σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης, το οποίο κυριάρχησε στις διεθνείς σχέσεις για σχεδόν οκτώ δεκαετίες, τίθεται υπό αμφισβήτηση και η έως τώρα βασισμένη σε κανόνες διεθνής τάξη (rules-based International order) απαξιώνεται με αποτέλεσμα το διεθνές δίκαιο να παραβιάζεται έναντι του δίκαιου του ισχυρού.</p>
<p>Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι έως τώρα κινήσεις των σημαντικών παικτών του διεθνούς συστήματος ακυρώνουν το υπάρχον σύστημα διεθνούς τάξης γίνεται κατανοητό ότι η παγκόσμια κοινότητα οδεύει σε αχαρτογράφητα νερά.</p>
<p>Η επιβίωση σε αυτό το νέο παγκόσμιο γίγνεσθαι απαιτεί πρωτίστως,  βαθιά κατανόηση και ανάλυση των αλλαγών που συντελούνται.</p>
<p>Υπό το πρίσμα αυτό, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στρατηγικές συμμαχίες όπως η συμμαχία ΗΠΑ-Ευρώπης διέρχονται από μια μεγάλη κρίση ταυτότητας.</p>
<p>Η στρατηγική απόφαση των ΗΠΑ να υποβαθμίσουν τη συμμετοχή τους στην αμυντική συμμαχία, η οποία προστατεύει την ειρήνη στην Ευρώπη για σχεδόν οκτώ δεκαετίες, μπορεί να σηματοδοτήσει το τέλος μιας εποχής για τη σύμπραξη ΗΠΑ-Ευρώπης που βασίζονταν σε κοινές αξίες και αρχές.</p>
<p>Οι αρχές που έως τώρα διακήρυσσαν οι ΗΠΑ περί αντίθεσης στον εδαφικό επεκτατισμό, την προστασία του απαραβίαστου των συνόρων, την άρνηση χρήσης βίας, τον περιορισμό των εμπορικών δασμών και την υποστήριξη της διεθνούς συνεργασίας για την επίτευξη οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας, φαίνεται να ακυρώνονται, δημιουργώντας σοβαρό πλήγμα στη διεθνή τάξη.<br />
Απ’ ότι φαίνεται, ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν αντιλαμβάνεται τα παγκόσμια δρώμενα με όρους γεωπολιτικούς, αλλά με όρους αγοράς όπου τα πάντα είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση για την εξασφάλιση κέρδους.</p>
<p>Ο κ. Τράμπ με όρους αγοράς πάντα, αντιλαμβάνεται ότι όταν η χώρα του έχει χρέος $34 τρις, είναι αντιοικονομική η εμπλοκή των ΗΠΑ στον Ρωσο-Ουκρανικό πόλεμο και γι’ αυτό, ανακοίνωσε την άμεση απεμπλοκή της χώρας του, επιζητώντας μια άμεση κατάπαυση του πυρός με οποιαδήποτε αντάλλαγμα.<br />
Θεωρεί ότι ο πόλεμος έχει κριθεί στο πεδίο των μαχών και πως η Ρωσία δεν υπάρχει περίπτωση να απωλέσει τα Ουκρανικά εδάφη που έχει κερδίσει έως τώρα.</p>
<p>Ως σκληρός ρεαλιστής και συνάμα ορθολογιστής ο κ. Τράμπ, γνωρίζει ότι για να ανατραπεί η διαμορφωθείσα κατάσταση στην Ουκρανία, θα πρέπει να υπάρξει στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ και των κρατών μελών του ΝΑΤΟ, γεγονός που θα σηματοδοτούσε την έναρξη του Γ’ Παγκόσμιου Πολέμου και θα ήταν καταστροφικό τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για τον υπόλοιπο κόσμο.</p>
<p>Ο κ. Τράμπ θεωρεί ότι η βασική απειλή των ΗΠΑ σήμερα δεν είναι η Ρωσία, αλλά η Κίνα.<br />
Η Κίνα αποτελεί παγκόσμιο ανταγωνιστή των ΗΠΑ όπου μεγεθύνεται συνεχώς οικονομικά, γιγαντώνεται στρατιωτικά και τείνει να αποτελέσει τον εκφραστή των χωρών του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου, αλλά και των υπόλοιπων ανταγωνιστών των ΗΠΑ.</p>
<p>Επίσης, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Αθανάσιος Πλατιάς (βλέπε άρθρο του στο ΒΗΜΑ με τίτλο: Ο απεγκλωβισμός της Ουάσιγκτον),«ο στρατηγικός άξονας Πεκίνου - Μόσχας έδωσε στην Κίνα το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της φθηνήςενέργειας, ενώ της εξασφάλισε ταχερσαία σύνορα από απειλές, δίνοντάς της στρατηγικό βάθος. Έτσι ηΚίνα έστρεψε την ενέργειά της στηθάλασσα απειλώντας τη θαλασσοκρατία των ΗΠΑ».<br />
Υπό το πρίσμα αυτό, ο κ. Τράμπ επέλεξε να εγκαινιάσει μια νέα εποχή ανάμεσα στις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας επιδιώκοντας  πολλαπλά οφέλη τόσο σε γεωπολιτικό όσο και οικονομικό επίπεδο. Τέλος, θεωρεί υψίστης σημασίας γι’ αυτόν και τη χώρα του, να απεγκλωβίσει τη Ρωσία από τη σφαίρα επιρροής της Κίνας.</p>
<p>Υπό τα νέα δεδομένα, παρά τις έως τώρα προσπάθειες για σφυρηλάτηση πολιτικής ενότητας και ενίσχυσης της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ευρώπη έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες που επηρεάζουν τον ηγετικό της ρόλο στο διεθνές σύστημα.</p>
<ul>
<li>Ενώ γίνονται προσπάθειες να επιτευχθείη στρατηγική  αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), οι ΗΠΑ αποτελούν τον εγγυητή της ευρωπαϊκής ασφάλειας μέσω του ΝΑΤΟ.</li>
<li>Η Ε.Ε. δεν έχει τις δυνατότητες να αναπτύξει μια Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ), ώστε να γίνει ένας αξιόπιστος πάροχος ασφάλειας.</li>
<li>Το πυρηνικό οπλοστάσιο της Ευρώπης είναι πολύ μικρό για να είναι αποτρεπτικό, ειδικά κατά της Ρωσίας.</li>
<li>Η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα είναι μια σημαντική στρατηγική και πολιτική αδυναμία.</li>
<li>Τα κράτη μέλη της Ευρώπης δεν έχουν κοινή αντίληψη για τις προκλήσεις και τις απειλές της Ευρώπης. Για παράδειγμα, για την Ελλάδα η κύρια απειλή είναι η Τουρκία ενώ για τη Μεγάλη Βρετανία και τις χώρες της Βαλτικής η Ρωσία.</li>
</ul>
<p>Παρά τις ανωτέρω ασυμμετρίες στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, οι τρέχουσες εξελίξεις στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον αποτελούν την τελευταία ευκαιρία για την Ευρώπη να επενδύσει στην άμυνα και την ασφάλειά της, ώστε να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία και να ενισχύσει το γεωπολιτικό της αποτύπωμα στο διεθνές σύστημα.<br />
Στο πλαίσιο αυτό, η Ε.Ε. απαιτείται να επιταχύνει την εφαρμογή της Στρατηγικής της Πυξίδας (Strategic Compass) για την ενίσχυση της πολιτικής άμυνας και ασφάλειας της Ε.Ε. έως το 2030, για τη δημιουργία μιας αξιόπιστης ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και της ικανότητας ταχείας ανάπτυξης της Ε.Ε., ως προοίμιο για έναν Ευρωπαϊκό στρατό.</p>
<p>Μόνο αν εξασφαλιστεί η στρατηγική αυτονομία της Ε.Ε., τα κράτη-μέλη της θα αποκτήσουν την ικανότητα να συνεργάζονται με εταίρους για να προστατεύσουν τις αξίες και τα συμφέροντά τους και να διαδραματίσουνσημαντικότερο ρόλο στη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.<br />
Εκτός από τη βαθιά κατανόηση και ανάλυση των αλλαγών που συντελούνται στον κόσμο, για την επιβίωση σε αυτό το νέο παγκόσμιο γίγνεσθαι απαιτείται και στρατηγική αναπροσαρμογή.</p>
<p>Υπό αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα εκτός από την επίγνωση του διεθνούς περιβάλλοντος χρειάζεται να προχωρήσει στις απαραίτητες στρατηγικές αναπροσαρμογές της εξωτερικής πολιτικής της, ώστε να εξασφαλίσει την βιωσιμότητακαι ανάπτυξή της.</p>
<p>Σε αυτό το νέο κόσμο που αναδιατάσσεται, θεωρώ πως η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί παράλληλα, προς δύο κατευθύνσεις.<br />
Δεδομένου ότι η διεθνής κοινότητα έχει αποδειχθεί ανίκανη να αντιμετωπίσει τις τρέχουσες προκλήσεις και απειλές του διεθνούς συστήματος, η Ελλάδα πρέπει να πρωτοστατήσει σε διεθνείς πρωτοβουλίες για μια ανανεωμένη δέσμευση των κρατών στο διεθνές δίκαιο και μια μεταρρύθμιση του πολυμερούς συστήματος παγκόσμιας διακυβέρνησης.</p>
<p>Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει τη θέση της ως μη μόνιμο μέλος στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και να συμβάλει στην ενίσχυση της ικανότητας της διεθνούς κοινότητας να αντισταθεί στις αποσταθεροποιητικές δυνάμεις που επιδιώκουν να αντικαταστήσουν το διεθνές δίκαιο με το δίκαιο του ισχυρού και να αλλάξουν τους κανόνες και τις αξίες του τρέχοντος συστήματος διακυβέρνησης.</p>
<p>Υπό το πρίσμα αυτό, η Ελλάδα πρέπει να υποστηρίξει σθεναρά το ψήφισμα A/RES/79/1 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών (UNGA), με τίτλο: «Το Σύμφωνο για το Μέλλον», το οποίο καταδεικνύει τη δέσμευση της διεθνούς κοινότητας να μεταρρυθμίσει τη βασισμένη σε κανόνες διεθνή τάξη για να αντιμετωπιστούν οι σοβαρές προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κόσμος σήμερα.</p>
<p>Η δεύτερη κατεύθυνση που πρέπει να κινηθεί η Ελλάδα βασίζεται στην παραδοσιακή ρεαλιστική προσέγγιση των Διεθνών Σχέσεων και σχετίζεται με τις συμμαχίες της χώρας.</p>
<p>Λαμβάνοντας τον έντονο ανταγωνισμό των δρώντων του σημερινού πολυπολικού διεθνούς συστήματος και την επιδίωξή τους για αντικατάσταση του διεθνούς δικαίου με το δίκαιο του ισχυρού, η Ελλάδα για να επιβιώσει πρέπει να επενδύσει ακόμη περισσότερο στις ισχυρές συμμαχίες της (ΗΠΑ, Ισραήλ, Γαλλία) και να ενδυναμώσει τη στρατηγική της σχέση μαζί τους.</p>
<p>Βασική προϋπόθεση όμως, για την επίτευξη των εθνικών στόχων βάσει των εν λόγω δύο κατευθύνσεων, είναι η Ελλάδα να αντιμετωπίσει άμεσα τις τρωτότητές της όπου λειτουργούν ως τροχοπέδη και υπονομεύουν την Ελληνική εξωτερική πολιτική και τα εθνικά συμφέροντα.<br />
Η Ελλάδα εδώ και πολύ καιρό αποτελεί στόχο υβριδικών επιχειρήσεων ισχυρών κέντρων εξουσίας εντός και εκτός Ελλάδας, όπου επιδιώκουν την υπονόμευση και άμεση αποσταθεροποίησή της.</p>
<p>Η βασική διαχρονική τρωτότητα της χώρας είναι οι πληροφοριακές και ψυχολογικές επιχειρήσεις που διεξάγονται καιρό τώρα από τα εν λόγω κέντρα εξουσίας,με στόχο τον έλεγχο των πολιτικών αφηγημάτων για τη χειραγώγηση και παραπληροφόρηση του ελληνικού λαού, ώστε να αποσύρει την εμπιστοσύνη και στήριξή του από την πολιτική ηγεσία της Ελλάδας.</p>
<p>Για του λόγου το αληθές, θα παραθέσω κάποια παραδείγματα με αφηγήματα που έχουν αναπτυχθεί τελευταία,από τα εγχώρια όργανα αυτών των κέντρων εξουσίας.</p>
<p>Μετά τις Ευρωεκλογές ασκήθηκε έντονη κριτική τόσο στον Πρωθυπουργό όσο και στον Υπουργό Εξωτερικών για την πολιτική προσέγγισης με την Τουρκία χαρακτηρίζοντάς τους ως εθνικούς μειοδότες και προδότες. Κανείς από αυτούς όμως, δεν αναφέρθηκε στο γεγονός, ότι η ίδια πολιτική ηγεσία όταν χρειάστηκε το 2020 υπερασπίστηκε τα εθνικά δίκαια και την εθνική κυριαρχία αποτελεσματικά, στέλνοντας παράλληλα, ένα ισχυρό μήνυμα αποτροπής στην Τουρκία.<br />
Το ερώτημα που τίθεται για να διαλυθεί η παραπληροφόρηση είναι,πως είναι δυνατόν κάποιοι προδότες να υπερασπίζονται σθεναρά την εθνική ασφάλεια της πατρίδας μας;.</p>
<p>Η δεύτερη παραπληροφόρηση αφορά την επιλογή της χώρας να στηρίξει το δίκαιο αγώνα της Ουκρανίας να υπερασπιστεί την εθνική της ανεξαρτησία από έναν εισβολέα όπου κόντρα στους κανόνες του διεθνούς δικαίου επιδιώκει να επιβάλει το δίκαιο του ισχυρού. Στο πλαίσιο του ίδιου αφηγήματος εντάσσεται και η παραπληροφόρηση για την αποστολή οπλισμού από την Ελλάδα στην Ουκρανία, αποδυναμώνοντας την ασφάλεια των ελληνικών νησιών.</p>
<p>Όπως έχω τονίσει σε προηγούμενο άρθρο μου, αν και μας ζητήθηκε, η Ελλάδα δεν έδωσε τανκς, δεν έδωσε αεροπλάνα F16, αλλά ούτε και αντιαεροπορικά συστήματα. Ο ελάχιστος στρατιωτικός εξοπλισμός που έδωσε ήταν μη αναγκαίος, η απόσυρση και  καταστροφή του από τις ένοπλες δυνάμεις θα κόστιζε πολλά εκατομμύρια ευρώ και δεν αποδυναμώθηκε η ασφάλεια των ελληνικών νησιών.</p>
<p>Οι ίδιοι άνθρωποι που κατηγορούσαν την πολιτική ηγεσία της Ελλάδας για τις ανωτέρω επιλογές, κατηγορούν σήμερα τον Πρωθυπουργό κ. Κυριάκο Μητσοτάκη για δήθεν διεθνή αποδυνάμωση της Ελλάδας και γιατί δεν προσκλήθηκε η Ελλάδα στη Σύνοδο των προθύμων που συγκάλεσε ο Βρετανός Πρωθυπουργός κ. Στάρμερ στο Λονδίνο, στις 2 Μαρτίου 2025.</p>
<p>Το γεγονός, ότι η μη παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού να ήταν αποτέλεσμα εθνικής στρατηγικής επιλογής, δεν το αναφέρει κανείς διότι δεν συμφέρει το αφήγημα της παραπληροφόρησης.<br />
Και στρατηγική επιλογή να μην ήταν όμως, θέτω το ερώτημα σε όλες αυτές τις φωνές της παραπληροφόρησης. Η Ελλάδα είναι πρόθυμη; Είναι διατεθειμένη να στείλει στρατό στην Ουκρανία;</p>
<p>Την προηγούμενη Πέμπτη 5/3/25, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο Tass, διεμήνυσε στον κ. Μακρόν, ότι η παρουσία ευρωπαϊκών δυνάμεων στην Ουκρανία θα σημαίνει άμεσο πόλεμο από τις ευρωπαϊκές χώρες κατά της Ρωσίας.<br />
Αυτοί που αναπτύσσουν την ανωτέρω προπαγανδιστική ρητορική ας μας απαντήσουν. Θέλουν η Ελλάδα να μπει σε πόλεμο με τη Ρωσία για την Ουκρανία; Αν θέλουν να βγουν και να μας το πουν.</p>
<p>Ας αναλογιστεί λοιπόν ο κάθε καλόπιστος αναγνώστης, τι χαμό θα προκαλούσαν οι ίδιοι προπαγανδιστές και τα πληρωμένα παπαγαλάκια των ξένων κέντρων εξουσίας στην Ελλάδα, αν ο Πρωθυπουργός συμμετείχε σε αυτή τη Σύνοδο των Προθύμων με θέμα την αποστολή ελληνικών στρατευμάτων στην Ουκρανία.<br />
Επίσης, η Μεγάλη Βρετανία είναι εκτός Ε.Ε. και διοργάνωσε μια μονομερής πρωτοβουλία πρωτίστως για να διερευνήσει τις πιθανότητες προθύμων χωρών να εμπλακούν σε μια οιωνοί ειρηνευτική αποστολή στην Ουκρανία που αποτελεί αιτία πολέμου για τη Ρωσία και δευτερευόντως, για να ενισχύσει το γεωπολιτικό της αποτύπωμα στην Ευρώπη μετά τη στρατηγική επιλογή των ΗΠΑ να αποσυρθούν.</p>
<p>Μια συμμετοχή του Έλληνα Πρωθυπουργού σε αυτή τη Σύνοδο θα συνέφερε την Ελλάδα όταν το ζητούμενο για την Ευρώπη,είναι οι αποφάσεις να ληφθούν εντός του Ευρωπαϊκού πλαισίου;</p>
<p>Τέλος, απίστευτη παραπληροφόρηση γίνεται για τη συμμετοχή του Τούρκου ΥΠΕΞ κ. Χακάν Φιντάνστην εν λόγω Σύνοδο και την πιθανότητα συμμετοχής της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα.</p>
<p>Το ενδεχόμενο ο Έλληνας Πρωθυπουργός να μην πήγε στο Λονδίνο, διότι θεώρησε υποκριτική και προσβλητική την πρόσκληση στην Τουρκία, που έχει διαπράξει ακριβώς,ότι η Ρωσία στην Ουκρανία με την τουρκική εισβολή και κατοχή της βόρειας Κύπρου δεν το αναφέρει κανείς, διότι επίσης, δεν συμφέρει το προπαγανδιστικό αφήγημα.</p>
<p>Σε σχέση με τη συμμετοχή της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα, θα πρέπει να ενημερωθεί ο κόσμος, ότι η επιδίωξη αυτή από μέρους της Τουρκίας δεν είναι καινούρια. Πάνω από μια τετραετία επιδιώκει<br />
ανεπιτυχώς αυτό το στόχο η Τουρκία, λόγω της σθεναρής στάσης της Ελλάδας και των συμμάχων της.</p>
<p>Για του λόγου το αληθές, ο γράφων το παρόν άρθρο, στις 18 Οκτωβρίου 2022 συμμετέχων ως Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Πολιτικής Εθνικής Άμυνας &amp; Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ) του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, στη Σύνοδο των Διευθυντών Αμυντικής Πολιτικής της Ε.Ε. που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, είχα τονίσει στους ομολόγους μου,ότι η Ελλάδα σε καμία περίπτωση δεν θα συνηγορήσει στην στήριξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας και την προμήθεια τουρκικού στρατιωτικού εξοπλισμού μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη (EPF), δεδομένου του συλλογικού χαρακτήρα του εν λόγω μηχανισμού με συνεισφορές προερχόμενες από τους εθνικούς προϋπολογισμούς των κρατών μελών.</p>
<p>Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Εκτός από τον Έλληνα Πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη και ο Γάλλος Πρόεδρος κ. Μακρόν είναι αντίθετος σε μια τέτοια προοπτική και διαφώνησε ανοικτά με τον Γερμανό ομόλογό του.</p>
<p>Η ίδια προπαγάνδα και επιχείρηση παραπληροφόρησης διεξάγεται αυτή την περίοδο και για τη σχέση του Έλληνα Πρωθυπουργού με τον Αμερικανό Πρόεδρο κ. Τράμπ παρά το γεγονός, ότι ο Έλληνας ΥΠΕΞ κ. Γεραπετρίτης είχε πρόσφατα μια άκρως επιτυχημένη συνάντηση με τον ομόλογό του στην Ουάσιγκτον και προετοιμάζεται επίσημη επίσκεψη του κ. Μητσοτάκη στο Λευκό Οίκο.</p>
<p>Λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη έκταση του παρόντος άρθρου, δεν έχω τη δυνατότητα να αναφερθώ εκτενώς στα αφηγήματα της εν λόγω επιχείρησης παραπληροφόρησης, ώστε μέσω επιχειρημάτων να τα αποδομήσω. Ίσως επανέλθω σε κάποιο άλλο άρθρο μου.</p>
<p>Συνοψίζοντας την αναφορά μου στην ανωτέρω υβριδικού χαρακτήρα εκστρατεία, όπου μέσω πληροφοριακών και ψυχολογικών επιχειρήσεων επιδιώκεται η αποσταθεροποίηση της χώρας, επισημαίνω για ακόμη μια φορά την αναγκαιότητα ενίσχυσης της εθνικής ανθεκτικότητας.</p>
<p>Εν κατακλείδι, σε αυτό το νέο κόσμο που αναδιατάσσεται, η Ελλάδα δεν έχει να φοβηθεί τίποτε, διότι έχει δικαιωθεί από τις έως τώρα στρατηγικές της επιλογές.<br />
Μια κρίση εκτός από τα δεινά που προκαλεί, δημιουργεί και ευκαιρίες.</p>
<p>Αυτό που χρειάζεται η Ελλάδα είναι να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη μεταρρύθμιση του πολυμερούς συστήματος παγκόσμιας διακυβέρνησης, να ενδυναμώσει τη σχέση της με τους στρατηγικούς συμμάχους της και να αξιοποιήσει τις στρατηγικές ευκαιρίες που θα προκύψουν, ώστε μέσω της άσκησης πιο ενεργούς και πολυδιάστατης διπλωματίας, να αυξήσει το γεωπολιτικό της αποτύπωμα.</p>
<p><strong>*</strong>Ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος είναι  Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Πρώην Γενικός Διευθυντής - Γενικής Διεύθυνσης Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ) Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ)</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/01/konstantinos-p.-mpalomenos.jpg?fit=702%2C604&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/01/konstantinos-p.-mpalomenos.jpg?fit=702%2C604&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
	</channel>
</rss>
