<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	
	xmlns:georss="http://www.georss.org/georss"
	xmlns:geo="http://www.w3.org/2003/01/geo/wgs84_pos#"
	xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/">

<channel>
	<title>DBRS &#8211; Money Press</title>
	<atom:link href="https://www.moneypress.gr/tag/dbrs/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.moneypress.gr</link>
	<description></description>
	<lastBuildDate>Fri, 27 Mar 2026 13:59:18 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2022/02/cropped-mp.png?fit=32%2C32&#038;ssl=1</url>
	<title>DBRS &#8211; Money Press</title>
	<link>https://www.moneypress.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>DBRS: Σταθερή ανάπτυξη 2% για την Ελλάδα το 2026 –  Oριακή υποχώρηση στο 1,8% το 2027 εν μέσω γεωπολιτικών κινδύνων</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/dbrs-statheri-anaptyksi-2-gia-tin-ellada-to-2026/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[babisp]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 27 Mar 2026 11:14:01 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Uncategorized]]></category>
		<category><![CDATA[DBRS]]></category>
		<category><![CDATA[featured]]></category>
		<category><![CDATA[ανάπτυξη]]></category>
		<category><![CDATA[οικονομία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=210615</guid>

					<description><![CDATA[Αμετάβλητη διατηρεί η Morningstar DBRS την εκτίμησή της για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2026 στο 2%, παρά την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα, προχωρώντας ωστόσο σε οριακή αναθεώρηση προς τα κάτω για το 2027 στο 1,8%. Στην επικαιροποίηση των βασικών μακροοικονομικών της σεναρίων, ο οίκος επισημαίνει ότι οι προβλέψεις αντικατοπτρίζουν τη σημερινή συναίνεση της αγοράς [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p class="isSelectedEnd">Αμετάβλητη διατηρεί η Morningstar DBRS την εκτίμησή της για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2026 στο <strong>2%</strong>, παρά την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα, προχωρώντας ωστόσο σε <strong>οριακή αναθεώρηση προς τα κάτω για το 2027 στο 1,8%</strong>.</p>
<p class="isSelectedEnd">Στην επικαιροποίηση των βασικών μακροοικονομικών της σεναρίων, ο οίκος επισημαίνει ότι οι προβλέψεις αντικατοπτρίζουν τη σημερινή συναίνεση της αγοράς και βασίζονται στη διάμεση εκτίμηση ενός ευρέος φάσματος αναλυτών, την ώρα που ο τελικός αντίκτυπος των διεθνών εξελίξεων σε ανάπτυξη και πληθωρισμό παραμένει αβέβαιος.</p>
<p class="isSelectedEnd"><strong>Γεωπολιτικές εντάσεις και ενέργεια στο επίκεντρο</strong></p>
<p class="isSelectedEnd">Το τελευταίο τρίμηνο χαρακτηρίζεται από μεικτές αναθεωρήσεις, με την κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή να οδηγεί σε άνοδο των τιμών ενέργειας και σε σημαντικές διαταραχές σε μεταφορές και υποδομές. Παρά ταύτα, οι περισσότεροι αναλυτές δεν έχουν ακόμη προχωρήσει σε ουσιαστικές αλλαγές των εκτιμήσεών τους.</p>
<p class="isSelectedEnd">Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη σύγκρουση με το Ιράν, η οποία επηρεάζει τη ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ, πλήττει ενεργειακές υποδομές και εντείνει την αβεβαιότητα για την παγκόσμια οικονομία. Μια παρατεταμένη ένταση θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω τις αναπτυξιακές προοπτικές, ειδικά για οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας.</p>
<p class="isSelectedEnd"><strong>Πιο αυστηρή νομισματική στάση διεθνώς</strong></p>
<p class="isSelectedEnd">Παράλληλα, οι κεντρικές τράπεζες εμφανίζονται πιο «σφιχτές» σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις, καθώς οι προσδοκίες για τα επιτόκια αυξάνονται σε Ευρώπη και Ασία. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την ανθεκτικότητα των αγορών εργασίας και την επιμονή του δομικού πληθωρισμού πάνω από τους στόχους.</p>
<p class="isSelectedEnd">Σε περίπτωση παρατεταμένων πιέσεων στην ενέργεια, δεν αποκλείεται περαιτέρω άνοδος επιτοκίων ή ακόμη και δημοσιονομικές παρεμβάσεις για τη στήριξη των οικονομιών.</p>
<p class="isSelectedEnd"><strong>Σταθερές προβλέψεις παρά τα διεθνή σοκ</strong></p>
<p class="isSelectedEnd">Παρά την έντονη μεταβλητότητα στις αρχές του 2026, οι συνολικές προβλέψεις για το 2026 και το 2027 παραμένουν σε γενικές γραμμές σταθερές. Στην Ευρώπη, η ανάπτυξη εκτιμάται γύρω στο 1% ή και χαμηλότερα, με την Ισπανία να ξεχωρίζει θετικά, ενώ στις ΗΠΑ η πρόβλεψη ενισχύεται στο 2,5%.</p>
<p class="isSelectedEnd">Το πρώτο τρίμηνο του έτους σημαδεύτηκε από σημαντικές γεωπολιτικές εξελίξεις και αυξημένη αστάθεια, που ενισχύουν το ρίσκο για την παγκόσμια οικονομία και τις αγορές.</p>
<p class="isSelectedEnd"><strong>Μικτές τάσεις στην αγορά εργασίας</strong></p>
<p class="isSelectedEnd">Στο μέτωπο της απασχόλησης, οι προβλέψεις εμφανίζουν μικτές τάσεις, με ήπια επιβράδυνση σε ορισμένες οικονομίες, κυρίως στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η περιορισμένη αύξηση του εργατικού δυναμικού διατηρεί την ανεργία σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, γύρω στο 4,4%.</p>
<p class="isSelectedEnd">Στην Ευρώπη καταγράφονται διαφοροποιήσεις, με ορισμένες χώρες να εμφανίζουν επιδείνωση και άλλες, όπως η Ισπανία, βελτίωση των δεικτών απασχόλησης.</p>
<p class="isSelectedEnd"><strong>Βασικό σενάριο αισιοδοξίας με αυξημένους κινδύνους</strong></p>
<p class="isSelectedEnd">Συνολικά, το βασικό σενάριο της Morningstar DBRS παραμένει <strong>συγκρατημένα αισιόδοξο</strong>, στηριζόμενο στην ισχυρή χρηματοοικονομική θέση των νοικοκυριών και στην αναμενόμενη δημοσιονομική στήριξη. Η νομισματική πολιτική εκτιμάται ότι θα κινηθεί σε ουδέτερη κατεύθυνση, ενώ ο πληθωρισμός είχε ήδη αρχίσει να αποκλιμακώνεται πριν το ενεργειακό σοκ του 2026.</p>
<p>Ωστόσο, οι κίνδυνοι παραμένουν αυξημένοι, με τη γεωπολιτική αστάθεια και τις εξελίξεις στην ενέργεια να αποτελούν τον βασικό παράγοντα αβεβαιότητας. Ο οίκος τονίζει ότι θα συνεχίσει να επικαιροποιεί τις εκτιμήσεις του, καθώς προκύπτουν νέα δεδομένα από το διεθνές περιβάλλον.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2026/03/Screenshot-2026-03-27-at-3.52.32-PM.png?fit=702%2C394&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2026/03/Screenshot-2026-03-27-at-3.52.32-PM.png?fit=702%2C394&#038;ssl=1" type="image/png" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>DBRS: Η ακτινογραφία της ελληνικής οικονομίας — Ισχυρή ανάπτυξη και πτώση χρέους κόντρα στη γεωπολιτική αστάθεια</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/dbrs-i-aktinografia-tis-ellinikis-oikono/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[xtzaferis]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 07 Mar 2026 06:00:48 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Οικονομία]]></category>
		<category><![CDATA[DBRS]]></category>
		<category><![CDATA[featured]]></category>
		<category><![CDATA[ελληνική οικονομία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=209323</guid>

					<description><![CDATA[Στάση αναμονής αποφάσισε να κρατήσει απόψε η DBRS, στην πρώτη αξιολόγηση της χώρας μας για το 2026, διατηρώντας αμετάβλητη την πιστοληπτική βαθμολογία της Ελλάδας, στο «BBB» με σταθερές προοπτικές, επιβεβαιώνοντας έτσι τις προβλέψεις. Η πρώτη αξιολόγηση για την ελληνική οικονομία τη φετινή χρονιά ήρθε σε μια ιδιαίτερα δύσκολη διεθνή συγκυρία, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, το ενεργειακό ράλι και οι φόβοι για [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Στάση αναμονής αποφάσισε να κρατήσει απόψε η <strong>DBRS</strong>, στην πρώτη <strong>αξιολόγηση </strong>της χώρας μας για το 2026, διατηρώντας<strong> αμετάβλητη την πιστοληπτική βαθμολογία της Ελλάδας, στο «BBB» με σταθερές προοπτικές</strong>, επιβεβαιώνοντας έτσι τις προβλέψεις.</p>
<p>Η πρώτη αξιολόγηση για την <strong>ελληνική οικονομία </strong>τη φετινή χρονιά ήρθε <strong>σε μια ιδιαίτερα δύσκολη διεθνή συγκυρία</strong>, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, <strong>το ενεργειακό ράλι και οι φόβοι για την αναζωπύρωση του πληθωρισμού δημιουργούν νέες αβεβαιότητες για τις αγορές και τις οικονομίες παγκοσμίως.</strong> Κάτι που έχει φανεί ήδη στις πιέσεις που δέχονται οι τιμές των ευρωπαϊκών, αλλά και των ελληνικών ομολόγων, τις τελευταίες ημέρες.</p>
<p>Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο καναδικός οίκος αξιολόγησης <strong>αποφάσισε να κινηθεί προσεκτικά.</strong></p>
<h2>Τι αναφέρει η έκθεση</h2>
<p>Στις βασικές παραμέτρους της αξιολόγησης η DBRS αναφέρει ότι η σταθερή τάση αντανακλά την εκτίμηση της  ότι<strong> οι κίνδυνοι για την πιστοληπτική αξιολόγηση είναι ισορροπημένοι.</strong> Οι οικονομικές και δημοσιονομικές εξελίξεις παρέμειναν θετικές το τελευταίο έτος.</p>
<p>Ειδικότερα όπως αναφέρει, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι <strong>το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, με βασικούς μοχλούς την ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα,</strong> την άνοδο της ιδιωτικής κατανάλωσης και την αύξηση των τουριστικών αφίξεων.</p>
<p>Οι <strong>δημοσιονομικές εξελίξεις επωφελήθηκαν</strong> όχι μόνο από ευνοϊκές συγκυριακές συνθήκες αλλά και από <strong>διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις</strong> που ενίσχυσαν τη φορολογική συμμόρφωση και, κατά συνέπεια, αύξησαν τα δημόσια έσοδα.</p>
<p>Μεταξύ του τέταρτου τριμήνου του 2024 και του τρίτου τριμήνου του 2025, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης<strong> κατέγραψε πλεόνασμα 2,6% του ΑΕΠ.</strong></p>
<div class="mid-banner"><span style="font-size: 14px">Οι </span><strong style="font-size: 14px">ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και οι υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης</strong><span style="font-size: 14px"> οδήγησαν σε περαιτέρω μείωση του, παραμένει όμως πολύ υψηλού, λόγου δημόσιου χρέους. Το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης υποχώρησε στο 149,7% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025, από 158,6% τον Σεπτέμβριο του 2024.</span></div>
<h2>Προοπτικές για το δημόσιο χρέος και την οικονομία</h2>
<p>Με βάση το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2026, αναφέρει στη συνέχεια η η DBRS, προβλέπεται<strong> περαιτέρω μείωση του λόγου δημόσιου χρέους στο 138,2% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2026.</strong> Η πρόβλεψη αυτή στηρίζεται στις προσδοκίες για συνεχιζόμενη ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα και περαιτέρω πρόωρες αποπληρωμές υφιστάμενου δημόσιου χρέους.</p>
<div class="mid-banner">
<div id="inart8" class="">
<div id="div-gpt-ad-nmin-2"><span style="font-size: 14px">Παρότι οι ευνοϊκές οικονομικές και δημοσιονομικές συνθήκες εκτιμάται ότι θα συνεχιστούν και το 2026</span><strong style="font-size: 14px">, οι προοπτικές της οικονομίας αντιμετωπίζουν σημαντικούς καθοδικούς κινδύνους,</strong><span style="font-size: 14px"> όπως μια πιθανή κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων.</span></div>
</div>
</div>
<p>Παραμένει αβέβαιο κατά πόσο η<strong> αυξημένη ένταση στη Μέση Ανατολή θα οδηγήσει σε διατηρήσιμη άνοδο</strong> του παγκόσμιου κόστους ενέργειας.</p>
<p>Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η <strong>διατήρηση μιας σαφώς πτωτικής πορείας του δημόσιου χρέους προϋποθέτει επαναλαμβανόμενα πρωτογενή πλεονάσματα και την ικανότητα της Ελλάδας να διατηρήσει τη δυναμική ανάπτυξης της οικονομίας,</strong> ιδιαίτερα μετά τη σταδιακή κατάργηση των επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ το 2026.</p>
<h2>Παράγοντες που στηρίζουν την αξιολόγηση</h2>
<p>Η αξιολόγηση BBB της Ελλάδας στηρίζεται στη<strong> βελτιωμένη χρηματοοικονομική κατάσταση του εγχώριου τραπεζικού τομέα, στο αξιόπιστο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής της χώρας</strong>, καθώς και στη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη ζώνη του ευρώ.</p>
<p>Διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις υλοποίησαν <strong>σημαντικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη διακυβέρνηση</strong>, βελτίωσαν το επιχειρηματικό περιβάλλον και ενίσχυσαν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.</p>
<p>Ωστόσο, η πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας εξακολουθεί <strong>να περιορίζεται από το ακόμη υψηλό επίπεδο δημόσιου χρέους,</strong> τη <strong>σχετικά χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας και το μικρό μέγεθος της οικονομίας</strong>, το οποίο την καθιστά πιο ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς.</p>
<p>Επιπλέον, οι εξωτερικές ανισορροπίες, όπως το διαχρονικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, εξακολουθούν να επιβαρύνουν το πιστοληπτικό προφίλ της χώρας.</p>
<h2><strong>Παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναβάθμιση</strong></h2>
<p>Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να προχωρήσει σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης εάν συμβεί ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:</p>
<p>(1) <strong>ο λόγος δημόσιου χρέους μειωθεί σε γενικές γραμμές</strong> σύμφωνα με τις προσδοκίες μέσα στα επόμενα ένα έως δύο χρόνια και διατηρηθεί σε σταθερά πτωτική πορεία μεσοπρόθεσμα χάρη στις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, ή</p>
<p>(2) <strong>συνεχιστεί η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων</strong> που ενισχύουν τις επενδύσεις και βελτιώνουν τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας.</p>
<p>Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να<strong> υποβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση</strong> εάν συμβεί ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:</p>
<p>(1) <strong>παρατεταμένη αποδυνάμωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας</strong> ή υλοποίηση ενδεχόμενων υποχρεώσεων που θα θέσουν το δημόσιο χρέος σε σταθερή ανοδική πορεία·</p>
<p>(2) <strong>αναστροφή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων</strong> ή</p>
<p>(3) σημαντική <strong>επιδείνωση</strong> της εξωτερικής θέσης της ελληνικής οικονομίας.</p>
<h2>Αιτιολόγηση πιστοληπτικής αξιολόγησης</h2>
<p>Η <strong>οικονομική ανάπτυξη αναμένεται να παραμείνει ισχυρή</strong>, αλλά οι διαρθρωτικές προκλήσεις παραμένουν, σημειώνει ο Οίκος και επισημαίνει:</p>
<p>Η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται με ισχυρό ρυθμό το τελευταίο έτος. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, χάρη στην<strong> ισχυρή εγχώρια ζήτηση και την άνοδο των τουριστικών αφίξεων.</strong> Η ιδιωτική κατανάλωση ενισχύθηκε από τις ευνοϊκές εξελίξεις στην αγορά εργασίας, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν από σταθερή αύξηση της απασχόλησης και <strong>περαιτέρω μείωση της ανεργίας (με βάση τον ορισμό της ΔΟΕ) στο 7,5% στο τέλος του 2025, από 9,4% στο τέλος του 2024.</strong></p>
<p>Παράλληλα, <strong>οι εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων καθώς και οι πόροι από το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ενίσχυσαν την επενδυτική δραστηριότητα</strong>, ιδιαίτερα στον τομέα των οικιστικών και μη οικιστικών κατασκευών. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις καλύτερες επιδόσεις στην επίτευξη βασικών ορόσημων και στην απορρόφηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, το οποίο αντιστοιχεί σε<strong> συνολικό πακέτο 35,9 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια, ποσό που ισοδυναμεί με το 15,2% του ονομαστικού ΑΕΠ του 2024.</strong></p>
<p>Για τα<strong> επόμενα χρόνια, η ανάπτυξη αναμένεται να παραμείνει ισχυρή, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προβλέπει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2,2% το 2026 και κατά 1,7% το 2027.</strong> Η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω λόγω της συνεχιζόμενης αύξησης της απασχόλησης και της ανόδου των πραγματικών μισθών, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις υποχωρούν.</p>
<p>Η <strong>επενδυτική δραστηριότητα εκτιμάται ότι θα παραμείνει ισχυρή το 2026,</strong> αλλά ενδέχεται να αποδυναμωθεί στη συνέχεια καθώς ολοκληρώνεται η εκταμίευση των επιχορηγήσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης.</p>
<p>Παρά τι<strong>ς θετικές προοπτικές, η οικονομική εικόνα παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικούς καθοδικούς κινδύνους,</strong> όπως μια πιθανή κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων ή ένα νέο σοκ στις τιμές της ενέργειας. Εάν οι παγκόσμιες τιμές ενέργειας παραμείνουν υψηλές για μεγαλύτερο διάστημα, ενδέχεται να επανεμφανιστούν πληθωριστικές πιέσεις και να περιοριστεί η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.</p>
<p>Παρά το γεγονός ότι η<strong> ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί τα επόμενα χρόνια με ταχύτερο ρυθμό από πολλές άλλες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης,</strong> εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις.</p>
<p>Η διατήρηση της<strong> αυξημένης επενδυτικής δραστηριότητας</strong> σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα πιθανότατα θα απαιτήσει συνεχιζόμενες <strong>μεγάλες εισροές ξένων κεφαλαίων</strong>, δεδομένου του χαμηλού επιπέδου εγχώριων αποταμιεύσεων. Επιπλέον, το μικρό μέγεθος της οικονομίας καθιστά τη χώρα πιο ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς.</p>
<p>Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον <strong>τουρισμό</strong>, ο οποίος παραμένει βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας που βασίζεται στις υπηρεσίες. Οι ταξιδιωτικές υπηρεσίες αντιστοιχούσαν στο <strong>83% των συνολικών καθαρών εξαγωγών υπηρεσιών το 2024.</strong></p>
<p>Παρότι η <strong>παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τα επίπεδα των περισσότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης</strong>. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η ονομαστική παραγωγικότητα εργασίας ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα αντιστοιχούσε μόλις στο 70,1% του μέσου όρου της ΕΕ-27 το 2023, με βάση τα πρότυπα αγοραστικής δύναμης.</p>
<p>Την ίδια στιγμή, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η<strong> εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας</strong> και είναι πιθανό να στηρίξει την αύξηση της παραγωγικότητας σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Οι παράγοντες αυτοί εξηγούν και τη θετική ποιοτική αξιολόγηση στον τομέα της οικονομικής δομής και των επιδόσεων.</p>
<h2>Το πρωτογενές πλεόνασμα της κυβέρνησης αναμένεται να παραμείνει υψηλό</h2>
<p>Οι δημοσιονομικές εξελίξεις παραμένουν ισχυρές, καθώς η κυβέρνηση εκτιμάται ότι<strong> θα συνεχίσει να καταγράφει σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα.</strong></p>
<p>Μετά την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος της <strong>γενικής κυβέρνησης ύψους 4,8% του ΑΕΠ το 2024</strong>, τα προσωρινά στοιχεία για το 2025 δείχνουν ακόμη ένα ισχυρό δημοσιονομικό αποτέλεσμα.</p>
<p>Σε κυλιόμενη βάση τεσσάρων τριμήνων,<strong> το πρωτογενές πλεόνασμα ανήλθε στο 5,2% του ΑΕΠ</strong> μεταξύ του τέταρτου τριμήνου του 2024 και του τρίτου τριμήνου του 2025, έναντι στόχου 3,6% για το σύνολο του 2025, όπως είχε δημοσιευθεί στο προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2026 τον Οκτώβριο του 2025.</p>
<p>Το<strong> συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα για την ίδια περίοδο διαμορφώθηκε στο 2,6% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 0,6% για το σύνολο του 2025.</strong></p>
<p>Η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση οφείλεται κυρίως στη σημαντική αύξηση των δημόσιων εσόδων.<strong> Τα συνολικά έσοδα της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκαν κατά 9,1% σε ετήσια βάση</strong> κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2025, υπερβαίνοντας την αύξηση των συνολικών δαπανών, η οποία διαμορφώθηκε στο 5,1%.</p>
<p>Τα<strong> δημόσια έσοδα ενισχύθηκαν</strong> όχι μόνο από ευνοϊκές οικονομικές συγκυρίες αλλά και από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που βελτίωσαν τη φορολογική συμμόρφωση, όπως η εισαγωγή της ψηφιακής κάρτας εργασίας και η αυτόματη διαβίβαση δεδομένων λιανικών πωλήσεων από τα τερματικά Point of Sale στις φορολογικές αρχές.</p>
<p>Για το μέλλον, το <strong>προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2026 προβλέπει μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 2,8% του ΑΕΠ το 2026</strong>, παραμένοντας ωστόσο σε υψηλό επίπεδο, ενώ το συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο εκτιμάται ότι θα εμφανίσει οριακό έλλειμμα 0,1%.</p>
<p>Η μέτρια αυτή επιδείνωση οφείλεται κυρίως στην<strong> υιοθέτηση επεκτατικών μέτρων,</strong> όπως μειώσεις στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων, αυξήσεις στις συντάξεις και υψηλότερες δημόσιες επενδύσεις.</p>
<p>Παράλληλα, ο<strong>ι αμυντικές δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν από το 2,3% του ΑΕΠ το 2025 στο 2,6% το 2026.</strong></p>
<p>Παρότι οι πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, ιδίως λόγω των αναγκών για άμυνα, της γήρανσης του πληθυσμού και της πράσινης μετάβασης, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι <strong>η δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης θα παραμείνει συνετή.</strong></p>
<p>Η συστηματική υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων τα τελευταία χρόνια, σε συνδυασμό με τη διαρθρωτική βελτίωση των δημόσιων εσόδων, δικαιολογεί τη <strong>θετική αξιολόγηση στον τομέα της δημοσιονομικής διαχείρισης και πολιτικής.</strong></p>
<h2>Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας παραμένει πολύ υψηλό αλλά βρίσκεται σε πτωτική πορεία</h2>
<p>Ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας, συνεχίζει ο DBRS έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ωστόσο εξακολουθεί να είναι ο <strong>υψηλότερος μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης</strong>. Το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο 149,7% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025, μειωμένο από 158,6% ένα χρόνο νωρίτερα, ενώ ο μέσος όρος για το σύνολο της ευρωζώνης ανέρχεται στο 88,1%.</p>
<p>Για τα επόμενα χρόνια, το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2026 προβλέπε<strong>ι περαιτέρω μείωση του λόγου δημόσιου χρέους στο 138,2% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2026.</strong> Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στις προσδοκίες για ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα και επιπλέον πρόωρες αποπληρωμές υφιστάμενου δημόσιου χρέους, ιδίως δανείων από το Greek Loan Facility (GLF).</p>
<p>Παρότι το<strong> υψηλό επίπεδο χρέους εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική αδυναμία για την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας, οι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό χάρη στη ιδιαίτερα ευνοϊκή δομή του χρέους και στα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου.</strong></p>
<p>Η σταθμισμένη μέση διάρκεια ωρίμανσης του χρέους της γενικής κυβέρνησης<strong> διαμορφώθηκε στα 18,4 έτη τον Δεκέμβριο του 2025,</strong> καθώς μεγάλο μέρος του χρέους αποτελείται από δάνεια ευνοϊκών όρων που έχουν χορηγηθεί από τον επίσημο τομέα, όπως ο ESM και ο EFSF, με πολύ μεγάλες λήξεις.</p>
<p>Τα ταμειακά διαθέσιμα της γενικής κυβέρνησης<strong> ανήλθαν στα 39,6 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 15,9% του ΑΕΠ του 2025.</strong> Επιπλέον, το σύνολο του ελληνικού χρέους βρίσκεται σε σταθερά επιτόκια μετά από πράξεις αντιστάθμισης κινδύνου. Οι παράγοντες αυτοί στηρίζουν τη θετική αξιολόγηση της Morningstar DBRS ως προς τη δομή του χρέους και τη ρευστότητα.</p>
<p>Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η <strong>βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους θα εξαρτηθεί κυρίως από τη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων</strong> και από τη συνέχιση ισχυρών ρυθμών αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, καθώς το χρέος προς τον επίσημο τομέα σταδιακά θα αντικαθίσταται από χρέος που θα χρηματοδοτείται από τις αγορές, εκθέτοντας τη χώρα σε μεγαλύτερη μεταβλητότητα των αγορών.</p>
<p>Κίνδυνοι για τα δημόσια οικονομικά προκύπτουν επίσης από τις<strong> κρατικές εγγυήσεις, οι οποίες ανέρχονταν σε 25,1 δισ. ευρώ το 2025, ποσό που αντιστοιχεί στο 10% του ΑΕΠ. Περίπου το 68% αυτών των εγγυήσεων συνδέεται με το πρόγραμμα προστασίας στοιχείων ενεργητικού «Ηρακλής».</strong></p>
<h2>Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να παραμείνει υψηλό</h2>
<p>Το μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας και η υψηλή αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση επιβαρύνουν το πιστοληπτικό προφίλ της χώρας.</p>
<p>Παρότι το<strong> έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε από το 7,2% του ΑΕΠ το 2024 σε εκτιμώμενο 5,7% το 2025, κυρίως λόγω χαμηλότερων τιμών στις εισαγωγές ενέργειας</strong>, παραμένει σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα.</p>
<p>Η επιδείνωση αυτή αποδίδεται κυρίως στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στον τομέα των επενδύσεων, η οποία οδήγησε σε αύξηση των εισαγωγών. Η εξέλιξη αυτή υπεραντιστάθμισε την αύξηση των εσόδων από τις εξαγωγές τουριστικών υπηρεσιών.</p>
<p>Το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών εκτιμάται στο 13,5% του ΑΕΠ για το 2025, έναντι πλεονάσματος 9,1% στο ισοζύγιο υπηρεσιών.</p>
<p>Για τα επόμενα χρόνια, η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα παραμείνει υψηλό, στο 5,7% του ΑΕΠ το 2026 και στο <strong>5,8% το 2027.</strong></p>
<p>Παράλληλα, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι<strong> η εξωτερική θέση της χώρας είναι σήμερα πιο ανθεκτική σε σχέση με το παρελθόν</strong>, καθώς σημαντικό μέρος του ελλείμματος χρηματοδοτείται από εισροές που δεν δημιουργούν χρέος, όπως επενδύσεις σε μετοχικό κεφάλαιο και επιχορηγήσεις επενδύσεων.</p>
<p>Το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος της ελληνικής οικονομίας διαμορφώθηκε στο 238% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025, από 247% τον Δεκέμβριο του 2019. Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της οικονομίας ανήλθε στο -138% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025.</p>
<p>Ωστόσο, <strong>μεγάλο μέρος των εξωτερικών υποχρεώσεων αφορά δημόσιο χρέος</strong> προς επίσημους πιστωτές, με χαμηλό κόστος δανεισμού και μεγάλες περιόδους αποπληρωμής.</p>
<h2>Η χρηματοοικονομική κατάσταση του τραπεζικού συστήματος έχει βελτιωθεί</h2>
<p>Η ανθεκτικότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια χάρη στα μέτρα στήριξης της κυβέρνησης και την ανάκαμψη της οικονομίας.</p>
<p>Η <strong>ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων ενισχύθηκε μέσω του προγράμματος κρατικής εγγύησης «Ηρακλής»,</strong> το οποίο επέτρεψε τη μεταφορά παλαιών μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός των ισολογισμών των τραπεζών.</p>
<p>Ως αποτέλεσμα, ο<strong> δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων των ελληνικών τραπεζών μειώθηκε στο 3,6% τον Σεπτέμβριο του 2025, από 40,6% τον Δεκέμβριο του 2019.</strong></p>
<p>Οι τράπεζες χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από εγχώριες καταθέσεις και διαθέτουν <strong>ισχυρά αποθέματα ρευστότητας.</strong> Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας διαμορφώθηκε στο 207,2% το τρίτο τρίμηνο του 2025, ενώ <strong>ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης έφτασε το 136,2%,</strong> επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από το ελάχιστο εποπτικό όριο του 100%.</p>
<p>Η<strong> κερδοφορία των τραπεζών ενισχύθηκε επίσης τα τελευταία χρόνια</strong> λόγω της αύξησης των χορηγήσεων προς επιχειρήσεις, της προσωρινής διεύρυνσης των καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων, της διαφοροποίησης των εσόδων και της βελτίωσης της λειτουργικής αποδοτικότητας.</p>
<p>Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, η απόδοση επί του ενεργητικού διαμορφώθηκε στο 1,4% το τρίτο τρίμηνο του 2025.</p>
<p>Η αύξηση της κερδοφορίας συνέβαλε στην ενίσχυση των κεφαλαιακών αποθεμάτων των τραπεζών. Ο <strong>δείκτης κεφαλαίων CET1 ανήλθε στο 16,1% το τρίτο τρίμηνο του 2025, από 12,6% τέσσερα χρόνια νωρίτερα.</strong></p>
<p>Παρά τη βελτίωση αυτή, η ποιότητα της κεφαλαιακής βάσης παραμένει σχετικά αδύναμη, καθώς οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις αποτελούν ακόμη σημαντικό μέρος των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών. Τον Ιούνιο του 2025 αντιστοιχούσαν στο<strong> 44,6% των κεφαλαίων CET1, αν και προβλέπεται να μειωθούν σταδιακά έως το 2034.</strong></p>
<h2>Η πολιτική σταθερότητα εκτιμάται ότι θα παραμείνει υψηλή</h2>
<p><strong>Το πολιτικό περιβάλλον στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται τα τελευταία χρόνια από υψηλό βαθμό σταθερότητας.</strong></p>
<p>Η <strong>κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη</strong> διαθέτει ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία από τις εκλογές του 2023, γεγονός που επέτρεψε την προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και την επίτευξη των στόχων του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το οποίο αποσκοπεί στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας.</p>
<p>Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές αναμένεται να πραγματοποιηθούν έως τον Ιούλιο του 2027.</p>
<p>Η Morningstar DBRS<strong> δεν αναμένει σημαντικές αλλαγές πολιτικής μετά τις εκλογές,</strong> καθώς υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των βασικών πολιτικών κομμάτων σε βασικά ζητήματα οικονομικής πολιτικής.</p>
<p>Παράλληλα, <strong>η θεσμική ποιότητα της χώρας εξακολουθεί να επηρεάζεται από αδυναμίες στη διακυβέρνηση,</strong> όπως η μεγάλη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών.</p>
<p>Οι δείκτες διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας για την Ελλάδα παραμένουν χαμηλότεροι από εκείνους των περισσότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα ως προς τον δείκτη κράτους δικαίου.</p>
<p>Ωστόσο, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι<strong> η θεσμική ποιότητα της χώρας αναμένεται να βελτιωθεί τα επόμενα χρόνια χάρη στις συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη</strong>, όπως η αναθεώρηση του δικαστικού χάρτη και η ολοκλήρωση του κτηματολογίου.</p>
<p>Η βελτίωση του πολιτικού περιβάλλοντος και η δέσμευση της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει<strong> χρόνιες προκλήσεις της ελληνικής οικονομίας δικαιολογούν τη θετική αξιολόγηση της Morningstar DBRS</strong> ως προς το πολιτικό περιβάλλον.</p>
<h2>Τα επόμενα ραντεβού</h2>
<p>Ο κύκλος των αξιολογήσεων για την Ελλάδα θα συνεχιστεί μέσα στην άνοιξη με <strong>τη Moody’s στις 13 Μαρτίου και τη Scope Ratings στις 20 Μαρτίου</strong>, ενώ ακολουθούν<strong> η Standard &amp; Poor’s στις 24 Απριλίου και η Fitch Ratings στις 8 Μαΐου.</strong></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/09/dbrs_shutterstock-768x480-1.jpg?fit=702%2C439&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/09/dbrs_shutterstock-768x480-1.jpg?fit=702%2C439&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>DBRS: Ισχυρά αποτελέσματα 2025 και ανθεκτικές προοπτικές για τις ελληνικές τράπεζες το 2026</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/dbrs-isxyra-apotelesmata-2025-kai-anthektikes/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[babisp]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 04 Mar 2026 08:20:22 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Τράπεζες]]></category>
		<category><![CDATA[Alpha Bank]]></category>
		<category><![CDATA[DBRS]]></category>
		<category><![CDATA[Eurobank]]></category>
		<category><![CDATA[featured]]></category>
		<category><![CDATA[Εθνική]]></category>
		<category><![CDATA[Πειραιώς]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=209103</guid>

					<description><![CDATA[Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας, η Alpha Bank, η Eurobank, η Εθνική Τράπεζα και η Τράπεζα Πειραιώς, κατέγραψαν ισχυρά οικονομικά αποτελέσματα για τη χρήση 2025, εισερχόμενες στο 2026 από θέση ισχύος και με σημαντικά κεφαλαιακά και ρευστοποιητικά αποθέματα ασφαλείας. Τα ενισχυμένα αυτά «μαξιλάρια» λειτουργούν ως ασπίδα απέναντι στην αυξημένη γεωπολιτική και μακροοικονομική αβεβαιότητα που [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p data-start="0" data-end="531">Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας, η <span class="hover:entity-accent entity-underline inline cursor-pointer align-baseline"><span class="whitespace-normal">Alpha Bank</span></span>, η <span class="hover:entity-accent entity-underline inline cursor-pointer align-baseline"><span class="whitespace-normal">Eurobank</span></span>, η <span class="hover:entity-accent entity-underline inline cursor-pointer align-baseline"><span class="whitespace-normal">Εθνική Τράπεζα </span></span>και η <span class="hover:entity-accent entity-underline inline cursor-pointer align-baseline"><span class="whitespace-normal">Τράπεζα Πειραιώς</span></span>, κατέγραψαν <strong data-start="221" data-end="273">ισχυρά οικονομικά αποτελέσματα για τη χρήση 2025</strong>, εισερχόμενες στο 2026 από θέση ισχύος και με <strong data-start="320" data-end="383">σημαντικά κεφαλαιακά και ρευστοποιητικά αποθέματα ασφαλείας</strong>. Τα ενισχυμένα αυτά «μαξιλάρια» λειτουργούν ως ασπίδα απέναντι στην αυξημένη γεωπολιτική και μακροοικονομική αβεβαιότητα που διαμορφώνεται διεθνώς.</p>
<p data-start="533" data-end="1254">Σύμφωνα με τη νέα ανάλυση της <span class="hover:entity-accent entity-underline inline cursor-pointer align-baseline"><span class="whitespace-normal">Morningstar DBRS</span></span>, ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος επιβεβαίωσε την επιστροφή του σε <strong data-start="665" data-end="703">σταθερή και διατηρήσιμη κερδοφορία</strong>, έπειτα από μια πολυετή περίοδο εξυγίανσης και αναδιάρθρωσης ισολογισμών. Όπως δήλωσε ο <span class="hover:entity-accent entity-underline inline cursor-pointer align-baseline"><span class="whitespace-normal">Andrea Costanzo</span></span>, Αντιπρόεδρος Αξιολογήσεων Ευρωπαϊκών Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων της DBRS, οι γεωπολιτικές και εμπορικές εντάσεις παραμένουν αυξημένες και ενδεχόμενη κλιμάκωσή τους θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά κλάδους στους οποίους οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημαντική έκθεση, κυρίως τη ναυτιλία και τον τουρισμό. Παρά το πιο απαιτητικό διεθνές περιβάλλον που διαμορφώνεται για το 2026, οι τράπεζες εμφανίζονται επαρκώς θωρακισμένες.</p>
<p data-start="1256" data-end="1996">Το 2025 οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κατέγραψαν <strong data-start="1307" data-end="1360">συνολικά καθαρά κέρδη ύψους περίπου 4,5 δισ. ευρώ</strong>, αυξημένα κατά 5% σε ετήσια βάση. Η επίδοση αυτή επιβεβαιώνει ότι ο κλάδος έχει περάσει σε φάση κανονικότητας και υψηλής λειτουργικής απόδοσης. Η μέση <strong data-start="1512" data-end="1566">απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) διαμορφώθηκε στο 12%</strong>, έναντι 13% το 2024, παραμένοντας σε υγιή επίπεδα, παρότι οι κεφαλαιακές βάσεις ενισχύθηκαν περαιτέρω λόγω εξαγορών και στρατηγικών κινήσεων. Η ισχυρή κερδοφορία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για <strong data-start="1761" data-end="1802">αυξημένες διανομές προς τους μετόχους</strong>, με τα τρέχοντα σχέδια να προβλέπουν διανομή περίπου 2,5 δισ. ευρώ από τα κέρδη του 2025 μέσω μερισμάτων και επαναγορών μετοχών, που αντιστοιχεί σε μέσο δείκτη διανομής 56%, έναντι 45% το 2024.</p>
<p data-start="1998" data-end="2478">Σε επίπεδο πιστοληπτικής αξιολόγησης, η Morningstar DBRS διατηρεί τις μεγάλες ελληνικές τράπεζες στην <strong data-start="2100" data-end="2122">επενδυτική βαθμίδα</strong>. Η Eurobank αξιολογείται με BBB και θετική προοπτική, ενώ η Εθνική Τράπεζα και η Τράπεζα Πειραιώς διαθέτουν επίσης αξιολόγηση BBB με σταθερή προοπτική. Οι αξιολογήσεις αυτές αντικατοπτρίζουν την <strong data-start="2318" data-end="2422">ισχυρή κερδοφορία, τη βελτίωση της ποιότητας ενεργητικού και την ενίσχυση των κεφαλαιακών αποθεμάτων</strong>, ακόμη και σε περιβάλλον αυξημένων εξωτερικών κινδύνων.</p>
<p data-start="1998" data-end="2478"><img loading="lazy" class="size-full wp-image-840556 aligncenter" src="https://i0.wp.com/www.mikrometoxos.gr/wp-content/uploads/2026/03/6.png?resize=788%2C185&#038;ssl=1" alt="" width="788" height="185" data-recalc-dims="1" /></p>
<p data-start="2480" data-end="3383">Η εικόνα των εσόδων το 2025 ανέδειξε μια σημαντική διαρθρωτική μεταβολή. Τα συνολικά έσοδα υποχώρησαν οριακά κατά 1% σε ετήσια βάση, καθώς η αύξηση των καθαρών εσόδων από προμήθειες και λοιπών μη τοκοφόρων εσόδων αντιστάθμισε μόνο εν μέρει τη μείωση των καθαρών εσόδων από τόκους. Τα καθαρά έσοδα από τόκους μειώθηκαν κατά 5% σε ετήσια βάση, αντανακλώντας τη σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων. Ωστόσο, η <strong data-start="2886" data-end="3065">ισχυρή πιστωτική επέκταση, η χρήση εργαλείων αντιστάθμισης επιτοκιακού κινδύνου, τα αυξημένα έσοδα από τίτλους σταθερού εισοδήματος και η αποτελεσματική διαχείριση υποχρεώσεων</strong> περιόρισαν σημαντικά τις πιέσεις. Μάλιστα, στο τέταρτο τρίμηνο του 2025 τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, χάρη στη σταθεροποίηση των επιτοκίων και τη συνεχιζόμενη πιστωτική ανάπτυξη, δημιουργώντας δυνητικά θετικές προοπτικές για το 2026, εφόσον οι συνθήκες παραμείνουν σταθερές.</p>
<p data-start="3385" data-end="4026">Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η <strong data-start="3412" data-end="3482">ενίσχυση των καθαρών εσόδων από προμήθειες κατά 12% σε ετήσια βάση</strong>, αποτέλεσμα οργανικής και ανόργανης ανάπτυξης σε δραστηριότητες που σχετίζονται με χορηγήσεις, διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα. Η αύξηση αυτή υπερκάλυψε τις πιέσεις στις υπηρεσίες συναλλαγών και πληρωμών λόγω της κυβερνητικής απόφασης για μείωση ορισμένων προμηθειών λιανικής από το 2025. Ως αποτέλεσμα, η συνεισφορά των προμηθειών στα συνολικά έσοδα αυξήθηκε στο 21% από 19% το 2024, καταδεικνύοντας τη <strong data-start="3921" data-end="4025">σταδιακή σύγκλιση των ελληνικών τραπεζών προς το ευρωπαϊκό μοντέλο μεγαλύτερης διαφοροποίησης εσόδων</strong>.</p>
<p data-start="4028" data-end="4446">Το λειτουργικό κόστος αυξήθηκε κατά 7% σε ετήσια βάση, κυρίως λόγω διεύρυνσης ομίλων από εξαγορές, υψηλότερων αμοιβών προσωπικού και αυξημένων επενδύσεων σε τεχνολογία και ψηφιακά συστήματα. Παρά την άνοδο αυτή, ο δείκτης κόστους προς έσοδα παρέμεινε ισχυρός στο 36%, ενώ τα συνολικά κέρδη προ προβλέψεων και φόρων μειώθηκαν κατά 4%, διατηρώντας ωστόσο σημαντικά αποθέματα για την απορρόφηση πιθανών πιστωτικών ζημιών.</p>
<p data-start="4448" data-end="5036">Στο μέτωπο της ποιότητας ενεργητικού, το 2025 καταγράφηκε <strong data-start="4506" data-end="4549">περαιτέρω βελτίωση των δεικτών κινδύνου</strong>. Ο μέσος δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων μειώθηκε στο 2,6% από 2,9% το 2024, ενώ ο καθαρός δείκτης διαμορφώθηκε στο 0,5% από 0,8%. Η κάλυψη των προβληματικών δανείων ενισχύθηκε περίπου στο 85%, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα έναντι μελλοντικών πιέσεων. Οι προβλέψεις για ζημίες από δάνεια μειώθηκαν κατά 3%, με το μέσο κόστος κινδύνου να διαμορφώνεται στις 60 μονάδες βάσης, αντανακλώντας τη χαμηλή δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων και τη συνεχιζόμενη απομείωση κινδύνου.</p>
<p data-start="5038" data-end="5453">Παράλληλα, η πιστωτική επέκταση παρέμεινε βασικός μοχλός ανάπτυξης. Τα επιχειρηματικά δάνεια αυξήθηκαν περίπου κατά 12% σε ετήσια βάση στις αρχές του 2026, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ τα δάνεια προς τα νοικοκυριά αυξήθηκαν περίπου κατά 3%, σηματοδοτώντας σταδιακή ανάκαμψη της λιανικής τραπεζικής. Η διεύρυνση του χαρτοφυλακίου συνέβαλε και στη σχετική μείωση του βάρους των προβληματικών δανείων.</p>
<p data-start="5455" data-end="6125">Ωστόσο, παραμένουν εξωτερικοί κίνδυνοι. Οι γεωπολιτικές και εμπορικές εντάσεις, καθώς και η αβεβαιότητα σχετικά με τις επιπτώσεις της αναθεώρησης από το Ανώτατο Δικαστήριο της μεθοδολογίας υπολογισμού επιτοκίων για τιτλοποιήσεις στο πλαίσιο του <span class="hover:entity-accent entity-underline inline cursor-pointer align-baseline"><span class="whitespace-normal">Νόμου Κατσέλη</span></span>, ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τις ανακτήσεις και τις αποτιμήσεις σχετικών χαρτοφυλακίων. Ενδεχόμενη αύξηση προβλέψεων ή ενεργοποίηση κρατικών εγγυήσεων παραμένει πιθανή, αν και ο συνολικός αντίκτυπος δεν μπορεί ακόμη να εκτιμηθεί με βεβαιότητα. Παρά ταύτα, εκτιμάται ότι οι τράπεζες μπορούν να απορροφήσουν πρόσθετες ζημίες χάρη στα ενισχυμένα κέρδη και τα κεφαλαιακά τους αποθέματα.</p>
<p data-start="6127" data-end="6681">Σε επίπεδο χρηματοδότησης, οι ελληνικές τράπεζες διατηρούν <strong data-start="6186" data-end="6224">ισχυρή και σταθερή καταθετική βάση</strong>, με τις καταθέσεις να αντιπροσωπεύουν περίπου το 87% της συνολικής χρηματοδότησης στο τέλος του 2025. Οι καταθέσεις αυξήθηκαν περαιτέρω, ενώ η εξάρτηση από χρηματοδότηση κεντρικής τράπεζας παραμένει χαμηλή μετά την αποπληρωμή των στοχευμένων πράξεων μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης προς την <span class="hover:entity-accent entity-underline inline cursor-pointer align-baseline"><span class="whitespace-normal">Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα</span></span> το 2024. Η πρόσβαση στις αγορές βελτιώθηκε, με αυξημένες εκδόσεις χρέους και επαρκή αποθέματα άνω των κανονιστικών απαιτήσεων.</p>
<p data-start="6683" data-end="6949">Οι δείκτες ρευστότητας παραμένουν ιδιαίτερα ισχυροί, με <strong data-start="6739" data-end="6871">δείκτη κάλυψης ρευστότητας (LCR) 202%, δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) 136% και δείκτη δανείων προς καταθέσεις 69%</strong> στο τέλος του 2025, επιβεβαιώνοντας τη σταθερότητα του χρηματοδοτικού προφίλ.</p>
<p data-start="6951" data-end="7540">Σε όρους κεφαλαίων, η κεφαλαιοποίηση του κλάδου παραμένει ισχυρή. Ο μέσος δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 15,5% και ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου στο 20,1%, προσφέροντας σημαντικό περιθώριο άνω των ελάχιστων εποπτικών απαιτήσεων. Η ποιότητα των κεφαλαίων βελτιώθηκε, με τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις να αντιστοιχούν περίπου στο 42% των κεφαλαίων CET1, μειωμένες από 49% το 2024. Παρά τη θετική εικόνα, τα κεφαλαιακά αποθέματα ενδέχεται να αρχίσουν να μειώνονται το 2026, λόγω αυξημένων διανομών προς μετόχους και πιθανών νέων εξαγορών, αν και η αφετηρία παραμένει ιδιαίτερα υψηλή.</p>
<p data-start="7542" data-end="7863" data-is-last-node="" data-is-only-node="">Συνολικά, το 2025 αποτέλεσε <strong data-start="7570" data-end="7605">ισχυρή παρακαταθήκη για το 2026</strong>, με τις ελληνικές τράπεζες να διαθέτουν βελτιωμένους ισολογισμούς, διαφοροποιημένες πηγές εσόδων, ισχυρή ρευστότητα και επαρκή κεφαλαιακή θωράκιση, στοιχεία που ενισχύουν την ικανότητά τους να διαχειριστούν ένα πιο αβέβαιο και απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2024/08/dbrs155.jpg?fit=702%2C468&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2024/08/dbrs155.jpg?fit=702%2C468&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>DBRS: Ανθεκτική ανάπτυξη και σταδιακή αποκλιμάκωση της ανεργίας στην Ελλάδα</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/dbrs-anthektiki-anaptyksi-kai-stadiaki-apo/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[babisp]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 19 Dec 2025 12:43:54 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Οικονομία]]></category>
		<category><![CDATA[DBRS]]></category>
		<category><![CDATA[featured]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=204144</guid>

					<description><![CDATA[Η ελληνική οικονομία παραμένει σε τροχιά διατηρήσιμης ανάπτυξης, σύμφωνα με τις επικαιροποιημένες βασικές μακροοικονομικές εκτιμήσεις της Morningstar DBRS, όπως αποτυπώνονται στο update Δεκεμβρίου 2025 για τα κράτη που καλύπτει ο οίκος. Οι νέες προβλέψεις ενσωματώνουν τις τελευταίες αναθεωρήσεις της διεθνούς συναίνεσης και εκτείνονται πλέον έως το 2027, χωρίς να αλλάζουν ουσιαστικά το βασικό σενάριο για [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p data-start="158" data-end="575">Η ελληνική οικονομία παραμένει σε τροχιά διατηρήσιμης ανάπτυξης, σύμφωνα με τις επικαιροποιημένες βασικές μακροοικονομικές εκτιμήσεις της Morningstar DBRS, όπως αποτυπώνονται στο update Δεκεμβρίου 2025 για τα κράτη που καλύπτει ο οίκος. Οι νέες προβλέψεις ενσωματώνουν τις τελευταίες αναθεωρήσεις της διεθνούς συναίνεσης και εκτείνονται πλέον έως το 2027, χωρίς να αλλάζουν ουσιαστικά το βασικό σενάριο για τη χώρα.</p>
<p data-start="577" data-end="1068">Για το 2025, η DBRS διατηρεί τον εκτιμώμενο ρυθμό αύξησης του ελληνικού ΑΕΠ στο 2,0%, αμετάβλητο σε σχέση με την προηγούμενη αξιολόγηση του Σεπτεμβρίου. Το 2026, η πρόβλεψη αναθεωρείται οριακά ανοδικά στο 2,0% (+0,2 ποσοστιαίες μονάδες), επιβεβαιώνοντας την εικόνα ανθεκτικής ανάπτυξης σε ένα περιβάλλον ήπιας επιβράδυνσης σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Για το 2027, ο ρυθμός ανάπτυξης τοποθετείται στο 1,9%, αντικατοπτρίζοντας την πορεία σύγκλισης προς το δυνητικό προϊόν της οικονομίας.</p>
<p data-start="1070" data-end="1531">Στην αγορά εργασίας, η DBRS προβλέπει σταδιακή αποκλιμάκωση της ανεργίας τα επόμενα χρόνια. Το 2025, το ποσοστό ανεργίας εκτιμάται στο 8,9% (+0,3 μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη εκτίμηση). Το 2026, προβλέπεται περαιτέρω μείωση στο 8,2% (+0,2 μονάδες αναθεώρηση), ενώ για το 2027 αναμένεται να διαμορφωθεί στο 7,8%. Η τάση αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, όπου τα ποσοστά ανεργίας συνολικά μειώνονται ή παραμένουν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.</p>
<p data-start="1533" data-end="1927">Η DBRS επισημαίνει ότι οι πρόσφατες αναθεωρήσεις των μακροοικονομικών εκτιμήσεων είναι μικρές και μεικτές διεθνώς, χωρίς να επηρεάζουν τη βασική εικόνα για το 2026. Στην Ευρώπη, η Ελλάδα ξεχωρίζει ως μία από τις οικονομίες με ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, σε αντίθεση με χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης όπου οι προβλέψεις έχουν αναθεωρηθεί καθοδικά.</p>
<p data-start="1929" data-end="2455">Για το 2027, οι εκτιμήσεις βασίζονται σε ένα «ήπια αισιόδοξο» σενάριο, που προβλέπει σταδιακή επιτάχυνση της ανάπτυξης στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες, ενώ ταχύτερα αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Ελλάδα, θα κινηθούν κοντά στους μακροχρόνιους δυνητικούς τους ρυθμούς. Παράλληλα, η DBRS επισημαίνει ότι οι καθοδικοί κίνδυνοι παραμένουν, κυρίως από την εμπορική πολιτική, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις δημοσιονομικές ανισορροπίες, αλλά η επίδρασή τους στην πραγματική οικονομία ενδέχεται να γίνει ορατή με καθυστέρηση.</p>
<p data-start="2457" data-end="2699">Συνολικά, οι νέες προβλέψεις σκιαγραφούν για την Ελλάδα ένα σενάριο συνέχειας και σταθερότητας, με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και σταδιακή βελτίωση της αγοράς εργασίας έως το 2027, χωρίς αιφνίδιες μεταβολές στο βασικό μακροοικονομικό πλαίσιο.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2024/11/1498708-dbrs-930-1.jpg?fit=702%2C351&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2024/11/1498708-dbrs-930-1.jpg?fit=702%2C351&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Πρόοδος αλλά… όχι άλματα: Η DBRS διατηρεί την επενδυτική βαθμίδα με σταθερές προοπτικές</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/proodos-alla-oxi-almata-i-dbrs-diatirei/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[stzaferis]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 06 Sep 2025 07:30:39 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Οικονομία]]></category>
		<category><![CDATA[DBRS]]></category>
		<category><![CDATA[επενδυτική βαθμίδα]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=195807</guid>

					<description><![CDATA[Η DBRS κράτησε αμετάβλητη την πιστοληπτική βαθμολογία της Ελλάδας, στο «BBB» με σταθερές προοπτικές (trend) σε συνέχεια των κινήσεων του διεθνούς οίκου αξιολόγησης νωρίτερα το 2025, όταν είχε αναβαθμίσει τη χώρα στο τρέχον επίπεδο, αναγνωρίζοντας ωστόσο τις βελτιώσεις που έχουν καταγραφεί στον τραπεζικό τομέα και στα δημοσιονομικά μεγέθη. Η απόφαση αντανακλά την προσέγγιση «βλέπουμε πρόοδο, αλλά απαιτείται επιμονή» του καναδικού οίκου. Ενώ η Ελλάδα σημειώνει θετικά βήματα, η DBRS [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η <strong>DBRS</strong> κράτησε <strong>αμετάβλητη</strong> την πιστοληπτική βαθμολογία της <strong>Ελλάδας</strong>, στο <strong>«BBB»</strong> με <strong>σταθερές προοπτικές (trend)</strong> σε συνέχεια των κινήσεων του διεθνούς <strong>οίκου αξιολόγησης</strong> νωρίτερα το 2025, όταν είχε αναβαθμίσει τη χώρα στο τρέχον επίπεδο, αναγνωρίζοντας ωστόσο τις βελτιώσεις που έχουν καταγραφεί στον <strong>τραπεζικό τομέα</strong> και στα <strong>δημοσιονομικά μεγέθη</strong>.</p>
<p>Η απόφαση αντανακλά την προσέγγιση «βλέπουμε πρόοδο, αλλά απαιτείται επιμονή» του καναδικού οίκου. Ενώ η Ελλάδα σημειώνει θετικά βήματα, η DBRS επιμένει ότι <strong>παραμένουν δομικοί κίνδυνοι που απαιτούν συνεχή παρακολούθηση</strong>.</p>
<p>Υπενθυμίζεται ότι στην τελευταία αξιολόγηση του, τον περασμένο Μάρτιο, ο οίκος είχε αναβαθμίσει το ελληνικό αξιόχρεο σε «BBB» από «BBB (low)», ήτοι<strong> μια βαθμίδα υψηλότερα εντός της επενδυτικής βαθμίδας. </strong></p>
<p>Στο σημερινό report, η DBRS αναφέρει ότι οι πρόσφατες επιδόσεις (π.χ. βελτίωση δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας τραπεζών, πρωτογενή πλεονάσματα) είναι ενθαρρυντικές αλλά <strong>όχι ακόμη τόσο μόνιμες ώστε να δικαιολογούν περαιτέρω αναβάθμιση</strong>. Οι προκλήσεις περιλαμβάνουν την παραμονή υψηλού αποθέματος δημόσιου χρέους και την ευαισθησία σε εξωτερικά σοκ, καθώς και την ανάγκη συνέχισης μεταρρυθμίσεων που αυξάνουν την παραγωγικότητα.</p>
<h2>Το σκεπτικό</h2>
<p>Η σταθερή προοπτική αντικατοπτρίζει την άποψη της Morningstar DBRS ότι ο<strong>ι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι για την πιστοληπτική ικανότητα είναι ισορροπημένοι.</strong> Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,3% το 2024, επίδοση σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο όρο ανάπτυξης 0,9% για το σύνολο της ευρωζώνης.</p>
<p>Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει παρόμοια επέκταση για την Ελλάδα και το τρέχον έτος. Η ισχυρή εγχώρια ζήτηση υπήρξε ο κύριος μοχλός ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ, κυρίως χάρη στη θετική πορεία της απασχόλησης και στις επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ. <strong>Η δυναμική οικονομική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με τα διαρκή πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα, οδήγησε σε σταδιακή μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.</strong></p>
<p><strong>Η ΕΕ αναμένει ότι το δημόσιο χρέος θα μειωθεί στο 141% του ΑΕΠ έως το 2026, από 164% που καταγράφηκε το 2023</strong>. Ωστόσο, όπως συμβαίνει και με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες, η πορεία της Ελλάδας εξαρτάται εν μέρει από εξωτερικούς κινδύνους. Οποιαδήποτε περαιτέρω επιδείνωση στο γεωπολιτικό περιβάλλον ή στο παγκόσμιο εμπόριο, που θα αποδυνάμωνε τη διεθνή ζήτηση, αναπόφευκτα θα επηρέαζε τις ελληνικές εξαγωγές και την οικονομία συνολικά.</p>
<p>Η πιστοληπτική αξιολόγηση BBB της Ελλάδας στηρίζεται <strong>στο αξιόπιστο θεσμικό πλαίσιο της χώρας και στη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τηνΕευρωζώνη.</strong> Διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν υλοποιήσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη διακυβέρνηση, βελτίωσαν το επιχειρηματικό περιβάλλον και στήριξαν τη βιωσιμότητα του χρέους. <strong>Η ισχυρή πολιτική δέσμευση όλων των μεγάλων κομμάτων για συνετή δημοσιονομική πολιτική ενισχύει περαιτέρω την πιστοληπτική εικόνα της χώρας.</strong></p>
<p><strong>Το ΔΝΤ προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στο 2,4% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος της δεκαετίας, ενώ ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα μειωθεί στο 125% έως το 2030.</strong> Παρά ταύτα, οι αξιολογήσεις της Ελλάδας εξακολουθούν να περιορίζονται από το υψηλό επίπεδο δημόσιου χρέους, το μικρό μέγεθος της οικονομίας και το διαχρονικά μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών.</p>
<h2>Παράγοντες-κλειδί</h2>
<p>Η Morningstar DBRS <strong>θα μπορούσε να αναβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση αν συμβεί ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:</strong> (1) περαιτέρω ουσιαστική μείωση του λόγου δημόσιου χρέους, υποστηριζόμενη από διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα· ή (2) συνεχής εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τις επενδύσεις και βελτιώνουν τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές.</p>
<p>Αντίθετα, η Morningstar DBRS<strong> θα μπορούσε να υποβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση αν συμβεί ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:</strong> (1) παρατεταμένη αποδυνάμωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας ή υλοποίηση ενδεχόμενων υποχρεώσεων που οδηγούν σε σταθερά ανοδική πορεία του δημόσιου χρέους· (2) ανατροπή δομικών μεταρρυθμίσεων· ή (3) σημαντική επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της Ελλάδας.</p>
<h2>Αιτιολόγηση αξιολόγησης</h2>
<p>Η οικονομική επίδοση αναμένεται να παραμείνει ισχυρή κατά την περίοδο πρόβλεψης. Το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 2,3% το 2023 και το 2024, και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει παρόμοια αποτελέσματα τα επόμενα δύο χρόνια.<strong> Η δυναμική της ελληνικής οικονομίας τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από την ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις.</strong></p>
<p>Η απασχόληση αυξάνεται σταθερά, ενώ το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 8,0% τον Ιούλιο του 2025, από 9,8% έναν χρόνο νωρίτερα. <strong>Η ενισχυμένη εγχώρια ζήτηση, η εξυγίανση του τραπεζικού τομέα και η αποτελεσματική εφαρμογή του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRP)</strong> στηρίζουν τον σχηματισμό κεφαλαίου.</p>
<p><strong>Η χώρα κατατάσσεται μεταξύ των κορυφαίων επιδόσεων στην ΕΕ όσον αφορά την επίτευξη βασικών οροσήμων του RRP και την απορρόφηση των σχετικών πόρων – συνολικού ύψους 36,6 δισ. ευρώ (16% του ΑΕΠ)</strong> σε επιχορηγήσεις και δάνεια. Πολλές μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια ενίσχυσαν την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας, ενώ η επιτυχής εφαρμογή του RRP θα βοηθήσει τη χώρα να βελτιώσει τις αναπτυξιακές της προοπτικές. Αυτοί οι παράγοντες εξηγούν τη θετική ποιοτική προσαρμογή στην αξιολόγηση του σκέλους «Οικονομική Δομή και Επίδοση».</p>
<p><strong>Οι κίνδυνοι καθοδικής πορείας για τις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εξωτερικές εξελίξεις.</strong> Αυτές περιλαμβάνουν <strong>τα ακραία καιρικά φαινόμενα, γεωπολιτικές συγκρούσεις και μια προστατευτική παγκόσμια εμπορική πολιτική.</strong></p>
<p>Αν και<strong> η Ελλάδα έχει περιορισμένη άμεση έκθεση στις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ, η αύξηση των διασυνοριακών δασμών αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά τη δραστηριότητα σε όλη την Ευρώπη</strong>, με έμμεσες επιπτώσεις και στη μικρή και ανοιχτή ελληνική οικονομία.</p>
<p><strong>Πρόσθετες αναταράξεις στο εμπόριο θα έπλητταν τις εξαγωγικές βιομηχανίες της Ελλάδας</strong>, ενώ μια νέα ταχεία άνοδος στις τιμές ενέργειας ή άλλων βασικών εμπορευμάτων θα δημιουργούσε πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 3,7% σε ετήσια βάση τον Ιούλιο του 2025.</p>
<p><strong>Ο πληθωρισμός βρίσκεται σε ανοδική τάση τους τελευταίους μήνες,</strong> κυρίως λόγω αυξήσεων στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και υπηρεσιών. Αυτοί οι παράγοντες αναμένεται να επιμείνουν, και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2% καθ’ όλη την περίοδο πρόβλεψης.</p>
<p><strong>Η Ελλάδα έχει μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και υψηλές εξωτερικές υποχρεώσεις. </strong>Το μεγάλο εμπορικό έλλειμμα της Ελλάδας και η ιδιαίτερα αρνητική Καθαρή Διεθνής Επενδυτική Θέση (NIIP) επιβαρύνουν την εξωτερική της θέση.<strong> Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών διαμορφώθηκε στο -6,9% του ΑΕΠ το 2024, ενώ η NIIP στο -130,4% του ΑΕΠ, σύμφωνα με το ΔΝΤ.</strong></p>
<p>Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 8,1% τα επόμενα δύο χρόνια, υποδεικνύοντας σημαντική αποταμίευση με αρνητικό πρόσημο για την ελληνική οικονομία και υψηλή συγκέντρωση εισαγωγών στις επενδύσεις.</p>
<p>Παρά τις μεγάλες εξωτερικές ανισορροπίες, η Morningstar DBRS θεωρεί ότι <strong>η εξωτερική θέση της Ελλάδας είναι πιο ανθεκτική σήμερα σε σχέση με το παρελθόν.</strong> Η χώρα έχει βελτιώσει την εξωτερική της ανταγωνιστικότητα, έχει γίνει πιο ανοιχτή οικονομία και οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών ως ποσοστό του ΑΕΠ έχουν διπλασιαστεί από το 2010.</p>
<p>Επιπλέον, <strong>οι εισροές ξένων άμεσων επενδύσεων και οι πόροι της ΕΕ συμβάλλουν στη μείωση των κινδύνων χρηματοδότησης που συνδέονται με τα υψηλά ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών.</strong> Αναμένεται μεσοπρόθεσμη συρρίκνωση του εμπορικού ελλείμματος, καθώς θα αυξάνεται η εξαγωγική ικανότητα της χώρας και θα ενισχύεται η εγχώρια παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα μειωθεί στο 4,1% έως το 2029.</p>
<p>Αν και η αρνητική NIIP παραμένει υψηλή, έχει βελτιωθεί κατά περισσότερο από 30 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ από το 2020. <strong>Ένα μεγάλο τμήμα των εξωτερικών υποχρεώσεων αφορά δημόσιο χρέος προς επίσημους πιστωτές, με χαμηλά επιτόκια και μεγάλες διάρκειες αποπληρωμής</strong>. Αυτοί οι παράγοντες εξηγούν τη θετική ποιοτική προσαρμογή στην αξιολόγηση του σκέλους «Ισοζύγιο Πληρωμών».</p>
<h2>Οι επόμενοι σταθμοί</h2>
<p>Το <strong>πρόγραμμα</strong> αξιολογήσεων της <strong>ελληνι</strong><strong>κ</strong><strong>ής οικονομίας</strong> για το υπόλοιπο του <strong>2025</strong> έχει ως εξής:</p>
<p>Moody’s – 19 Σεπτεμβρίου</p>
<p>Standard and Poor’s – 17 Οκτωβρίου</p>
<p>Scope Ratings – 7 Νοεμβρίου</p>
<p>Fitch Ratings – 14 Νοεμβρίου</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/09/ot_greec_economy799-1024x600-1.png?fit=702%2C411&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/09/ot_greec_economy799-1024x600-1.png?fit=702%2C411&#038;ssl=1" type="image/png" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>DBRS: Επιβεβαίωσε την αξιολόγηση ΒΒΒ για την Ελλάδα με σταθερή προοπτική</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/dbrs-epivevaiose-tin-aksiologisi-vvv-gia-t/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[babisp]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 05 Sep 2025 21:41:15 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Οικονομία]]></category>
		<category><![CDATA[DBRS]]></category>
		<category><![CDATA[featured]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=195819</guid>

					<description><![CDATA[Ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης DBRS επιβεβαίωσε το αξιόχρεο της Ελλάδας στη βαθμίδα ΒΒΒ με σταθερή τάση. Σημειώνεται ότι ο DBRS είχε αναβαθμίσει τον περασμένο Μάρτιο την ελληνική οικονομία εντός της επενδυτικής βαθμίδας. «Η σταθερή τάση αντικατοπτρίζει την άποψη του DBRS ότι οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι για τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις είναι ισορροπημένοι», αναφέρει ο οίκος στην ανακοίνωσή [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης DBRS επιβεβαίωσε το αξιόχρεο της Ελλάδας στη βαθμίδα ΒΒΒ με σταθερή τάση.</p>
<p>Σημειώνεται ότι ο DBRS είχε αναβαθμίσει τον περασμένο Μάρτιο την ελληνική οικονομία εντός της επενδυτικής βαθμίδας.</p>
<p>«Η σταθερή τάση αντικατοπτρίζει την άποψη του DBRS ότι οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι για τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις είναι ισορροπημένοι», αναφέρει ο οίκος στην ανακοίνωσή του. Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 2,3% το 2024, μια επίδοση σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο όρο ανάπτυξης 0,9% της Ευρωζώνης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει αντίστοιχο ρυθμό ανάπτυξης στην Ελλάδα και για φέτος.</p>
<p>Η ισχυρή εγχώρια ζήτηση ήταν ο βασικός μοχλός ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ, προερχόμενης κυρίως από την υγιή αύξηση της απασχόλησης και τις επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ. Η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, μαζί με τα επαναλαμβανόμενα πρωτογενή πλεονάσματα, έχουν οδηγήσει σε σταθερή μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ. Η ΕΕ αναμένει το χρέος να πέσει στο 141% του ΑΕΠ έως το 2026, από το 164% που καταγράφηκε το 2023.</p>
<p>Ωστόσο, όπως και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, η απόδοση της ελληνικής οικονομίας εξαρτάται εν μέρει από εξωτερικές απειλές. Οποιαδήποτε περαιτέρω επιδείνωση στο γεωπολιτικό ή στο παγκόσμιο εμπορικό περιβάλλον που αποδυναμώνει την εξωτερική ζήτηση, θα ασκήσει αναπόφευκτα πίεση στις ελληνικές εξαγωγές και θα επηρεάσει την οικονομία στο σύνολό της.</p>
<p>Η αξιολόγηση BBB της Ελλάδας υποστηρίζεται από το αξιόπιστο πλαίσιο πολιτικής της χώρας, και την ιδιότητά της ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και της ευρωζώνης. Διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη διακυβέρνηση, βελτίωσαν το επιχειρηματικό περιβάλλον της χώρας και υποστήριξαν τη βιωσιμότητα του χρέους. Η ισχυρή πολιτική δέσμευση όλων των μεγάλων πολιτικών κομμάτων για μια συνετή δημοσιονομική πολιτική ενισχύει την πιστοληπτική της ποιότητα.</p>
<p>Το ΔΝΤ προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα κυμαίνεται σε ένα μέσο 2,4% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος της δεκαετίας και ότι ο δείκτης του δημόσιου χρέους θα φτάσει το 125% έως το 2030. Οι πιστοληπτικές αξιολόγησεις της Ελλάδας, ωστόσο, περιορίζονται από τον ακόμη υψηλό δείκτη δημόσιου χρέους, το μικρό μέγεθος της οικονομίας της και το μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών που παραμένει υψηλό.</p>
<h4><strong>Ισχυρές επιδόσεις </strong></h4>
<p>Το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 2,3% τόσο το 2023 όσο και το 2024 και η ΕΕ αναμένει παρόμοια ανάπτυξη και για τα επόμενα δύο χρόνια. Ο ισχυρός ρυθμός της ελληνικής οικονομίας τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από την ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις. Η αύξηση της απασχόλησης είναι σταθερή και το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 8,0% τον Ιούλιο, από 9,8% ένα χρόνο νωρίτερα.</p>
<p>Η βελτιωμένη εγχώρια ζήτηση, η αποκατάσταση του τραπεζικού τομέα και η αποτελεσματική εφαρμογή του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΣΑΑ) υποστηρίζουν την οικονομία. Η χώρα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις μεταξύ των χωρών της ΕΕ όσον αφορά την επίτευξη των βασικών ορόσημων του Ταμείου Ανάκαμψης και στην απορρόφηση των κεφαλαίων του – ένα πακέτο 36,6 δισ. ευρώ (16% του ΑΕΠ) σε μορφή επιχορηγήσεων και δανείων.</p>
<p>Πολυάριθμες μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν τα προηγούμενα χρόνια έχουν ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και η επιτυχημένη εφαρμογή των οροσήμων του Ταμείου Ανάκαμψης θα βοηθήσει την Ελλάδα να βελτιώσει τις προοπτικές ανάπτυξής της.</p>
<p>Οι κίνδυνοι για τις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εξωτερικές εξελίξεις. Αυτές περιλαμβάνουν την ευπάθεια σε ακραία καιρικά φαινόμενα, γεωπολιτικές συγκρούσεις και προστατευτιστική παγκόσμια εμπορική πολιτική.</p>
<p>Αν και η Ελλάδα έχει περιοσμένη άμεση εξαγωγική έκθεση στις ΗΠΑ, η άνοδος των διασυνοριακών δασμών αναμένεται να ασκήσει πίεση στην οικονομική δραστηριότητα σε όλη την Ευρώπη, με έμμεσες επιπτώσεις στη μικρή και ανοικτή οικονομία της Ελλάδας. Οποιαδήποτε επιπλέον διαταραχή του εμπορίου θα επηρεάσει αρνητικά τις εξαγωγικά προσανατολισμένες βιομηχανίες της Ελλάδας, και μια ακόμη ταχεία αύξηση στις τιμές της ενέργειας ή άλλων εμπορευμάτων θα δημιουργούσε επιπλέον πληθωριστική πίεση.</p>
<p>Οι εναρμονισμένες τιμές καταναλωτή στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 3,7% ετησίως τον Ιούλιο. Ο πληθωρισμός βρίσκεται σε ανοδική τροχιά τους τελευταίους μήνες, προκαλούμενος πρωτίστως από τις αυξήσεις στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και των υπηρεσιών. Αυτοί οι παράγοντες είναι πιθανό να επιμείνουν, και η ΕΕ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει πάνω από το στόχο του 2% κατά τη διάρκεια του ορίζοντά της πρόβλεψης.</p>
<h4><strong>H δημοσιονομική κατάσταση</strong></h4>
<p>Η δημοσιονομική θέση της Ελλάδας αποτέλεσε θετική έκπληξη το 2024, σύμφωνα με τον οίκο, με πλεόνασμα 1,3% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα στο 4,8%. Η ελληνική κυβέρνηση ανέμενε μικρό έλλειμμα. Μια σύμπτωση λόγων συμβάλλει στην εξήγηση της έκπληξης στους δημόσιους λογαριασμούς, συμπεριλαμβανομένων των βραδύτερων τρεχουσών δαπανών, και των ισχυρότερων του αναμενόμενου έσοδων από άμεσους φόρους και εισφορές, λόγω της υγιούς ανάπτυξης της απασχόλησης και της οικονομικής δραστηριότητας.</p>
<p>Η επίδραση του υψηλού πληθωρισμού στη είσπραξη του ΦΠΑ και οι δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις, όπως τα μέτρα καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και της αδήλωτης εργασίας, συνέβαλαν στη σημαντική αύξηση των εσόδων. Τα πραγματικά έσοδα στο έτος ήταν 9,5% υψηλότερα από αυτά που προβλέπονταν στον προϋπολογισμό του 2024.</p>
<p>Αν και είναι απίθανο τα αποτελέσματα για φέτος να παραμείνουν εξίσου ισχυρά – δεδομένων των πρόσφατα ανακοινωμένων δεσμεύσεων για κοινωνικές δαπάνες και των αυξήσεων στις αμυντικές δαπάνες – η Morningstar DBRS αναμένει ότι η βελτιωμένη δημοσιονομική θέση θα υποστηριχθεί από δομικές αλλαγές. Η ΕΕ προβλέπει ότι το γενικό δημοσιονομικό πλεόνασμα θα μειωθεί στο 0,7% του ΑΕΠ φέτος και θα βελτιωθεί ξανά στο 1,4% το 2026.</p>
<h4><strong>To ελληνικό χρέος </strong></h4>
<p>Το χρέος της γενικής κυβέρνησης στην Ελλάδα ανήλθε στο 153,6% του ΑΕΠ το 2024, το υψηλότερο μακράν στην Ευρώπη και πολύ πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης στο 87,4% του ΑΕΠ.</p>
<p>Κατ’ αρχήν, το υψηλό χρέος περιορίζει τη δυνατότητα της κυβέρνησης να ανταποκριθεί σε απρόβλεπτα σοκ, να αντέξει υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης ή να αντιμετωπίσει αυξανόμενες δαπάνες που σχετίζονται με τη γήρανση του πληθυσμού ή την άμυνα.</p>
<p>Στην πράξη, σημειώνει η ανάλυση, οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα του χρέους που απορρέουν μετριάζονται από διάφορους παράγοντες. Κατ’ αρχάς, η διάρθρωση του είναι πολύ ευνοϊκή. Το 100% του χρέους βρίσκεται σε σταθερά επιτόκια μετά τις ανταλλαγές (swaps), η σταθμισμένη μέση διάρκεια είναι πολύ υψηλή (περίπου 18,7 έτη τον Ιούνιο 2025), ενώ περίπου το 74% του χρέους κατέχεται από τον επίσημο τομέα.</p>
<p>Το ελληνικό δημόσιο διαθέτει επίσης σημαντικά ταμειακά αποθέματα της τάξης των 40 δισ. ευρώ (περίπου 16% του ΑΕΠ, ή τρία χρόνια ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών), παρά την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων του ΔΝΤ και του GLF (Greek Loan Facility).</p>
<p>Η δυναμική του δημόσιου χρέους βρίσκεται σε απότομη καθοδική πορεία, λόγω της υψηλής ονομαστικής αύξησης του ΑΕΠ και των υγιών δημοσιονομικών πλεονασμάτων.</p>
<h4><strong>Οι τράπεζες</strong></h4>
<p>Ο ελληνικός τραπεζικός τομέας έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια. Η υψηλότερη πιστωτική επέκταση και τα διαρθρωτικά υψηλότερα επιτόκια έχουν οδηγήσει σε υγιή κερδοφορία των τραπεζών.</p>
<p>Το σύστημα είναι επίσης πιο ανθεκτικό. Πρόσφατα σοκ, συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής κρίσης και της ταχείας αύξησης των επιτοκίων, δεν ανέστρεψαν τη σταθερή βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού.</p>
<p>Οι πωλήσεις και οι τιτλοποιήσεις δανείων στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής» συνέβαλαν στη μείωση του μέσου ακαθάριστου δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο 2,9% για τις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες τον Ιούνιο 2025, από 32% το 2020.</p>
<p>Οι τράπεζες προστατεύονται περαιτέρω από τον συστημικό κίνδυνο διατηρώντας ισχυρούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, κάτι που καταδεικνύεται από τα αποτελέσματα των πρόσφατων stress tests της EBA το 2025. Ο μέσος δείκτης κεφαλαίου CET1 για τις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες ανήλθε σε 16,0% τον Ιούνιο 2025, από 11,8% το 2021.</p>
<h4><strong>Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις</strong></h4>
<p>Οι πρόσφατες εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένου του αποτελέσματος των Ευρωεκλογών πέρυσι, δείχνουν περιορισμένη στήριξη για τον κυβερνητικό συνασπισμό. Καθώς πλησιάζουν οι επόμενες βουλευτικές εκλογές, υπάρχει κίνδυνος να επιβραδυνθεί η μεταρρυθμιστική δυναμική.</p>
<p>Ωστόσο, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη διατηρεί ισχυρή πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, σημειώνει η DBRS. Αυτό προσφέρει πολιτική σταθερότητα και συνέχεια και βοηθά την Ελλάδα να εκπληρώσει τους στόχους και τα ορόσημα του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRP), σκοπός του οποίου είναι η ενίσχυση της οικονομικής ανθεκτικότητας.</p>
<p>Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων στο «Ελλάδα 2.0» παραμένει βασική προτεραιότητα για την ελληνική κυβέρνηση και περιλαμβάνει την αντιμετώπιση αδυναμιών στο δικαστικό σύστημα, τη δημόσια διοίκηση και την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας. Η κυβέρνηση σχεδιάζει επίσης να βελτιώσει το εκπαιδευτικό σύστημα.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/09/dbrs_shutterstock-768x480-1.jpg?fit=702%2C439&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/09/dbrs_shutterstock-768x480-1.jpg?fit=702%2C439&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>DBRS: Αναβάθμισε την Ελλάδα σε «BBB» με σταθερές προοπτικές</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/dbrs-anavathmise-tin-ellada-se-bbb-me-stathe/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[panos12]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 08 Mar 2025 06:00:19 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Οικονομία]]></category>
		<category><![CDATA[DBRS]]></category>
		<category><![CDATA[featured]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=186719</guid>

					<description><![CDATA[Σε μία κίνηση – έκπληξη προχώρησε απόψε η DBRS, καθώς αναβάθμισε το ελληνικό αξιόχρεο σε «BBB» με σταθερό trend (προοπτικές), από «BBB (Low)» με θετικό trend προηγουμένως, ανοίγοντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον «χορό» των αξιολογήσεων για την εγχώρια οικονομία. Ο καναδικός οίκος είχε δώσει στην Ελλάδα την επενδυτική βαθμίδα τον Σεπτέμβριο του 2023 και είχε αναβαθμίσει το outlook από «σταθερό» σε «θετικό» τον Σεπτέμβριο του 2024. Με το νέο upgrade, το [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Σε μία <strong>κίνηση – έκπληξη</strong> προχώρησε απόψε η <strong>DBRS</strong>, καθώς <strong>αναβάθμισε</strong> το <strong>ελληνικό αξιόχρεο</strong> σε <strong>«BBB»</strong> με <strong>σταθερό trend</strong> (προοπτικές), από <strong>«BBB (Low)»</strong> με <strong>θετικό trend</strong> προηγουμένως, ανοίγοντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον «χορό» των <strong>αξιολογήσεων</strong> για την εγχώρια οικονομία.</p>
<p>Ο καναδικός οίκος είχε δώσει στην Ελλάδα την επενδυτική βαθμίδα τον Σεπτέμβριο του 2023 και είχε αναβαθμίσει το outlook από «σταθερό» σε «θετικό» τον Σεπτέμβριο του 2024. <strong>Με το νέο upgrade, το ελληνικό αξιόχρεο βρίσκεται μία βαθμίδα πάνω από την επενδυτική</strong>.</p>
<p>Ωστόσο, η μεγάλη μέρα θα έρθει -εκτός συγκλονιστικού απροόπτου- μία βδομάδα αργότερα, <strong>στις 14 Μαρτίου</strong>, καθώς αναμένεται η πολυπόθητη τελευταία αναβάθμιση της οικονομίας στην <strong>επενδυτική βαθμίδα</strong> από τη <strong>Moody’s</strong>, η οποία αποτελεί το τελευταίο «οχυρό». Υπενθυμίζεται ότι ο αμερικανικός οίκος αξιολογεί την Ελλάδα με <strong>«Ba1» και θετικό outlook</strong>. Μετά την αναβάθμιση θα βρεθεί στο <strong>«Baa3» με σταθερές προοπτικές</strong>.</p>
<h2><strong>Βασικοί παράγοντες αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας</strong></h2>
<p>Η αναβάθμιση αντικατοπτρίζει την εκτίμηση της <strong>Morningstar DBRS</strong> ότι οι <strong>διαρθρωτικοί κίνδυνοι στον τραπεζικό τομέα έχουν μειωθεί</strong>, ενώ συνεχίζεται η <strong>υπεραπόδοση στους δημοσιονομικούς στόχους</strong>.</p>
<p>Οι <strong>ελληνικές τράπεζες</strong> έχουν βελτιώσει τα θεμελιώδη μεγέθη τους, είναι πιο ανθεκτικές και βρίσκονται σε <strong>καλή θέση για να χρηματοδοτήσουν την οικονομία</strong>, ακόμη και μετά τη λήξη του <strong>προγράμματος Next Generation EU (NGEU)</strong>. Αυτό αντανακλά:</p>
<ul>
<li><strong>Μειωμένους διαρθρωτικούς κινδύνους</strong>,</li>
<li><strong>Σημαντική μείωση του δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL)</strong>, που πλέον βρίσκεται κοντά στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,</li>
<li><strong>Ταχύτερη από την αναμενόμενη μείωση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTCs)</strong>.</li>
</ul>
<p>Επιπλέον, η <strong>ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας</strong> και το <strong>ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον</strong> επέτρεψαν στο <strong>Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (HFSF)</strong> να μειώσει τη συμμετοχή του στις <strong>συστημικές τράπεζες</strong>, αποδυναμώνοντας τη <strong>σύνδεση μεταξύ κράτους και τραπεζικού τομέα</strong>.</p>
<p>Η <strong>Morningstar DBRS</strong> επισημαίνει επίσης ότι ο <strong>δείκτης δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ</strong> εκτιμάται ότι έχει μειωθεί κατά <strong>σχεδόν 10 ποσοστιαίες μονάδες</strong> από το <strong>2023</strong>, φτάνοντας το <strong>154% στο τέλος του 2024</strong>.</p>
<p>Τα <strong>δημοσιονομικά έσοδα συνεχίζουν να υπεραποδίδουν</strong>, με τα <strong>πρωτογενή πλεονάσματα να αυξάνονται</strong> και να αναμένεται να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα. Αυτό αναμένεται να διευκολύνει τη <strong>σημαντική περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους</strong>, με την κυβέρνηση να προβλέπει πτώση <strong>κάτω από το 140% του ΑΕΠ έως το 2027</strong>.</p>
<p>Η απόφαση αναβάθμισης της πιστοληπτικής αξιολόγησης βασίζεται στις <strong>βελτιώσεις στους τομείς “Νομισματική Πολιτική και Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα”</strong> και <strong>“Δημοσιονομική Διαχείριση και Πολιτική”</strong>.</p>
<p><strong>Σταθερή προοπτική της αξιολόγησης – Ισορροπία κινδύνων και δυνατοτήτων</strong></p>
<p>Η <strong>σταθερή προοπτική</strong> αντικατοπτρίζει την άποψη της <strong>Morningstar DBRS</strong> ότι οι <strong>κίνδυνοι για την πιστοληπτική αξιολόγηση είναι ισορροπημένοι</strong>.</p>
<p>Η αξιολόγηση <strong>BBB</strong> της Ελλάδας υποστηρίζεται από:</p>
<ul>
<li><strong>Αξιόπιστο θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο</strong>, χάρη στη συμμετοχή στην <strong>ΕΕ και την Ευρωζώνη</strong>.</li>
<li><strong>Επιτυχή εφαρμογή προηγούμενων μεταρρυθμίσεων</strong>, που ενίσχυσαν την <strong>ανθεκτικότητα της οικονομίας</strong>.</li>
</ul>
<p>Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας εμφανίζονται <strong>σημαντικά βελτιωμένες</strong>, λόγω:</p>
<ul>
<li><strong>Ενίσχυσης της διακυβέρνησης</strong>,</li>
<li><strong>Αυξημένων επενδύσεων</strong>,</li>
<li><strong>Δυναμικής εξαγωγών</strong>,</li>
<li><strong>Προώθησης μεταρρυθμίσεων</strong>.</li>
</ul>
<p>Αυτοί οι παράγοντες στηρίζουν τη <strong>βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους</strong>.</p>
<p>Η εφαρμογή των <strong>διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων</strong> παραμένει <strong>σε καλό δρόμο</strong>, ενώ η <strong>αύξηση των επενδύσεων, υποστηριζόμενη από τους πόρους της ΕΕ</strong>, θα μπορούσε να βελτιώσει περαιτέρω το <strong>επιχειρηματικό περιβάλλον</strong>, να <strong>ενισχύσει την παραγωγικότητα</strong> και να <strong>μειώσει το επενδυτικό χάσμα</strong> σε σχέση με τις υπόλοιπες οικονομίες της Ευρωζώνης.</p>
<p>Από το <strong>2021</strong>, η <strong>ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας ξεπερνά τον μέσο όρο της Ευρωζώνης</strong>, και αυτή η τάση πιθανότατα θα συνεχιστεί τα επόμενα δύο χρόνια.</p>
<p>Σύμφωνα με το <strong>Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών</strong>, το <strong>ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 2,2% το 2024</strong>, ενώ προβλέπεται <strong>ανάπτυξη 2,3% το 2025</strong>.</p>
<p>Επιπλέον, υπάρχει <strong>ισχυρή πολιτική δέσμευση για διατήρηση συνετής δημοσιονομικής στρατηγικής</strong>, όπως αποδεικνύεται από τη <strong>γρήγορη βελτίωση του πρωτογενούς πλεονάσματος</strong>, παρά τα πολλαπλά σοκ που έχει υποστεί η οικονομία από το <strong>2020</strong>.</p>
<h2><strong>Περιορισμοί της πιστοληπτικής αξιολόγησης</strong></h2>
<p>Παρά τη θετική εξέλιξη, η αξιολόγηση της Ελλάδας εξακολουθεί να επηρεάζεται αρνητικά από:</p>
<ul>
<li><strong>Τον υψηλό λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ</strong>.</li>
<li><strong>Το μικρό μέγεθος της ελληνικής οικονομίας</strong>, το οποίο περιορίζει τη δυνατότητα απορρόφησης εξωτερικών σοκ.</li>
<li><strong>Το διαρκές έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών</strong>, που παραμένει σε υψηλά επίπεδα.</li>
</ul>
<p>Παρά αυτούς τους περιορισμούς, οι διαρθρωτικές βελτιώσεις που έχουν επιτευχθεί και η <strong>σταθερή πολιτική δέσμευση για οικονομική προσαρμογή και μεταρρυθμίσεις</strong>, ενισχύουν την <strong>ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας</strong>.</p>
<h2><strong>Παράγοντες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας</strong></h2>
<p>Η <strong>Morningstar DBRS</strong> θα μπορούσε να αναβαθμίσει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις αν συμβεί ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:</p>
<ol>
<li>Περαιτέρω ουσιαστική μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους, υποστηριζόμενη από διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα.</li>
<li>Συνεχής εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τις επενδύσεις, βελτιώνοντας έτσι τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.</li>
</ol>
<p>Αντίθετα, η <strong>Morningstar DBRS</strong> θα μπορούσε να υποβαθμίσει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις σε περίπτωση που συμβεί ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:</p>
<ol>
<li>Παρατεταμένη εξασθένηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας ή υλοποίηση ενδεχόμενων υποχρεώσεων που οδηγούν τον δείκτη δημόσιου χρέους σε σταθερά ανοδική πορεία.</li>
<li>Αντιστροφή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.</li>
<li>Σημαντική επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της Ελλάδας.</li>
</ol>
<h2><strong>Αιτιολόγηση της πιστοληπτικής αξιολόγησης</strong></h2>
<p>Περαιτέρω<strong> μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και χαμηλότερη σύνδεση με το κράτος</strong> μειώνουν τις διαρθρωτικές ευπάθειες του τραπεζικού τομέα, αναφέρει ειδικότερα στη συνέχεια ο οίκος και επισημαίνει:</p>
<p>Σημαντική πρόοδος έχει σημειωθεί στην ενίσχυση του ελληνικού τραπεζικού τομέα, ο οποίος, χάρη στη<strong> βελτίωση της πιστωτικής ποιότητας και των κεφαλαίων, εμφανίζεται πλέον πιο ανθεκτικός σε σχέση με το παρελθόν</strong>. Οι πρόσφατες κρίσεις, συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής κρίσης και του υψηλού κόστους δανεισμού, δεν ανέκοψαν τη<strong> συνεχιζόμενη μείωση του συνολικού δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL).</strong> Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή (EBA), το ποσοστό αυτό <strong>διαμορφώθηκε στο 3,3% το τρίτο τρίμηνο του 2024,</strong> καταγράφοντας μείωση άνω των 40 ποσοστιαίων μονάδων από την κορύφωσή του το τρίτο τρίμηνο του 2016.</p>
<p>Η μείωση αυτή οφείλεται κυρίως σε πωλήσεις και τιτλοποιήσεις δανείων μέσω του <strong>Σχεδίου Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων «Ηρακλής»</strong>, το οποίο υποστηρίχθηκε από κρατική εγγύηση. Επιπλέον, η συγχώνευση της <strong>Attica Bank με την Παγκρήτια Τράπεζα</strong> αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς τη σύγκλιση του δείκτη NPL του ελληνικού τραπεζικού συστήματος με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, που ανέρχεται περίπου στο 2%.</p>
<p>Παράλληλα, οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν πλέον ισχυρότερα κεφάλαια, αυξημένη ρευστότητα και βελτιωμένη κερδοφορία, με τη στήριξη της ανόδου του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου. Η <strong>Morningstar DBRS</strong> εκτιμά ότι η διαφοροποίηση των εσόδων των ελληνικών τραπεζών θα βελτιωθεί περαιτέρω στο μέλλον, αντανακλώντας τόσο οργανικές όσο και εξωγενείς στρατηγικές κινήσεις.</p>
<p>Η <strong>μειωμένη εξάρτηση του τραπεζικού συστήματος από το κράτος</strong>, σε συνδυασμό με την ταχύτερη μείωση των <strong>αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTCs)</strong> και τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, ενισχύουν την υγεία του τραπεζικού τομέα. Η αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα από ξένους ιδιώτες επενδυτές, χάρη στη βελτίωση της ελληνικής οικονομίας και του τραπεζικού συστήματος, επέτρεψε στο <strong>Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ)</strong> να μειώσει σχεδόν πλήρως τη συμμετοχή του στις συστημικές τράπεζες.</p>
<p>Επιπλέον, η <strong>Morningstar DBRS</strong> προβλέπει ταχύτερη από την αναμενόμενη βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων των τραπεζών, με τις <strong>αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs)</strong> να εκτιμάται ότι θα μηδενιστούν έως το 2034, αντί του αρχικά προγραμματισμένου 2041.</p>
<p>Οι τιμές των ακινήτων στην Ελλάδα αυξήθηκαν σημαντικά τα τελευταία χρόνια, αντιστρέφοντας την πτωτική τάση της προηγούμενης δεκαετίας. Ωστόσο, το αυξημένο κόστος διαβίωσης και τα υψηλότερα επιτόκια έχουν επιδεινώσει την προσιτότητα της στέγασης. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχουν ενδείξεις υπερβολικού δανεισμού ή υπερμοχλεύσεων, και η <strong>Morningstar DBRS</strong> θεωρεί ότι οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι περιορισμένοι αυτή τη στιγμή.</p>
<p>Τα νέα <strong>μακροπροληπτικά μέτρα</strong>, τα οποία περιλαμβάνουν <strong>ανώτατο όριο στον δείκτη δανείου προς αξία (loan-to-value, LTV) και στον δείκτη εξυπηρέτησης χρέους προς εισόδημα (debt service-to-income, DSTI) κατά την έκδοση δανείων</strong>, θα τεθούν σε ισχύ από την <strong>1η Ιανουαρίου 2025</strong>, συμβάλλοντας στη διατήρηση υγιών προτύπων δανεισμού.</p>
<h2><strong>Η ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης και η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων στηρίζουν την οικονομική ανάπτυξη</strong></h2>
<p>Την τελευταία δεκαετία, η πιστωτική επέκταση ήταν υποτονική, αλλά πρόσφατα παρουσιάζει βελτίωση, ιδιαίτερα στον τομέα των <strong>μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων</strong>. Η <strong>Morningstar DBRS</strong> επισημαίνει ότι η αποτελεσματική διαχείριση και κατανομή των πόρων του <strong>Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF)</strong> από τις τράπεζες, σε συνδυασμό με τη σημαντική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, τους επιτρέπει να αυξήσουν τη χορήγηση πιστώσεων προς τις ελληνικές επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας την οικονομική ανάπτυξη.</p>
<p>Στο πλαίσιο του <strong>Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας</strong>, η Ελλάδα θα αντλήσει δάνεια ύψους <strong>17,7 δισ. ευρώ</strong>. Μέχρι στιγμής, η χώρα έχει λάβει <strong>9,6 δισ. ευρώ</strong> από την <strong>Ευρωπαϊκή Ένωση</strong>, εκ των οποίων μόλις <strong>3,2 δισ. ευρώ</strong> έχουν διατεθεί στις επιχειρήσεις. Η εκταμίευση των δανείων της ΕΕ προς τους τελικούς δικαιούχους επιταχύνεται, ενώ υπάρχει η δυνατότητα να συνεχιστεί και μετά τη λήξη του προγράμματος <strong>Next Generation EU (NGEU)</strong> το <strong>2026</strong>.</p>
<p>Παρά την πρόοδο, παραμένει ένα ζήτημα <strong>ιδιωτικών μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs)</strong> που έχουν μεταφερθεί από τους τραπεζικούς ισολογισμούς στην πραγματική οικονομία και πλέον διαχειρίζονται από <strong>εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (CSFs)</strong>. Ωστόσο, η <strong>Morningstar DBRS</strong> αναμένει <strong>σταδιακή μείωση αυτών των NPEs</strong> με την πάροδο του χρόνου.</p>
<h3><strong>Διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας – Το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό σχέδιο ευθυγραμμίζεται με τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ</strong></h3>
<p>Μετά την πανδημία της <strong>COVID-19</strong> και την ενεργειακή κρίση, η <strong>δημοσιονομική κατάσταση της Ελλάδας έχει βελτιωθεί σημαντικά</strong>. Από το υψηλό έλλειμμα του <strong>9,8% του ΑΕΠ το 2020</strong>, το δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε στο <strong>1,6% το 2023</strong>. Οι τελευταίες εκτιμήσεις της κυβέρνησης προβλέπουν <strong>πρωτογενές πλεόνασμα 2,4% του ΑΕΠ</strong>, ελαφρώς υψηλότερο από το <strong>2,1% το 2023</strong>, κυρίως λόγω <strong>υψηλότερων των αναμενόμενων φορολογικών εσόδων</strong> και χαμηλότερων πρωτογενών δαπανών. Ωστόσο, το πλεόνασμα αυτό θα μπορούσε να ξεπεράσει τις προβλέψεις, οδηγώντας σε <strong>δημοσιονομικό ισοζύγιο με μικρό πλεόνασμα το 2024</strong>.</p>
<p>Με την υποστήριξη της <strong>ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης και των αυξημένων δημοσιονομικών εσόδων</strong>, τα πρωτογενή πλεονάσματα αναμένεται να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα. Η κυβέρνηση δεσμεύεται, μέσω του <strong>Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού Σχεδίου (MTP)</strong>, να διατηρήσει <strong>ρυθμό αύξησης καθαρών δαπανών</strong> σύμφωνο με τις <strong>συστάσεις της ΕΕ</strong>, διατηρώντας το δημοσιονομικό ισοζύγιο <strong>κάτω από το όριο του 3% του ΑΕΠ</strong>. Αυτό αντανακλά τη <strong>δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης σε μια συντηρητική δημοσιονομική στρατηγική</strong>.</p>
<p>Στον <strong>Κρατικό Προϋπολογισμό του 2025</strong>, η Ελλάδα προβλέπει <strong>σημαντικές αυξήσεις στις αμυντικές δαπάνες</strong>, κυρίως λόγω παραδόσεων στρατιωτικού εξοπλισμού, με τις τρέχουσες αμυντικές δαπάνες να εκτιμώνται περίπου στο <strong>3% του ΑΕΠ</strong>. Η <strong>Morningstar DBRS</strong> αναμένει ότι η διατήρηση ενός <strong>πρωτογενούς πλεονάσματος 2,0% του ΑΕΠ ή υψηλότερου για παρατεταμένη περίοδο</strong> θα αποτελέσει πρόκληση. Ωστόσο, οι ελληνικές αρχές διαθέτουν <strong>ισχυρό ιστορικό ταχείας δημοσιονομικής εξυγίανσης</strong>, παρά τις πολλαπλές κρίσεις των τελευταίων ετών.</p>
<p>Το <strong>2025</strong>, η κυβέρνηση προβλέπει <strong>πρωτογενές πλεόνασμα 2,5%</strong>, με τη μείωση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης να <strong>αντισταθμίζεται από αυξημένα φορολογικά έσοδα</strong>, χάρη στα μέτρα καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Τα πρόσφατα μέτρα, όπως η <strong>εισαγωγή του συστήματος ηλεκτρονικών βιβλίων myData, η υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση</strong> και η χρήση <strong>εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ)</strong>, έχουν ενισχύσει τη <strong>φορολογική διαφάνεια και τον εντοπισμό περιπτώσεων μη συμμόρφωσης</strong>.</p>
<p>Οι τελευταίες <strong>ενδείξεις για τα φορολογικά έσοδα είναι ενθαρρυντικές</strong>, καθώς δείχνουν αύξηση περίπου <strong>12% το 2024 σε σύγκριση με το 2023</strong>. Σε αυτό το πλαίσιο, το <strong>πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να διατηρηθεί κατά μέσο όρο στο 2,4% του ΑΕΠ</strong> την περίοδο <strong>2025-2028</strong>. Η <strong>διαρκής υπεραπόδοση των δημοσιονομικών στόχων</strong> και η <strong>διαρθρωτική βελτίωση των δημοσιονομικών εσόδων</strong> δικαιολογούν <strong>θετική αναθεώρηση</strong> στην αξιολόγηση της <strong>Δημοσιονομικής Διαχείρισης και Πολιτικής</strong>.</p>
<h2><strong>Κίνδυνοι και προοπτικές για τα δημοσιονομικά μεγέθη</strong></h2>
<p>Παρά τη θετική πορεία, οι <strong>κίνδυνοι για τις δημοσιονομικές προοπτικές παραμένουν</strong> και συνδέονται με:</p>
<ul>
<li><strong>Επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης</strong>, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαμηλότερα δημοσιονομικά έσοδα.</li>
<li><strong>Πιέσεις στις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων</strong>, που ενδέχεται να απαιτήσουν πρόσθετα μέτρα στήριξης.</li>
<li><strong>Ακραία καιρικά φαινόμενα</strong>, τα οποία μπορεί να αυξήσουν τις δημοσιονομικές υποχρεώσεις.</li>
<li><strong>Επιπτώσεις από ενδεχόμενες υποχρεώσεις (contingent liabilities)</strong>.</li>
</ul>
<p>Από την άλλη πλευρά, η <strong>σταθερή βελτίωση των δημοσιονομικών εσόδων</strong>, λόγω των <strong>κυβερνητικών μέτρων για την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης</strong>, θα μπορούσε να οδηγήσει σε <strong>καλύτερα από τα αναμενόμενα δημοσιονομικά αποτελέσματα</strong>. Σύμφωνα με το <strong>Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)</strong>, το ποσοστό της <strong>παραοικονομίας στην Ελλάδα μειώθηκε σημαντικά</strong>, από <strong>περίπου 30% το 2013</strong> στο <strong>16% το 2021</strong>, χάρη στην <strong>πρόοδο στον τομέα της ψηφιοποίησης</strong>, ενώ περαιτέρω μειώσεις είναι πιθανές.</p>
<p>Τυχόν πρόσθετες βελτιώσεις θα μπορούσαν να ενισχύσουν <strong>τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική ικανότητα της χώρας</strong>, συμβάλλοντας στη <strong>διατήρηση της σταθερότητας των δημόσιων οικονομικών</strong>.</p>
<h3><strong>Ο δείκτης δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ παραμένει ο υψηλότερος στην Ευρωζώνη, αλλά ακολουθεί απότομη πτωτική πορεία – Η ευνοϊκή δομή και η προληπτική διαχείριση του χρέους μειώνουν τους κινδύνους</strong></h3>
<p>Ο λόγος του <strong>δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ</strong> της Ελλάδας αναμένεται να συνεχίσει την πτωτική του πορεία, υποστηριζόμενος από <strong>υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, μέτριο κόστος τόκων και υγιή, αν και επιβραδυνόμενη, ονομαστική ανάπτυξη</strong>. Ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ κορυφώθηκε στο <strong>209,4% το 2020</strong>, πριν μειωθεί σε εκτιμώμενο <strong>154,0% το 2024</strong>, το χαμηλότερο επίπεδο από το <strong>2010</strong>. Επιπλέον, αναμένεται περαιτέρω μείωση μεσοπρόθεσμα.</p>
<p>Η <strong>αναταξινόμηση ποσού 12 δισ. ευρώ (5,5% του ΑΕΠ)</strong> που σχετίζεται με αναβαλλόμενους τόκους από τα δάνεια του <strong>Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF)</strong> δεν άλλαξε τη <strong>σταθερά καθοδική τάση του δημόσιου χρέους</strong>, αλλά επηρέασε ελαφρώς το <strong>έμμεσο κόστος τόκων της κεντρικής κυβέρνησης</strong>, το οποίο αυξήθηκε από <strong>1,3% στο 1,7% μέχρι το τέλος του 2024</strong>.</p>
<p>Η ελληνική κυβέρνηση εκτιμά ότι ο δείκτης δημόσιου χρέους θα μειωθεί περαιτέρω στο <strong>149,1% του ΑΕΠ</strong> το <strong>2025</strong>, σημειώνοντας συνολική πτώση περίπου <strong>60 ποσοστιαίων μονάδων σε μόλις πέντε χρόνια</strong> – μία από τις πιο απότομες μειώσεις στη σύγχρονη οικονομική ιστορία.</p>
<h2><strong>Παράγοντες που ενισχύουν τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους</strong></h2>
<p>Η <strong>Morningstar DBRS</strong> θεωρεί ότι οι <strong>κίνδυνοι βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους</strong> περιορίζονται από διάφορους παράγοντες:</p>
<ol>
<li><strong>Ευνοϊκή δομή του χρέους</strong>
<ul>
<li>Το <strong>100% του ελληνικού χρέους</strong> είναι σε <strong>σταθερά επιτόκια</strong> μετά από swaps, γεγονός που περιορίζει την ευπάθεια σε μεταβολές των επιτοκίων.</li>
</ul>
</li>
<li><strong>Μεγάλη μέση διάρκεια αποπληρωμής</strong>
<ul>
<li>Ο <strong>σταθμισμένος μέσος όρος διάρκειας του χρέους</strong> είναι <strong>πολύ υψηλός, περίπου 19 έτη</strong> στο τέλος του 2024, μειώνοντας την ανάγκη για συχνές αναχρηματοδοτήσεις.</li>
<li>Περίπου το <strong>74% του χρέους κατέχεται από τον επίσημο τομέα (θεσμικούς δανειστές όπως ο ESM και η ΕΚΤ)</strong>, καθιστώντας το <strong>λιγότερο ευάλωτο στις διακυμάνσεις της αγοράς</strong>.</li>
</ul>
</li>
<li><strong>Αποτελεσματική διαχείριση του δημόσιου χρέους</strong>
<ul>
<li>Ο <strong>Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους </strong>κατάφερε να εφαρμόσει <strong>προληπτική στρατηγική αντιστάθμισης κινδύνου</strong>, με αποτέλεσμα να <strong>περιορίσει τις επιπτώσεις από την άνοδο των επιτοκίων</strong>.</li>
<li>Αυτό μεταφράζεται σε <strong>συγκρατημένο κόστος τόκων μεσοπρόθεσμα</strong>, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των επενδυτών.</li>
</ul>
</li>
</ol>
<p>Χάρη σε αυτούς τους παράγοντες, το ελληνικό δημόσιο χρέος συνεχίζει να προσελκύει επενδυτικό ενδιαφέρον, ενώ οι <strong>αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων</strong> παραμένουν ευνοϊκές. Η <strong>απόδοση των 10ετών ελληνικών ομολόγων σε σύγκριση με τα γερμανικά Bunds</strong> έχει κυμανθεί κατά μέσο όρο γύρω στις <strong>90 μονάδες βάσης τους τελευταίους έξι μήνες</strong>, αποδεικνύοντας τη σταθερή εμπιστοσύνη της αγοράς.</p>
<h2><strong>Η ελληνική στρατηγική διαχείρισης χρέους μειώνει τους βραχυπρόθεσμους κινδύνους και ενισχύει τη ρευστότητα</strong></h2>
<p>Η <strong>δημόσια χρηματοδότηση της Ελλάδας επωφελείται από μια προληπτική στρατηγική διαχείρισης του χρέους</strong>, με <strong>πρόωρες αποπληρωμές</strong> που έχουν μειώσει το βραχυπρόθεσμο χρέος και έχουν ομαλοποιήσει το προφίλ εξόφλησης.</p>
<p>Από το <strong>2022</strong>, ο <strong>Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους </strong>έχει:</p>
<ul>
<li><strong>Αποπληρώσει πλήρως τα δάνεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ)</strong>, ύψους <strong>2,3 δισ. ευρώ</strong>.</li>
<li><strong>Αποπληρώσει μέρος του Ελληνικού Δανειακού Μηχανισμού (GLF loans)</strong>, συνολικού ύψους <strong>13,3 δισ. ευρώ</strong>.</li>
<li>Σχεδιάζει <strong>πρόωρη αποπληρωμή επιπλέον 5,3 δισ. ευρώ GLF δανείων το 2024</strong>, γεγονός που θα μειώσει τις <strong>χρηματοδοτικές ανάγκες</strong> και θα <strong>περιορίσει το κόστος δανεισμού</strong>, αξιοποιώντας τη <strong>θετική αποτίμηση των παραγώγων στις αγορές</strong>.</li>
</ul>
<p>Παρά τις πρόωρες αποπληρωμές, τα <strong>ενισχυμένα δημοσιονομικά έσοδα</strong> επιτρέπουν τη διατήρηση <strong>υψηλών ταμειακών διαθεσίμων</strong>. Ωστόσο, το απόθεμα ρευστότητας αναμένεται να μειωθεί σταδιακά λόγω νέων <strong>πρόωρων αποπληρωμών</strong>.</p>
<p>Στο τέλος του <strong>2024</strong>, τα ταμειακά διαθέσιμα της Ελλάδας ανέρχονται σε <strong>36,3 δισ. ευρώ (16% του ΑΕΠ ή περίπου τρία έτη ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών)</strong>. Αυτό το <strong>ισχυρό ταμειακό απόθεμα λειτουργεί ως ασπίδα ρευστότητας</strong>, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των αγορών, καθώς μειώνει τους κινδύνους <strong>αναχρηματοδότησης και επιτοκίων</strong>.</p>
<p>Ο <strong>μεγάλος όγκος ταμειακών διαθεσίμων</strong>, σε συνδυασμό με τη <strong>στρατηγική μείωσης του κόστους τόκων και των κινδύνων αποπληρωμής</strong>, στηρίζει τη <strong>θετική αναθεώρηση</strong> της <strong>αξιολόγησης του χρέους και της ρευστότητας</strong> από τη <strong>Morningstar DBRS</strong>.</p>
<p>Ωστόσο, παρά το ευνοϊκό προφίλ του χρέους, η <strong>βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους εξαρτάται κυρίως από τη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και από ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης του ονομαστικού ΑΕΠ</strong>.</p>
<p>Καθώς το <strong>κρατικά διακρατούμενο χρέος (επίσημου τομέα)</strong> θα αντικατασταθεί σταδιακά από <strong>χρηματοδότηση μέσω των αγορών</strong>, η Ελλάδα θα βρεθεί <strong>περισσότερο εκτεθειμένη στη μεταβλητότητα των αγορών</strong>, γεγονός που καθιστά κρίσιμη τη συνέχιση της συνετής δημοσιονομικής πολιτικής.</p>
<h3><strong>Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να υπεραποδίδει σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης – Κομβικός ο ρόλος του Σχεδίου Ανάκαμψης για βιώσιμη ανάπτυξη</strong></h3>
<p>Μετά από ανάπτυξη <strong>2,3% του πραγματικού ΑΕΠ το 2023</strong>, η ελληνική οικονομία αναμένεται να διατηρήσει ρυθμό ανάπτυξης <strong>άνω του 2% το 2024</strong>, υποστηριζόμενη από <strong>ισχυρή ιδιωτική κατανάλωση, αύξηση των εξαγωγών και των επενδύσεων</strong>.</p>
<p>Παρά την υψηλή αβεβαιότητα, η Ελλάδα πιθανότατα θα συνεχίσει να <strong>ξεπερνά τον μέσο όρο της Ευρωζώνης</strong> το 2024, καθώς η ανάκαμψη στηρίζεται από:</p>
<ul>
<li><strong>Εισροές ευρωπαϊκών κονδυλίων</strong>,</li>
<li><strong>Βελτιωμένες συνθήκες χρηματοδότησης</strong>,</li>
<li><strong>Ανθεκτική ιδιωτική κατανάλωση</strong>,</li>
<li><strong>Ενίσχυση του τραπεζικού τομέα</strong>.</li>
</ul>
<p>Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του <strong>Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών</strong>, η ανάπτυξη του πραγματικού ΑΕΠ αναμένεται να φτάσει το <strong>2,3% το 2025</strong> και το <strong>2,0% το 2026</strong>.</p>
<p>Η <strong>αγορά εργασίας</strong> εμφανίζει επίσης σημάδια ανθεκτικότητας, με την <strong>ανεργία να διαμορφώνεται στο 9,4% τον Δεκέμβριο του 2024</strong> – σημειώνοντας πτώση άνω των <strong>19 ποσοστιαίων μονάδων</strong> από το υψηλό της Ιουλίου 2023. Ωστόσο, παραμένει <strong>πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ</strong>.</p>
<h2><strong>Η μετάβαση σε ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης – Ο ρόλος του Σχεδίου «Ελλάδα 2.0»</strong></h2>
<p>Η Ελλάδα συνεχίζει τις προσπάθειες μετάβασης σε ένα <strong>πιο βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης</strong>, στηριζόμενη στις <strong>μεταρρυθμίσεις και τις επενδύσεις</strong> που περιλαμβάνονται στο <strong>Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Greece 2.0)</strong>.</p>
<p>Οι <strong>πολλαπλές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών</strong> έχουν ενισχύσει την <strong>ανταγωνιστικότητα</strong> της χώρας, με τις <strong>εξαγωγές να αυξάνονται στο 44% του ΑΕΠ το 2023</strong>, από <strong>22% το 2010</strong>.</p>
<p>Παράλληλα, οι <strong>επενδύσεις</strong> έχουν αρχίσει να επιταχύνονται τα τελευταία χρόνια.</p>
<ul>
<li>Το <strong>ποσοστό επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ</strong> ανήλθε στο <strong>15,2% το 2023</strong>, από <strong>12,3% το 2020</strong>,</li>
<li>Αναμένεται περαιτέρω αύξηση, λόγω της <strong>αξιοποίησης των πόρων του προγράμματος Next Generation EU (NGEU)</strong>.</li>
</ul>
<p>Η Ελλάδα κατατάσσεται στις <strong>πρώτες θέσεις στην ΕΕ</strong> ως προς την <strong>απορρόφηση των κονδυλίων</strong>.</p>
<ul>
<li>Έχει ολοκληρώσει <strong>28% των οροσήμων και στόχων</strong>,</li>
<li>Έχει λάβει <strong>8,59 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις</strong> και <strong>9,62 δισ. ευρώ σε δάνεια</strong>,</li>
<li>Έχει ήδη ξεπεράσει το <strong>50% του συνολικού πακέτου των 36 δισ. ευρώ (16% του ΑΕΠ)</strong>.</li>
</ul>
<p>Η <strong>επιτυχής υλοποίηση του RRP</strong> (Σχεδίου Ανάκαμψης) θα ενισχύσει τις <strong>αναπτυξιακές προοπτικές</strong> της Ελλάδας και δικαιολογεί <strong>θετική αναθεώρηση της αξιολόγησης της οικονομικής δομής και απόδοσης</strong> από τη <strong>Morningstar DBRS</strong>.</p>
<h2><strong>Κίνδυνοι για τις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας</strong></h2>
<p>Η ελληνική οικονομία επηρεάζεται από <strong>γεωπολιτικούς κινδύνους</strong>, όπως:</p>
<ul>
<li><strong>Προστατευτικά εμπορικά μέτρα</strong> που ενδέχεται να επιβραδύνουν την ανάπτυξη στην Ευρώπη και στην Ελλάδα.</li>
<li><strong>Πιθανές αναταράξεις στις εξαγωγικές βιομηχανίες</strong> ή αύξηση των <strong>τιμών πρώτων υλών</strong> λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων.</li>
<li><strong>Δασμοί των ΗΠΑ</strong>, που πιθανότατα θα έχουν <strong>έμμεσο αντίκτυπο</strong>, δεδομένου ότι το <strong>μερίδιο των ελληνικών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ είναι μικρό</strong>.</li>
<li><strong>Ακραία καιρικά φαινόμενα</strong>, που καθιστούν την οικονομία ευάλωτη σε κλιματικούς κινδύνους.</li>
</ul>
<p>Σε ένα <strong>περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας</strong>, η <strong>ενίσχυση των επενδύσεων και της παραγωγικότητας</strong> μέσω <strong>ταχύτερων μεταρρυθμίσεων και αξιοποίησης των εξωτερικών πόρων</strong> θα συμβάλει στη <strong>μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της Ελλάδας</strong>, ακόμη και μετά τη λήξη των ευρωπαϊκών κονδυλίων του <strong>NGEU</strong>.</p>
<h2><strong>Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα μειωθεί αργά, αλλά θα παραμείνει υψηλό μεσοπρόθεσμα</strong></h2>
<p>Το <strong>διαρκές έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών</strong> και η <strong>αρνητική διεθνής επενδυτική θέση</strong> επιβαρύνουν την <strong>εξωτερική θέση της Ελλάδας</strong> και τις <strong>πιστοληπτικές αξιολογήσεις</strong> της. Στο μέλλον, αυτές οι ευπάθειες αναμένεται να μειωθούν, αν και οριακά, καθώς το <strong>εμπορικό έλλειμμα θα περιορίζεται σταδιακά</strong>, παραμένοντας ωστόσο σε υψηλά επίπεδα, ενώ το <strong>εξωτερικό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ</strong> θα μειωθεί λόγω <strong>καθαρών αποπληρωμών του κυβερνητικού χρέους προς τον επίσημο τομέα</strong> και <strong>ισχυρότερης ονομαστικής ανάπτυξης</strong>.</p>
<p>Ωστόσο, η <strong>Morningstar DBRS</strong> θεωρεί ότι η <strong>εξωτερική θέση της Ελλάδας είναι πιο ανθεκτική σε σχέση με το παρελθόν</strong>. Η χώρα έχει <strong>βελτιώσει την εξωτερική της ανταγωνιστικότητα</strong>, έχει γίνει <strong>πιο ανοιχτή οικονομία</strong>, ενώ οι <strong>εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών ως ποσοστό του ΑΕΠ έχουν διπλασιαστεί από το 2010</strong>.</p>
<p>Επιπλέον, το <strong>έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών</strong>, αφού αυξήθηκε προσωρινά <strong>πάνω από 10,2% του ΑΕΠ το 2022</strong>, μειώθηκε σε <strong>περίπου 6,2% το 2023</strong> και εκτιμάται ότι θα παραμείνει σε παρόμοιο επίπεδο το <strong>2024</strong>.</p>
<p>Το έλλειμμα έχει ωφεληθεί από:</p>
<ul>
<li><strong>Ομαλοποίηση των τιμών ενέργειας</strong>,</li>
<li><strong>Ισχυρή ανάκαμψη του τουρισμού</strong>, με τα <strong>τουριστικά έσοδα να αυξάνονται κατά 19% το 2024 σε σχέση με το 2019</strong>.</li>
</ul>
<p>Μεσοπρόθεσμα, παρά την ανάπτυξη <strong>πάνω από το δυνητικό επίπεδο</strong> και την <strong>υψηλή εισαγωγή επενδυτικών αγαθών</strong>, το <strong>έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα μπορούσε να συνεχίσει να μειώνεται</strong>. Το <strong>ΔΝΤ προβλέπει ότι θα μειωθεί σε λίγο πάνω από 5% του ΑΕΠ το 2025</strong>.</p>
<p>Σύμφωνα με την <strong>Morningstar DBRS</strong>, οι μελλοντικές βελτιώσεις στο <strong>ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών</strong> θα εξαρτηθούν από:</p>
<ul>
<li><strong>Διαρθρωτική αύξηση της εξαγωγικής ικανότητας</strong>,</li>
<li><strong>Αντικατάσταση των εισαγωγών ενέργειας με παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές</strong>.</li>
</ul>
<p>Οι <strong>εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων (FDI)</strong>, που έφτασαν σε υψηλό <strong>δύο δεκαετιών το 2022</strong>, καθώς και τα κονδύλια του <strong>NGEU</strong>, θα συμβάλουν στη <strong>μείωση των κινδύνων χρηματοδότησης</strong> που σχετίζονται με τα <strong>υψηλά ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών</strong>.</p>
<p>Η <strong>αρνητική διεθνής επενδυτική θέση (NIIP)</strong> της Ελλάδας, στο <strong>131,8% του ΑΕΠ το τρίτο τρίμηνο του 2024</strong>, παρά τη μείωση άνω των <strong>50 ποσοστιαίων μονάδων από το ανώτατο επίπεδο το δεύτερο τρίμηνο του 2021</strong>, παραμένει <strong>πολύ υψηλή</strong>.</p>
<p>Ωστόσο, η <strong>Morningstar DBRS</strong> δεν θεωρεί ότι αυτό αποτελεί σοβαρή ανησυχία, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της αρνητικής εξωτερικής θέσης οφείλεται στο <strong>δημόσιο χρέος προς επίσημους πιστωτές</strong>.</p>
<p>Η <strong>Ελλάδα επωφελείται από μια ευνοϊκή δομή χρέους</strong>, καθώς:</p>
<ul>
<li><strong>Μεγάλο ποσοστό των υποχρεώσεων ανήκει σε Ευρωπαίους εταίρους</strong>.</li>
<li>Το χρέος έχει <strong>μακρά διάρκεια λήξης</strong> και είναι <strong>κυρίως εκφρασμένο σε ευρώ και με σταθερά επιτόκια</strong>.</li>
<li>Δεν αναμένονται σημαντικές μειώσεις της NIIP σύντομα, λόγω του <strong>μακροπρόθεσμου ορίζοντα των επίσημων δανείων</strong> προς τον δημόσιο τομέα.</li>
</ul>
<h3><strong>Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις παραμένουν προτεραιότητα, αλλά υπάρχουν κίνδυνοι στην εφαρμογή τους</strong></h3>
<p>Οι <strong>πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις</strong>, συμπεριλαμβανομένων των <strong>αποτελεσμάτων των ευρωεκλογών του 2024</strong>, υποδηλώνουν ότι η κυβερνητική στήριξη έχει μειωθεί.</p>
<p>Ωστόσο, η <strong>κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας</strong>, υπό την ηγεσία του <strong>Κυριάκου Μητσοτάκη</strong>, διαθέτει <strong>ισχυρή πλειοψηφία στο κοινοβούλιο</strong>, διασφαλίζοντας <strong>πολιτική σταθερότητα και συνέχεια</strong>. Αυτό βοηθά την Ελλάδα να <strong>επιτυγχάνει τους στόχους του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRP)</strong>, ενισχύοντας την <strong>ανθεκτικότητα</strong> και τις <strong>οικονομικές προοπτικές</strong> της χώρας.</p>
<p>Η <strong>υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων στο πλαίσιο του Greece 2.0</strong> παραμένει <strong>βασική προτεραιότητα</strong> για την ελληνική κυβέρνηση. Οι μεταρρυθμίσεις επικεντρώνονται σε:</p>
<ul>
<li><strong>Βελτίωση του δικαστικού συστήματος</strong>,</li>
<li><strong>Αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης</strong>,</li>
<li><strong>Ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας</strong>,</li>
<li><strong>Μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος</strong>, για την επίτευξη <strong>μακροπρόθεσμων οφελών</strong>.</li>
</ul>
<p>Η κυβέρνηση της <strong>Νέας Δημοκρατίας συνεχίζει να δίνει έμφαση στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις</strong>, διατηρώντας τις <strong>υψηλά στην πολιτική ατζέντα</strong>. Ωστόσο, <strong>καθώς πλησιάζουν οι επόμενες εκλογές</strong>, υπάρχει ο κίνδυνος <strong>επιβράδυνσης της μεταρρυθμιστικής προόδου</strong>.</p>
<p>Η <strong>βελτίωση του πολιτικού περιβάλλοντος</strong> και η <strong>δέσμευση της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις μακροχρόνιες προκλήσεις της Ελλάδας</strong> δικαιολογούν <strong>θετική αναθεώρηση της αξιολόγησης του Πολιτικού Περιβάλλοντος</strong> από τη <strong>Morningstar DBRS</strong>.</p>
<h2><strong>Οι επόμενες αξιολογήσεις, μέχρι την ολοκλήρωση του 2025, έχουν ως εξής:</strong></h2>
<p>18 Απριλίου – Standard and Poor’s («BBB-» με θετικές προοπτικές)</p>
<p>16 Μαΐου – Fitch Ratings («BBB-» με σταθερές προοπτικές)</p>
<p>30 Μαΐου – Scope Ratings («ΒΒΒ» με σταθερές προοπτικές)</p>
<p>5 Σεπτεμβρίου – DBRS</p>
<p>19 Σεπτεμβρίου – Moody’s</p>
<p>17 Οκτωβρίου – S&amp;P</p>
<p>7 Νοεμβρίου – Scope</p>
<p>14 Νοεμβρίου – Fitch</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2024/08/dbrs155.jpg?fit=702%2C468&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2024/08/dbrs155.jpg?fit=702%2C468&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>DBRS: Ισχυρή κερδοφορία και βελτιωμένο πιστωτικό προφίλ για τις ελληνικές τράπεζες - Οι εξαγορές στα ραντάρ</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/dbrs-isxyri-kerdoforia-kai-veltiomeno-pi/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[babisp]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 04 Mar 2025 10:12:23 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Τράπεζες]]></category>
		<category><![CDATA[DBRS]]></category>
		<category><![CDATA[featured]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=186485</guid>

					<description><![CDATA[Τα αποτελέσματα του 2024 για τις τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες αναλύει ο καναδικός οίκος DBRS. Τα κυριότερα σημεία του σχολιασμού περιλαμβάνουν: — Οι ελληνικές τράπεζες ανακοίνωσαν συνολικά καθαρά κέρδη ύψους 4,3 δισ. ευρώ το 2024, αυξημένα κατά 18% σε ετήσια βάση. — Τα υψηλότερα καθαρά έσοδα από τόκους (NII) και οι καθαρές προμήθειες, σε συνδυασμό με την ισχυρή λειτουργική αποτελεσματικότητα και τις χαμηλότερες προβλέψεις [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Τα αποτελέσματα του 2024 για τις <strong>τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες</strong> αναλύει ο καναδικός οίκος <strong>DBRS.</strong></p>
<p>Τα κυριότερα σημεία του σχολιασμού περιλαμβάνουν:</p>
<p>— Οι <strong>ελληνικές τράπεζες</strong> ανακοίνωσαν συνολικά<strong> καθαρά κέρδη ύψους 4,3 δισ. ευρώ το 2024</strong>, αυξημένα κατά 18% σε ετήσια βάση.</p>
<p>— Τα <strong>υψηλότερα καθαρά έσοδα από τόκους (NII)</strong> και οι <strong>καθαρές προμήθειες,</strong> σε συνδυασμό με την ισχυρή λειτουργική αποτελεσματικότητα και τις χαμηλότερες προβλέψεις για επισφάλειες, στήριξαν τα αποτελέσματα το 2024.</p>
<p>— Το κόστος κινδύνου ήταν μειωμένο το 2024 και <strong>το προφίλ κινδύνου έχει ενισχυθεί</strong> χάρη στην ευνοϊκή δυναμική της ποιότητας του ενεργητικού και τη συνεχή αύξηση των δανείων.</p>
<p>— Η χρηματοδότηση και η ρευστότητα του τομέα παραμένουν υγιή, τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας έχουν ενισχυθεί και η<strong> ποιότητα των κεφαλαίων έχει βελτιωθεί.</strong></p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-1943006 size-full aligncenter" src="https://i0.wp.com/www.newmoney.gr/wp-content/uploads/2025/03/Screenshot-2025-03-04-105924.png?resize=788%2C354&#038;ssl=1" sizes="(max-width: 1230px) 100vw, 1230px" srcset="https://i0.wp.com/www.newmoney.gr/wp-content/uploads/2025/03/Screenshot-2025-03-04-105924.png?resize=788%2C354&#038;ssl=1 1230w, https://www.newmoney.gr/wp-content/uploads/2025/03/Screenshot-2025-03-04-105924-350x157.png 350w, https://www.newmoney.gr/wp-content/uploads/2025/03/Screenshot-2025-03-04-105924-167x75.png 167w, https://www.newmoney.gr/wp-content/uploads/2025/03/Screenshot-2025-03-04-105924-768x345.png 768w" alt="" width="788" height="354" data-recalc-dims="1" /></p>
<div class="mid-banner">
<div id="inart3" class="sticky-banner">
<div id="div-gpt-ad-6428470-5" data-oau-code="/74904342/Mobile_article_3" data-lazyloaded-by-ocm=""><span style="font-size: 14px;">«Οι ελληνικές τράπεζες ενίσχυσαν περαιτέρω το πιστωτικό τους προφίλ το 2024 και εστιάζουν ολοένα και περισσότερο σε πρωτοβουλίες </span><strong style="font-size: 14px;">διαφοροποίησης των εσόδων τους</strong><span style="font-size: 14px;"> για να μειώσουν την εξάρτησή τους από τα καθαρά έσοδα από τόκους. Ενώ τα μερίσματα και οι επαναγορές μετοχών παραμένουν προτεραιότητα στο άμεσο μέλλον, οι ελληνικές τράπεζες φαίνεται να εξετάζουν και άλλες επιλογές για τη διάθεση κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων των </span><strong style="font-size: 14px;">συγχωνεύσεων και εξαγορών</strong><span style="font-size: 14px;">», δήλωσε ο </span><strong style="font-size: 14px;">Andrea Costanzo, αντιπρόεδρος του European Financial Institution Ratings.</strong></div>
</div>
</div>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-1943007 size-full aligncenter" src="https://i0.wp.com/www.newmoney.gr/wp-content/uploads/2025/03/Screenshot-2025-03-04-105943.png?resize=788%2C343&#038;ssl=1" sizes="(max-width: 1275px) 100vw, 1275px" srcset="https://i0.wp.com/www.newmoney.gr/wp-content/uploads/2025/03/Screenshot-2025-03-04-105943.png?resize=788%2C343&#038;ssl=1 1275w, https://www.newmoney.gr/wp-content/uploads/2025/03/Screenshot-2025-03-04-105943-350x152.png 350w, https://www.newmoney.gr/wp-content/uploads/2025/03/Screenshot-2025-03-04-105943-172x75.png 172w, https://www.newmoney.gr/wp-content/uploads/2025/03/Screenshot-2025-03-04-105943-768x334.png 768w" alt="" width="788" height="343" data-recalc-dims="1" /></p>
<div class="mid-banner">
<div id="inart8" class="">
<div id="div-gpt-ad-nmin-2" data-oau-code="/74904342/In_article_2" data-lazyloaded-by-ocm="" data-google-query-id="CIjC5sCR8IsDFcmLgwcdDEQJHw">
<div id="google_ads_iframe_/74904342/In_article_2_0__container__"></div>
</div>
</div>
</div>
<p>«Τα καθαρά έσοδα από τόκους (ΝΙΙ) είναι ανθεκτικά μέχρι στιγμής, υποστηριζόμενα κυρίως από την <strong>αύξηση των επιχειρηματικών δανείων</strong> και παρά τα χαμηλότερα επιτόκια. Την ίδια στιγμή, οι καθαρές αμοιβές αυξήθηκαν σημαντικά το 2024 και η λειτουργική αποτελεσματικότητα παραμένει ισχυρή. Ενώ οι δομές εσόδων των ελληνικών τραπεζών εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα NII, αναμένουμε ότι η αύξηση των δανείων σε συνδυασμό με την αυξανόμενη εστίαση των τραπεζών στις επενδύσεις, τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και την αμοιβή bancassurance, μαζί με τις <strong>καλύτερες προοπτικές για την ελληνική οικονομία</strong> σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, θα μετριάσουν τις αρνητικές επιπτώσεις των χαμηλότερων επιτοκίων, των γεωπολιτικών εντάσεων και των απειλών για το παγκόσμιο εμπόριο. Το<strong> κόστος κινδύνου (COR) μειώθηκε το 2024,</strong> λόγω της ευνοϊκής δυναμικής της ποιότητας του ενεργητικού. Η διατηρήσιμη αύξηση των δανείων οδήγησαν, με τη σειρά τους, σε περαιτέρω ενίσχυση του προφίλ κινδύνου. Η χρηματοδότηση και η ρευστότητα του τομέα παραμένουν υγιή παρά τη χαμηλότερη προσφυγή στις κεντρικές τράπεζες. Τα αποθέματα ασφαλείας έχουν ενισχυθεί και η ποιότητα του κεφαλαίου βελτιώθηκε το 2024, αυξάνοντας στρατηγικά την ευελιξία. Ενώ τα μερίσματα και οι επαναγορές μετοχών παραμένουν προτεραιότητα στο ορατό μέλλον, οι ελληνικές τράπεζες φαίνεται να εξετάζουν και άλλες επιλογές για τη διάθεση κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων των συγχωνεύσεων και εξαγορών», συνεχίζει ο οίκος.</p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-1943008 size-full aligncenter" src="https://i0.wp.com/www.newmoney.gr/wp-content/uploads/2025/03/Screenshot-2025-03-04-105912.png?resize=788%2C442&#038;ssl=1" sizes="(max-width: 917px) 100vw, 917px" srcset="https://i0.wp.com/www.newmoney.gr/wp-content/uploads/2025/03/Screenshot-2025-03-04-105912.png?resize=788%2C442&#038;ssl=1 917w, https://www.newmoney.gr/wp-content/uploads/2025/03/Screenshot-2025-03-04-105912-350x196.png 350w, https://www.newmoney.gr/wp-content/uploads/2025/03/Screenshot-2025-03-04-105912-134x75.png 134w, https://www.newmoney.gr/wp-content/uploads/2025/03/Screenshot-2025-03-04-105912-768x430.png 768w" alt="" width="788" height="442" data-recalc-dims="1" /></p>
<p>«Η κεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών ενισχύθηκε το 2024, αντανακλώντας τη <strong>διαρκή παραγωγή κερδών</strong>, τους ισχυρότερους ισολογισμούς και δράσεις διαχείρισης κεφαλαίου, και παρά τις πιο γενναιόδωρες μετοχικές αμοιβές των μετόχων, τη σημαντική αύξηση των δανείων και τις πρωτοβουλίες συγχωνεύσεων και εξαγορών. Κατά το 2024, ο μέσος όρος του πλήρως επιβαρυμένου δείκτη CET1 ήταν <strong>16,2%</strong> και ο μέσος δείκτης πλήρως επιβαρυμένων συνολικών κεφαλαίων ήταν<strong> 20,3%,</strong> από 15,6% και 19%, αντίστοιχα, το 2023. Η ποιότητα του κεφαλαίου βελτιώθηκε περαιτέρω το 2024, με τις αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (DTC) να αντιπροσωπεύουν περίπου το<strong> 49% του κεφαλαίου CET1 κατά το 2024</strong>, από 56% κατά το 2023. Αναμένουμε ότι αυτή η τάση θα συνεχιστεί, αντανακλώντας τα σχέδια των τραπεζών να επιταχύνουν την απόσβεση των DTC από το 2025. Ενώ η επιστροφή μέρους του πλεονάζοντος κεφαλαίου στους μετόχους μέσω μερισμάτων και επαναγοράς μετοχών φαίνεται να παραμένει προτεραιότητα στο άμεσο μέλλον, σημειώνουμε ότι οι τράπεζες εμφανίζονται <strong>πιο ανοιχτές στην αξιολόγηση άλλων επιλογών</strong> για τη διάθεση κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων των συγχωνεύσεων και εξαγορών, για να επιτύχουν σε ένα χαμηλότερο επιτόκιο περιβάλλον μέσω μεγαλύτερης κλίμακας, συνεργειών και πιο διαφοροποιημένων επιχειρηματικών μοντέλων, καταλήγει η DBRS.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2024/09/220322233828_megaloy-mylonas-psaltis-karavias-trapezites.jpg?fit=702%2C529&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2024/09/220322233828_megaloy-mylonas-psaltis-karavias-trapezites.jpg?fit=702%2C529&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>DBRS: Aξιοσημείωτη η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας - Παραμένει στο δρόμο της βιώσιμης ανάπτυξης</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/dbrs-aksiosimeioti-i-anthektikotita-tis-ell/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[babisp]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 26 Feb 2025 09:24:35 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Οικονομία]]></category>
		<category><![CDATA[DBRS]]></category>
		<category><![CDATA[featured]]></category>
		<category><![CDATA[ελληνική οικονομία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=186248</guid>

					<description><![CDATA[Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, και παρά τα πολλαπλά σοκ, συμπεριλαμβανομένης της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, η ελληνική οικονομία έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, επισημαίνει ανάλυση της DBRS Morningstar. Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ έχει υπεραποδώσει κάθε χρόνο από το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ από το 2021, με τις τελευταίες προβλέψεις να υποδηλώνουν συνέχιση αυτής [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<div class="col-sm-1 mt10 social-sticky">
<div>Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, και παρά τα πολλαπλά σοκ, συμπεριλαμβανομένης της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, η ελληνική οικονομία έχει επιδείξει <strong>αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα</strong>, επισημαίνει ανάλυση της DBRS Morningstar.</p>
</div>
</div>
<div class="col-lg-10 col-md-11 article-sticky-container">
<article id="textforresizing" class="mt10">Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ έχει <strong>υπεραποδώσει</strong> κάθε χρόνο από το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ από το 2021, με τις τελευταίες προβλέψεις να υποδηλώνουν συνέχιση αυτής της τάσης.Κατά την άποψή μας, αυτό είναι αποτέλεσμα ανάκαμψης μετά από χρόνια αρνητικής ανάπτυξης, αλλά και βελτίωσης των θεμελιωδών μεγεθών της λόγω δημοσιονομικών και οικονομικών προσαρμογών, γράφει ο οίκος.</p>
<p>Πλέον, οι οικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας είναι περισσότερο προσανατολισμένες στις <strong>εξαγωγές</strong> και τις επενδύσεις, λιγότερο στην κατανάλωση που χρηματοδοτείται με χρέος και παρουσιάζει λιγότερες ανισορροπίες σε σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν.</p>
<p>Η οικονομική δραστηριότητα επεκτάθηκε κατά 2,3% σε ετήσια βάση το 2023 και το πραγματικό ΑΕΠ εκτιμάται ότι αυξήθηκε πάνω από <strong>2%</strong> πέρυσι, υποστηριζόμενο από την ισχυρή ιδιωτική κατανάλωση, τις εξαγωγές και την αύξηση των επενδύσεων.</p>
<p>Αν και με υψηλό βαθμό αβεβαιότητας, η ελληνική οικονομία πιθανότατα θα συνεχίσει να <strong>υπεραποδίδει</strong> τον μέσο όρο της ευρωζώνης φέτος, καθώς η ανάκαμψη και η ανθεκτικότητα υποστηρίζονται από <strong>εισροές κεφαλαίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης</strong> (ΕΕ), μαζί με την έντονη ιδιωτική κατανάλωση και τον ενισχυμένο τραπεζικό τομέα.</p>
<p>Οι αναδυόμενες προκλήσεις, συμπεριλαμβανομένων των γεωπολιτικών κινδύνων, πιθανότατα θα δοκιμάσουν την οικονομική ανθεκτικότητα της Ελλάδας στο μέλλον. Αυτό θα απαιτήσει επαγρύπνηση για την <strong>προώθηση των μεταρρυθμίσεων</strong> για την περαιτέρω μετάβαση σε ένα πιο διαφοροποιημένο και βιώσιμο οικονομικό μοντέλο.</p>
<h4>Πώς έφτασε στην κρίση</h4>
<p>Το ελληνικό μοντέλο μη βιώσιμης ανάπτυξης και η έλλειψη μεταρρυθμίσεων οδήγησαν σε παρατεταμένη κρίση, θυμίζει η DBRS. Η παρατεταμένη κρίση της Ελλάδας ξεκίνησε το 2009 και είχε ως αποτέλεσμα το πραγματικό ΑΕΠ να μειωθεί κατά περίπου <strong>26%</strong> έως το 2018. Μετά από μια περίοδο αργής ανάπτυξης το 1980-1995, η είσοδος στη ζώνη του ευρώ σηματοδότησε μια περίοδο ισχυρού ετήσιου ρυθμού αύξησης από 4% στο πραγματικό ΑΕΠ το διάστημα 1996-2007, υποστηριζόμενη από χαμηλό κόστος δανεισμού, <strong>σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία</strong> και περιβάλλον χαμηλού πληθωρισμού.</p>
<p>Ωστόσο, η ανάπτυξη αυτής της φαινομενικά ταχέως αναπτυσσόμενης δυναμικής οικονομίας οδηγήθηκε κυρίως από την <strong>πιστωτική επέκταση</strong> που τροφοδοτήθηκε από το εξωτερικό και οδήγησε σε <strong>μη βιώσιμα</strong> δημοσιονομικά και εξωτερικά ελλείμματα.</p>
<p>Η αύξηση της κατανάλωσης οδήγησε σε σημαντική αύξηση της ζήτησης για στέγαση, λιανικά αγαθά και υπηρεσίες, προκαλώντας άνοδο στους <strong>μη εμπορεύσιμους</strong> τομείς της οικονομίας όπως τα ακίνητα, οι κατασκευές, οι τράπεζες και το λιανικό εμπόριο.</p>
<p>Η <strong>ιδιωτική κατανάλωση</strong> ήταν ο κύριος συντελεστής του πραγματικού ΑΕΠ την περίοδο 1995-2000 με μερίδιο 68% του ΑΕΠ με τις συνολικές εξαγωγές ως μερίδιο του ΑΕΠ να αντιστοιχούν σε περίπου 17%, ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ για την ιδιωτική κατανάλωση και τις εξαγωγές ήταν 55% και 26%, αντίστοιχα, για την ίδια περίοδο. Η τάση αυτή συνεχίστηκε ακόμη και μετά την ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ το 2001.</p>
<p>Παρά τα αναμενόμενα οφέλη από την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος, όπως σταθερότητα τιμών, σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία, χαμηλό κόστος συναλλαγών και βαθύτερη χρηματοοικονομική ολοκλήρωση, οι συνολικές εξαγωγές και ιδιαίτερα οι εξαγωγές αγαθών παρέμειναν <strong>χαμηλές</strong>.</p>
<p>Για την περίοδο 2001-2008 οι συνολικές εξαγωγές αντιπροσώπευαν το 20% του ΑΕΠ σε σχέση με το 32% για την ΕΕ. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η αύξηση των μισθών στους μη εμπορεύσιμους τομείς αυξήθηκε γρήγορα, οδηγώντας σε υψηλότερες τιμές σε ολόκληρη την οικονομία και μειώνοντας τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας.</p>
<p>Την περίοδο 2000-2008, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αυξήθηκε σχεδόν κατά <strong>32%.</strong> Αυτό επιδεινώθηκε από τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, όπως η γραφειοκρατία στο δημόσιο τομέα, η άκαμπτη αγορά εργασίας, οι κλειστές αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και το αναποτελεσματικό φορολογικό σύστημα.</p>
<p>Η χώρα γνώρισε επίσης άνοδο στις επενδύσεις με τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου να αυξάνεται σε 25% κατά μέσο όρο μεταξύ 2001-2008, σε σχέση με 22% για την ΕΕ. Ωστόσο, συγκεντρώθηκε κυρίως σε <strong>μη παραγωγικούς τομείς</strong> της οικονομίας όπως τα ακίνητα, οδηγώντας σε μη βιώσιμη πιστωτική επέκταση και τελικά σε υψηλές δημοσιονομικές ανισορροπίες.</p>
<p>Αυτή η τάση διακόπηκε από την κρίση του δημόσιου χρέους και την πολιτική αστάθεια. Οι συνολικές επενδύσεις μειώθηκαν σε περίπου 11% του ΑΕΠ το 2015.</p>
<h4>Εγινε πιο ανθεκτική;</h4>
<p>Έχει γίνει πιο ανθεκτική η ελληνική οικονομία; Η Ελλάδα ανέλαβε τρία προγράμματα προσαρμογής από το 2010 έως το 2018, εφαρμόζοντας μια σειρά από μεταρρυθμίσεις στον οικονομικό, δημοσιονομικό και χρηματοπιστωτικό τομέα, οι οποίες βελτίωσαν την ανταγωνιστικότητά της, τη δημοσιονομική της θέση και ενίσχυσαν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.</p>
<p>Οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας στόχευαν στην <strong>αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας</strong> της ελληνικής οικονομίας, με τη θέσπιση ευέλικτων μορφών απασχόλησης και προσαρμογής των μισθών ώστε να αντικατοπτρίζουν τα επίπεδα παραγωγικότητας. Την περίοδο 2009-2018, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος μειώθηκε κατά περίπου 9% με το ποσοστό ανεργίας να διαμορφώνεται στο 9,4% τον Δεκέμβριο του 2024 από 28,1% τον Σεπτέμβριο του 2013.</p>
<p>Οι ελληνικές <strong>εξαγωγές αγαθών</strong> και υπηρεσιών έχουν αυξηθεί σημαντικά φτάνοντας το 44% του ΑΕΠ το 2023 από 22% το 2010, προσεγγίζοντας τον μέσο όρο της ΕΕ 52%, σύμφωνα με την Eurostat. Μετά από χρόνια ύφεσης στις επενδύσεις στην Ελλάδα, ο <strong>σχηματισμός ακαθάριστου κεφαλαίου</strong> (ως μερίδιο του ΑΕΠ) άρχισε να επιταχύνεται αργά το 2020. Από το 12,3% που ήταν το 2020 οι επενδύσεις ως μερίδιο του ΑΕΠ έφθασαν στο 15,2% το 2023 και αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω, με την υποστήριξη του Ταμείου Ανάκαμψης.</p>
<p>Σε ένα περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας, η συνεχιζόμενη οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας αντιμετωπίζει <strong>αναδυόμενες προκλήσεις</strong> όσον αφορά την αντοχή και την ανθεκτικότητά της. Η επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων για την τόνωση των επενδύσεων και της παραγωγικότητας και για την αξιοποίηση εξωτερικών κεφαλαίων θα στηρίξει περαιτέρω τις προσπάθειες της Ελλάδας να αντιμετωπίσει τις κληρονομιές της κρίσης, να αντιμετωπίσει με επιτυχία τις διαρθρωτικές προκλήσεις και να διατηρήσει περαιτέρω την ανάπτυξη μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης.</p>
</article>
</div>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/02/b_dbrs-2.webp?fit=702%2C421&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/02/b_dbrs-2.webp?fit=702%2C421&#038;ssl=1" type="image/webp" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>DBRS: Πώς οι ελληνικές τράπεζες θα ενισχύσουν τα κέρδη τους - &quot;Κλειδί&quot; οι προμήθειες</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/dbrs-pos-oi-ellinikes-trapezes-tha-enisxys/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[babisp]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 03 Feb 2025 11:33:28 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Τράπεζες]]></category>
		<category><![CDATA[DBRS]]></category>
		<category><![CDATA[featured]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=185079</guid>

					<description><![CDATA[Τις προσπάθειες των ελληνικών τραπεζών να ενισχύσουν τα έσοδα από προμήθειες για να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα των κερδών τους σε ένα περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων, αναλύει ο οίκος Morningstar DBRS, καθώς επιβεβαιώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν λιγότερο διαφοροποιημένες δομές εσόδων σε σχέση με τις αντίστοιχες Ευρωπαίες. Αυτό, όπως εξηγεί, έχει τις ρίζες του κυρίως στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Τις προσπάθειες των ελληνικών τραπεζών να ενισχύσουν τα έσοδα από προμήθειες για να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα των κερδών τους σε ένα περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων, αναλύει ο οίκος Morningstar DBRS, καθώς επιβεβαιώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν λιγότερο διαφοροποιημένες δομές εσόδων σε σχέση με τις αντίστοιχες Ευρωπαίες.</p>
<p>Αυτό, όπως εξηγεί, έχει τις ρίζες του κυρίως στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και στην κρίση του ελληνικού δημοσίου χρέους, που έχουν διαβρώσει τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών. Η υποτονική διαφοροποίηση των εσόδων αντιπροσωπεύει ένα ανταγωνιστικό μειονέκτημα για τις ελληνικές τράπεζες σε αυτό το περιβάλλον, καθώς τα καθαρά έσοδα από τόκους (ΝΙΙ) αναμένεται να μειωθούν στο μέλλον λόγω των χαμηλότερων επιτοκίων, αναφέρει ο οίκος.</p>
<p>Ωστόσο, οι οικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας ξεπέρασαν πρόσφατα τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ και πιθανότατα θα συνεχίσουν να το κάνουν τα επόμενα χρόνια. Αυτό, σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες στρατηγικές πρωτοβουλίες των ελληνικών τραπεζών, θα πρέπει να οδηγήσει σε περισσότερες ιδιωτικές αποταμιεύσεις σε ασφαλιστικές επενδύσεις και επενδύσεις χαρτοφυλακίου, μειώνοντας το χάσμα με την Ευρώπη.</p>
<p>Η ελληνική κυβέρνηση ενέκρινε πρόσφατα το σχέδιό της για μείωση των τραπεζικών προμηθειών για πελάτες λιανικής από το 2025. Παρά το γεγονός αυτό και άλλα αναμενόμενα προβλήματα, όπως συμπίεση των NII, υψηλότερα λειτουργικά έξοδα και δυνητικά υψηλότερο πιστωτικό κόστος, ο Morningstar DBRS αναμένει ότι η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών θα παραμείνει επαρκής στο άμεσο μέλλον.</p>
<p>Κατά την άποψή του, οι πρωτοβουλίες διαφοροποίησης εσόδων και βελτιστοποίησης κόστους παραμένουν βασικές για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των κερδών των ελληνικών τραπεζών.</p>
<h4>Τα έσοδα από προμήθειες</h4>
<p>Τα επίπεδα εσόδων από προμήθειες ελληνικών τραπεζών υστερούν σε σχέση με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές τράπεζες</p>
<p>Οι ελληνικές τράπεζες υστερούν έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών ως προς τη διαφοροποίηση εσόδων με τα καθαρά έσοδα από προμήθειες να αντιπροσωπεύουν περίπου το 17% των συνολικών λειτουργικών εσόδων κατά μέσο όρο το πρώτο εξάμηνο του 2024, κάτω από το τυπικό επίπεδο περίπου 22% στην Ευρώπη.</p>
<p>Ειδικότερα, οι τράπεζες με έδρα τη Γερμανία, την Ιταλία και τις σκανδιναβικές χώρες παρουσιάζουν την υψηλότερη συμβολή στα έσοδα από καθαρές προμήθειες, ενώ οι ολλανδικές, ελληνικές και ιρλανδικές τράπεζες κατατάσσονται στην τελευταία θέση. <img loading="lazy" class="size-full wp-image-1649408 horizontal lazyloaded aligncenter" src="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_01image.png?resize=788%2C473&#038;ssl=1" sizes="(max-width: 792px) 100vw, 792px" srcset="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_01image.png?resize=788%2C473&#038;ssl=1 792w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_01image-600x360.png 600w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_01image-768x461.png 768w" alt="" width="788" height="473" data-src="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_01image.png?resize=788%2C473&#038;ssl=1" data-srcset="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_01image.png?resize=788%2C473&#038;ssl=1 792w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_01image-600x360.png 600w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_01image-768x461.png 768w" data-sizes="(max-width: 792px) 100vw, 792px" data-recalc-dims="1" /></p>
<p>Οι ελληνικές τράπεζες είναι μεταξύ των τραπεζών που επωφελήθηκαν περισσότερο στην Ευρώπη από τις αυξήσεις των επιτοκίων. Ένα σημαντικό ποσοστό των δανείων τους είναι με κυμαινόμενα επιτόκια και δεν έχουν μετακυλίσει μεγάλο μέρος των αυξήσεων επιτοκίων στους καταθέτες τους. Ωστόσο, ο υποτονικός βαθμός διαφοροποίησης των εσόδων τους αντιπροσωπεύει ένα ανταγωνιστικό μειονέκτημα σε αυτό το πλαίσιο της αναμενόμενης μείωσης των ΝΙΙ.</p>
<p>Ενώ οι καθαρές προμήθειες συμβάλλουν λιγότερο στα έσοδά τους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι καθαρές προμήθειες των ελληνικών τραπεζών επί του συνολικού ενεργητικού είναι σε γενικές γραμμές σύμφωνες με τις ευρωπαϊκές τράπεζες.</p>
<p>Κατά την άποψη του Morningstar DBRS, αυτό αντανακλά ορισμένα χαρακτηριστικά του ελληνικού τραπεζικού τομέα, συμπεριλαμβανομένου του μεγέθους, των επιπέδων συγκέντρωσης και της δομής των προϊόντων και των προμηθειών του. <img loading="lazy" class="size-full wp-image-1649409 horizontal lazyloaded aligncenter" src="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_02image.png?resize=788%2C460&#038;ssl=1" sizes="(max-width: 856px) 100vw, 856px" srcset="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_02image.png?resize=788%2C460&#038;ssl=1 856w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_02image-600x350.png 600w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_02image-768x449.png 768w" alt="" width="788" height="460" data-src="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_02image.png?resize=788%2C460&#038;ssl=1" data-srcset="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_02image.png?resize=788%2C460&#038;ssl=1 856w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_02image-600x350.png 600w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_02image-768x449.png 768w" data-sizes="(max-width: 856px) 100vw, 856px" data-recalc-dims="1" /></p>
<p>Αλλά η ισχυρότερη οικονομία της χώρας και οι πρωτοβουλίες των τραπεζών είναι σημαντικές για τη μείωση του χάσματος…</p>
<p>Η υποαπόδοση των ελληνικών τραπεζών σε σχέση με την Ευρώπη όσον αφορά τη διαφοροποίηση των εσόδων έχει τις ρίζες της στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και στην κρίση του ελληνικού δημοσίου χρέους. Η οικονομία της χώρας δεν μπορούσε να υποστηρίξει την ανάπτυξη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με εισοδήματα από αμοιβές κυρίως λόγω των χαμηλών επιπέδων εισοδήματος και αποταμίευσης των νοικοκυριών.</p>
<p>Ωστόσο, η οικονομία της Ελλάδας παρέμεινε ανθεκτική παρά το γεγονός ότι αντιμετώπισε σημαντικές προκλήσεις, συμπεριλαμβανομένης της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, με τις επιδόσεις της να ξεπερνούν τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ.</p>
<p>Η οικονομική δραστηριότητα επεκτάθηκε κατά 2,3% σε ετήσια βάση το 2023 και το πραγματικό ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί πάνω από 2% το 2024, υποστηριζόμενη από την ισχυρή ιδιωτική κατανάλωση, τις εξαγωγές και την αύξηση των επενδύσεων.</p>
<p>Η αγορά εργασίας έχει επίσης επιδείξει ανθεκτικότητα, με το ποσοστό ανεργίας να διαμορφώνεται στο 9,6% τον Νοέμβριο του 2024, υποχωρώντας κατά περισσότερες από 19 ποσοστιαίες μονάδες από την κορύφωσή της τον Ιούλιο του 2013. <img loading="lazy" class="size-full wp-image-1649412 horizontal lazyloaded aligncenter" src="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_03image.png?resize=788%2C474&#038;ssl=1" sizes="(max-width: 862px) 100vw, 862px" srcset="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_03image.png?resize=788%2C474&#038;ssl=1 862w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_03image-600x361.png 600w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_03image-768x462.png 768w" alt="" width="788" height="474" data-src="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_03image.png?resize=788%2C474&#038;ssl=1" data-srcset="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_03image.png?resize=788%2C474&#038;ssl=1 862w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_03image-600x361.png 600w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_03image-768x462.png 768w" data-sizes="(max-width: 862px) 100vw, 862px" data-recalc-dims="1" /></p>
<p>Επιπλέον, οι καταθέσεις λιανικής έχουν επίσης ανακτήσει ορισμένες από τις ζημίες που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, αλλά παραμένουν κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα.</p>
<p>Ωστόσο, περαιτέρω εισροές από τα κεφάλαια του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) και η σταδιακή αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών πιθανότατα θα βελτιώσουν τις καταθέσεις και θα βοηθήσουν τις εταιρείες να διατηρήσουν υγιείς τζίρους.</p>
<p>Για το μέλλον, ο Morningstar DBRS αναμένει οι αυξανόμενες εκταμιεύσεις κονδυλίων της ΕΕ, η χαλάρωση των συνθηκών χρηματοδότησης, η αναμενόμενη βελτίωση του εξωτερικού περιβάλλοντος και οι πρόσφατες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα στηρίξουν την ανάπτυξη.</p>
<p>Για το 2025 και το 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΚ) προβλέπει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ της τάξης του 2,3% και 2,2%, αντίστοιχα, συνεχίζοντας να έχει υψηλότερη απόδοση έναντι της ζώνης του ευρώ. Ωστόσο, οι οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας εξαρτώνται από γεωπολιτικούς κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών προστατευτικών μέτρων που επιβαρύνουν την ανάπτυξη στην Ευρώπη και την Ελλάδα.</p>
<h4>Οι πρωτοβουλίες</h4>
<p>Ταυτόχρονα, οι συστημικά σημαντικές τράπεζες στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό έχουν δώσει μεγαλύτερη έμφαση σε πρωτοβουλίες για τη στήριξη των εσόδων από προμήθειες στο πλαίσιο των χαμηλότερων επιτοκίων. <img loading="lazy" class="size-full wp-image-1649414 horizontal lazyloaded aligncenter" src="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_04image.png?resize=788%2C465&#038;ssl=1" sizes="(max-width: 856px) 100vw, 856px" srcset="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_04image.png?resize=788%2C465&#038;ssl=1 856w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_04image-600x354.png 600w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_04image-768x453.png 768w" alt="" width="788" height="465" data-src="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_04image.png?resize=788%2C465&#038;ssl=1" data-srcset="https://i0.wp.com/www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_04image.png?resize=788%2C465&#038;ssl=1 856w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_04image-600x354.png 600w, https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/02/20250302_04image-768x453.png 768w" data-sizes="(max-width: 856px) 100vw, 856px" data-recalc-dims="1" /></p>
<p>Οι προσπάθειες περιλαμβάνουν οργανικές αλλά και ανόργανες δράσεις μέσω εξωτερικών συνεργασιών και μικρών εξαγορών. Σημειώνεται εδώ ότι ο ελληνικός κλάδος είναι γενικά πιο εξοπλισμένος πλέον για υπηρεσίες εισοδήματος από αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων διαχείρισης περιουσίας και τραπεζοασφάλισης.</p>
<p>Ωστόσο, προς το παρόν, οι προμήθειες των ελληνικών τραπεζών εξακολουθούν να συνδέονται κυρίως με τις παραδοσιακές τραπεζικές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες πληρωμών σε σύγκριση με τις μεγάλες τράπεζες στην Ευρώπη.</p>
<p>Το υποστηρικτικό μακροοικονομικό περιβάλλον, σε συνδυασμό με τις πρωτοβουλίες των διοικήσεων επέτρεψαν στις ελληνικές τράπεζες να μειώσουν το χάσμα με τους ευρωπαϊκούς ομολόγους τα τελευταία χρόνια, καθώς οι καθαρές προμήθειες των ελληνικών τραπεζών αυξήθηκαν σε περίπου 17% των συνολικών λειτουργικών εσόδων το πρώτο εξάμηνο του 2024 από 15% το 2019 και στο 0,6% του συνολικού ενεργητικού από περίπου 0,5% την ίδια περίοδο.</p>
<p>Όσον αφορά το μέλλον, οι ευνοϊκές οικονομικές προοπτικές στην Ελλάδα σε σχέση με την Ευρώπη και οι πρωτοβουλίες των τραπεζών θα πρέπει να οδηγήσουν περισσότερες ιδιωτικές αποταμιεύσεις σε ασφαλιστικές επενδύσεις και επενδύσεις χαρτοφυλακίου, συμβάλλοντας στην περαιτέρω μείωση του χάσματος με την Ευρώπη, εκτιμά ο Morningstar DBRS.</p>
<p>Ωστόσο, το σχέδιο της κυβέρνησης για μείωση των τελών για πελάτες λιανικής επιβραδύνει τον ρυθμό</p>
<h4>Η μείωση στις τραπεζικές προμήθειες</h4>
<p>Η ελληνική κυβέρνηση ενέκρινε πρόσφατα το σχέδιό της για μείωση των τραπεζικών προμηθειών για πελάτες λιανικής από το 2025. Το σχέδιο περιλαμβάνει διάφορα μέτρα που αφορούν προμήθειες που σχετίζονται κυρίως με μεταφορές χρημάτων καθώς και συναλλαγές σε ΑΤΜ και μέσω ψηφιακών καναλιών. Τα μέτρα ανταποκρίνονται στην ανάγκη της κυβέρνησης να βοηθήσει τους πελάτες να αντιμετωπίσουν το υψηλότερο κόστος ζωής.</p>
<p>Οι παραδοσιακές τραπεζικές υπηρεσίες και οι υπηρεσίες πληρωμών αντιπροσωπεύουν τη μερίδα του λέοντος στα έσοδα από προμήθειες των ελληνικών τραπεζών. Ωστόσο, τα τέλη που σχετίζονται με τις λιανικές υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής του μέτρου αποτελούν μόνο ένα ποσοστό του συνόλου.</p>
<p>Ενώ τα μέτρα της κυβέρνησης επιβραδύνουν τον αναμενόμενο ρυθμό ανάπτυξης των καθαρών προμηθειών, ο οίκος αναμένει ότι η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών θα παραμείνει επαρκής στο άμεσο μέλλον.</p>
<p>Εκτός από τα μέτρα της κυβέρνησης για το εισόδημα από τις αμοιβές, βλέπει και κάποιους αντίθετους ανέμους για την απορρόφηση μέρους της πρόσφατης βελτίωσης της κερδοφορίας, συμπεριλαμβανομένης της συμπίεσης των NII καθώς και υψηλότερων λειτουργικών δαπανών λόγω υψηλότερου κόστους προσωπικού και υψηλότερων ψηφιακών επενδύσεων και δυνητικά υψηλότερου πιστωτικού κόστους.</p>
<p>Ωστόσο, η αύξηση των δανείων είναι πιο ευνοϊκή για τις ελληνικές τράπεζες σε σχέση με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές τράπεζες, αντανακλώντας τις πρόσφατες ισχυρότερες επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας καθώς και την ανάκαμψη των επενδύσεων στη χώρα.</p>
<p>Ο οίκος θεωρεί ότι αυτή η τάση είναι πιθανό να συνεχιστεί, λόγω των ισχυρότερων προοπτικών οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας και της ευκαιρίας των ελληνικών τραπεζών να εκταμιεύουν δάνεια για τη χρηματοδότηση έργων που συνδέονται με το RRF.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2024/03/221222170421_b_dbrs-2.jpg?fit=702%2C421&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2024/03/221222170421_b_dbrs-2.jpg?fit=702%2C421&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
	</channel>
</rss>
