<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	
	xmlns:georss="http://www.georss.org/georss"
	xmlns:geo="http://www.w3.org/2003/01/geo/wgs84_pos#"
	xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/">

<channel>
	<title>Handelsblatt &#8211; Money Press</title>
	<atom:link href="https://www.moneypress.gr/tag/handelsblatt/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.moneypress.gr</link>
	<description></description>
	<lastBuildDate>Tue, 23 Jun 2026 05:02:28 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2022/02/cropped-mp.png?fit=32%2C32&#038;ssl=1</url>
	<title>Handelsblatt &#8211; Money Press</title>
	<link>https://www.moneypress.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Handelsblatt: Η ειρήνη δεν θα επουλώσει τις «βαθιές πληγές» στην παγκόσμια οικονομία</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/handelsblatt-i-eirini-den-tha-epoylosei-tis-vathie/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[stzaferis]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 23 Jun 2026 05:00:26 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πλανήτης]]></category>
		<category><![CDATA[featured]]></category>
		<category><![CDATA[Handelsblatt]]></category>
		<category><![CDATA[παγκόσμια οικονομία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=215782</guid>

					<description><![CDATA[Η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ μετά τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν, αναμένεται να δώσει ώθηση στην παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, οι ζημιές που προκλήθηκαν λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή τους τελευταίους μήνες παραμένουν σημαντικές και οι πιο σοβαρές συνέπειές τους δεν έχουν ακόμη εκδηλωθεί πλήρως, υποστηρίζει η Handelsblatt. Ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε ήδη το στίγμα των εξελίξεων. «Πλοία όλου του κόσμου, βάλτε μπροστά [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η επαναλειτουργία των <strong>Στενών του Ορμούζ</strong> μετά τη <strong>συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν</strong>, αναμένεται να δώσει ώθηση στην <strong>παγκόσμια οικονομία</strong>. Ωστόσο, οι <strong>ζημιές</strong> που προκλήθηκαν λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή τους τελευταίους μήνες παραμένουν σημαντικές και οι πιο σοβαρές συνέπειές τους δεν έχουν ακόμη εκδηλωθεί πλήρως, υποστηρίζει η <strong>Handelsblatt</strong>.</p>
<p>Ο <strong>Ντόναλντ Τραμπ</strong> έδωσε ήδη το στίγμα των εξελίξεων. «Πλοία όλου του κόσμου, βάλτε μπροστά τις μηχανές σας», δήλωσε αυτή την εβδομάδα με αφορμή τις ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Στις <strong>Βερσαλλίες</strong> υπέγραψε τα ξημερώματα της Πέμπτης τη<strong> συμφωνία-πλαίσιο</strong> για τον τερματισμό του πολέμου. Κεντρικό στοιχείο της συμφωνίας αποτελεί η <strong>επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.</strong></p>
<p>Εδώ και μήνες το κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα στα ανοιχτά του Ιράν παρέμενε ουσιαστικά δυσλειτουργικό, προκαλώντας <strong>σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.</strong> Τα Στενά αποτελούν μία από τις σημαντικότερες οδούς μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως. Καθώς η διέλευση των δεξαμενόπλοιων και των φορτηγών πλοίων αναμένεται πλέον να αποκατασταθεί,<strong> το ερώτημα είναι αν η εξέλιξη αυτή θα σηματοδοτήσει και μια ευρύτερη οικονομική ανάκαμψη.</strong></p>
<p>Η απάντηση είναι ότι <strong>αυτό θα συμβεί μόνο εν μέρει</strong>. Αυτό προκύπτει από τις τελευταίες οικονομικές προβλέψεις, μεταξύ των οποίων και η πιο πρόσφατη έκθεση του<strong> γερμανικού Ινστιτούτου Ifo</strong>.</p>
<h2><strong>H σταδιακή αποκλιμάκωση</strong></h2>
<p>Οι τελευταίες εξελίξεις αποτυπώνονται μόνο εν μέρει στις προβλέψεις του Ifo. Οι οικονομολόγοι του Ινστιτούτου εκτιμούν ότι τα Στενά του Ορμούζ θα επαναλειτουργήσουν «τις επόμενες εβδομάδες», γεγονός που αναμένεται να οδηγήσει σε<strong> σταδιακή αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών της ενέργειας.</strong></p>
<p>Οι οικονομικές προβλέψεις βασίζονται συνήθως στις τιμές των προθεσμιακών συμβολαίων για να εκτιμήσουν τη μελλοντική πορεία των ενεργειακών αγορών. Με βάση αυτά τα δεδομένα, το Ifo προβλέπει ότι <strong>η τιμή του αργού πετρελαίου θα αρχίσει να υποχωρεί από το τρίτο τρίμηνο του 2026 και θα διαμορφωθεί λίγο κάτω από τα 80 δολάρια το βαρέλι στα τέλη του 2027.</strong></p>
<p>Εφόσον επιβεβαιωθεί αυτό το σενάριο, <strong>το παγκόσμιο ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 2,2% φέτος</strong> και κατά <strong>2,4% το 2027.</strong></p>
<h2><strong>Ελπίδα για ταχύτερη πτώση των τιμών ενέργειας</strong></h2>
<p>Ωστόσο, οι τελευταίες εξελίξεις δεν έχουν ενσωματωθεί πλήρως στα μοντέλα του Ινστιτούτου. Οι αγορές ενέργειας υποδηλώνουν πλέον ακόμη πιο θετική πορεία από εκείνη που είχε ληφθεί υπόψη κατά την κατάρτιση της πρόβλεψης. Οι οικονομολόγοι του Ifo επισημαίνουν ότι <strong>οι αγορές προεξοφλούν «ταχύτερη αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας»</strong>. Εάν αυτό επιβεβαιωθεί, «<strong>ο πληθωρισμός θα μπορούσε να υποχωρήσει ταχύτερα</strong> και<strong> η ανάπτυξη να αποδειχθεί ισχυρότερη».</strong></p>
<p>Παρόλα αυτά, η υπόθεση αυτή δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί στους υπολογισμούς της πρόβλεψης.</p>
<h2><strong>Ο πληθωρισμός ανεβαίνει γρήγορα αλλά υποχωρεί αργά</strong></h2>
<p>Ακόμη κι έτσι, <strong>δεν αναμένεται να έρθει κάποια θεαματική οικονομική έκρηξη</strong>. Οι<strong> επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν θα συνεχίσουν να γίνονται αισθητές για αρκετούς μήνες</strong>, ακόμη και αν η κρίση τερματιστεί οριστικά. Το <strong>βασικό ζήτημα</strong> αφορά την <strong>πορεία του πληθωρισμού.</strong></p>
<p>Το Ifo εκτιμά ότι <strong>ο παγκόσμιος πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 3,5% φέτος και στο 2,9% το 2027</strong>.</p>
<p>Η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ θα μπορούσε να οδηγήσει σε ελαφρώς χαμηλότερες τιμές και, κατά συνέπεια, σε υψηλότερη ανάπτυξη. Ωστόσο,<strong> το πρόβλημα του πληθωρισμού δύσκολα θα εξαφανιστεί σύντομα</strong>.</p>
<p><strong>Οι λόγοι είναι τρεις:</strong></p>
<p><strong>Πρώτον, υπάρχει σημαντική χρονική υστέρηση.</strong> Οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας χρειάζονται χρόνο για να φτάσουν στους <strong>καταναλωτές</strong>, αλλά και για να υποχωρήσουν από την αγορά. Πολλοί πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου και καυσίμων λειτουργούν με μακροχρόνια συμβόλαια και προκαθορισμένες τιμές. Παράλληλα, οι <strong>επιχειρήσεις</strong> δεν αναπροσαρμόζουν συνεχώς τις τιμές τους, ώστε να περιορίζουν το κόστος και την <strong>αβεβαιότητα</strong>. Ως αποτέλεσμα, οι ανατιμήσεις στις <strong>πρώτες ύλες</strong> συνεχίζουν να επηρεάζουν την οικονομία ακόμη και μετά την <strong>αποκλιμάκωση των ενεργειακών αγορών.</strong></p>
<p><strong>Δεύτερον</strong>, η<strong> νομισματική πολιτική</strong> εξακολουθεί να λειτουργεί περιοριστικά. Η<strong> Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα</strong> αύξησε πρόσφατα τα <strong>επιτόκια</strong> προκειμένου να συγκρατήσει τον <strong>πληθωρισμό</strong>. Όμως τα υψηλότερα επιτόκια περιορίζουν τη <strong>χορήγηση δανείων</strong> και <strong>μειώνουν τις επενδύσεις των επιχειρήσεω</strong>ν. Επιπλέον, οι <strong>επιπτώσεις της νομισματικής πολιτικής</strong> εμφανίζονται συνήθως με καθυστέρηση αρκετών μηνών.</p>
<p><strong>Τρίτον</strong>, οι<strong> πληθωριστικές προσδοκίες των νοικοκυριών παραμένουν «κολλημένες».</strong> Οι καταναλωτές προσαρμόζουν γρήγορα τις προσδοκίες τους όταν οι τιμές αυξάνονται, αλλά πολύ πιο αργά όταν αυτές υποχωρούν. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν η ενεργειακή κρίση αποκλιμακωθεί, οι πολίτες ενδέχεται να παραμείνουν επιφυλακτικοί στις δαπάνες τους, περιορίζοντας τη δυναμική μιας ισχυρής καταναλωτικής ανάκαμψης.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2026/01/world-economy-outlook-scaled.jpg?fit=702%2C467&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2026/01/world-economy-outlook-scaled.jpg?fit=702%2C467&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δημιουργεί νικητές και χαμένους στην παγκόσμια οικονομία - Ποιοι είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/o-polemos-sti-mesi-anatoli-dimioyrgei/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[xtzaferis]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 20 May 2026 16:30:22 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πλανήτης]]></category>
		<category><![CDATA[Handelsblatt]]></category>
		<category><![CDATA[Μέση Ανατολή]]></category>
		<category><![CDATA[πολεμος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=213864</guid>

					<description><![CDATA[Ο πόλεμος ΗΠΑ – Ιράν επιβαρύνει την παγκόσμια οικονομία — όχι όμως όλες τις επιχειρήσεις. Στην Ασία, εταιρείες από τους κλάδους των πρώτων υλών και της μεταποίησης βρίσκονται υπό πίεση, καθώς λείπουν κρίσιμα ενδιάμεσα προϊόντα από τη Μέση Ανατολή. Εκεί διαμορφώνεται κίνδυνος σοβαρής κρίσης εφοδιασμού, όσο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν εκτός λειτουργίας ως βασική θαλάσσια εμπορική οδός. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει η γερμανική Handelsblatt, όπου υπάρχουν χαμένοι, υπάρχουν [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο <strong>πόλεμος ΗΠΑ – Ιράν</strong> επιβαρύνει την παγκόσμια οικονομία — <strong>όχι όμως όλες τις επιχειρήσεις</strong>. Στην <strong>Ασία</strong>, εταιρείες από τους κλάδους των <strong>πρώτων υλών</strong> και της <strong>μεταποίησης</strong> βρίσκονται υπό πίεση, καθώς λείπουν κρίσιμα ενδιάμεσα προϊόντα από τη <strong>Μέση Ανατολή</strong>. Εκεί διαμορφώνεται κίνδυνος σοβαρής κρίσης εφοδιασμού, όσο τα <strong>Στενά του Ορμούζ</strong> παραμένουν εκτός λειτουργίας ως βασική θαλάσσια εμπορική οδός.</p>
<p>Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει η γερμανική <strong>Handelsblatt</strong>, όπου υπάρχουν χαμένοι, υπάρχουν και κερδισμένοι. Πολλές επιχειρήσεις από την <strong>Ευρώπη</strong> και τις <strong>Ηνωμένες Πολιτείες</strong> ανακοίνωσαν τις τελευταίες ημέρες<strong> ισχυρά αποτελέσματα τριμήνου και αισιόδοξες προβλέψεις</strong>, που συνδέονται άμεσα με τις<strong> συνέπειες του πολέμου</strong>.</p>
<h2><strong>Οι υψηλές τιμές γεμίζουν τα ταμεία των πετρελαϊκών</strong></h2>
<p>Την ώρα που <strong>καταναλωτές</strong> και <strong>επιχειρήσεις</strong> επιβαρύνονται από τις <strong>υψηλές τιμές φυσικού αερίου και πετρελαίου</strong> λόγω του κλεισίματος των <strong>Στενών του Ορμούζ</strong>, οι <strong>ενεργειακοί όμιλοι</strong> καταγράφουν <strong>ισχυρά κέρδη.</strong></p>
<p>Η <strong>τιμή του φυσικού αερίου στην Ευρώπη</strong> και η <strong>τιμή του Brent</strong> έχουν <strong>αυξηθεί</strong> περίπου κατά<strong> 50% από την έναρξη του πολέμου.</strong></p>
<p>Τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου αποτυπώνουν ήδη τα οφέλη. Η <strong>BP</strong> εμφανίζεται ως ο<strong> μεγαλύτερος κερδισμένος</strong>, καθώς τα<strong> προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη της αυξήθηκαν κατά περίπου 129%</strong> σε σχέση με πέρυσι, φτάνοντας τα 3,2 δισ. δολάρια. Aντίστοιχα, η <strong>Total</strong> κατέγραψε αύξηση κερδών κατά 29%, ενώ η <strong>Shell</strong> κατά 24%.</p>
<p>Ακόμη και η <strong>Saudi Aramco</strong> εμφάνισε<strong> άνοδο κερδών 26%</strong>. Παρότι ο σαουδαραβικός κολοσσός επηρεάζεται άμεσα από τον πόλεμο και δεν μπορεί πλέον να εξάγει πετρέλαιο μέσω των Στενών του Ορμούζ, <strong>καταφέρνει να διοχετεύει μεγάλο μέρος της παραγωγής μέσω αγωγών προς την Ερυθρά Θάλασσα</strong> και να διατηρεί περίπου το 70% των κανονικών εξαγωγών του. Οι υψηλές τιμές αντισταθμίζουν και με το παραπάνω το αυξημένο μεταφορικό κόστος.</p>
<p>Μεγάλα οφέλη φαίνεται να αποκομίζουν και<strong> traders πρώτων υλών</strong> όπως οι <strong>Glencore</strong>, <strong>Vitol</strong> και <strong>Trafigura</strong>. Παρότι οι εταιρείες αυτές δεν δημοσιεύουν τριμηνιαία αποτελέσματα, το <strong>Bloomberg</strong> ανέφερε ότι η<strong> Vitol κέρδισε 2 δισ. δολάρια μόνο στο πρώτο τρίμηνο</strong>, ενώ τα δύο τελευταία τρίμηνα της <strong>Trafigura</strong> συγκαταλέγονται στα καλύτερα στην ιστορία της εταιρείας.</p>
<h2><strong>Κερδίζει έδαφος η γερμανική χημική βιομηχανία</strong></h2>
<p>Στην αρχή της σύγκρουσης υπήρχαν φόβοι ότι η ήδη πιεσμένη<strong> ευρωπαϊκή χημική βιομηχανία</strong> θα δεχόταν νέο ισχυρό πλήγμα. Ωστόσο, η εικόνα εξελίχθηκε διαφορετικά. Τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο η ζήτηση παρέμενε υποτονική, όμως <strong>από τον Μάρτιο οι παραγγελίες προς τις γερμανικές χημικές εταιρείες αυξάνονται αισθητά.</strong></p>
<p>Η βασική αιτία είναι ότι<strong> οι ασιατικές χημικές επιχειρήσεις επηρεάζονται πολύ περισσότερο από τα προβλήματα εφοδιασμού</strong>, καθώς εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από βασικές πρώτες ύλες όπως η <strong>νάφθα</strong> από τη Μέση Ανατολή. Λόγω περιορισμών και ελλείψεων σε πρώτες ύλες, πολλές βιομηχανίες στην Κίνα, τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία έχουν μειώσει την παραγωγή τους.</p>
<p>Αυτό οδήγησε σε αυξημένη ζήτηση για <strong>γερμανικούς ομίλους όπως οι BASF, Evonik και Lanxess</strong>, οι οποίοι κατάφεραν μάλιστα να αυξήσουν ξανά τις τιμές τους μετά από πολλούς μήνες. Η πρόσβαση των γερμανικών εταιρειών σε πρώτες ύλες παραμένει σταθερή. «Η διαθεσιμότητα και η αξιοπιστία αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία για τους πελάτες στην αγορά χημικών», παρατηρεί η <strong>Brenntag</strong>, ο μεγαλύτερος trader χημικών παγκοσμίως.</p>
<p>Από τις <strong>17 χημικές εταιρείες του ευρωπαϊκού δείκτη Stoxx 600</strong>, οι <strong>12 ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις</strong> των αναλυτών στο πρώτο τρίμηνο. Οι πιο έντονες θετικές επιπτώσεις, πάντως, αναμένονται στο δεύτερο τρίμηνο.</p>
<p>Η <strong>Evonik</strong> εκτιμά ότι το δεύτερο τρίμηνο<strong> μπορεί να εξελιχθεί στο ισχυρότερο του 2026,</strong> ενώ ο διευθύνων σύμβουλος της <strong>Lanxess, Ματίας Ζάχερτ</strong>, υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται απλώς για «αγορές πανικού», αλλά για σταθερή βελτίωση της ζήτησης.</p>
<h2><strong>Πλεονέκτημα για την αμερικανική χημική βιομηχανία</strong></h2>
<p><strong>Παρόμοια εικόνα</strong> διαμορφώνεται και στις<strong> Ηνωμένες Πολιτείες. </strong>Η <strong>Dow</strong>, ένας από τους μεγαλύτερους ομίλους βασικής χημείας και πλαστικών, επηρεάστηκε στο πρώτο τρίμηνο από τη γενικότερη αδυναμία της παγκόσμιας οικονομίας και εμφάνισε ελαφρώς χαμηλότερα κέρδη. Ωστόσο, για το <strong>δεύτερο τρίμηνο</strong> ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Τζέιμς Φίτερλινγκ, εμφανίζεται ιδιαίτερα <strong>αισιόδοξος</strong>. Η Dow αναμένει<strong> διπλασιασμό των λειτουργικών κερδών EBITDA στα 2 δισ. δολάρια </strong>σε σχέση με πέρυσι<strong>, καθώς και αύξηση πωλήσεων</strong>.</p>
<p>Οι αναλυτές θεωρούν ότι υπάρχουν ακόμη μεγαλύτερα περιθώρια αν συνεχιστούν οι ελλείψεις στην Ασία.</p>
<p>Η αμερικανική χημική βιομηχανία διαθέτει και<strong> σημαντικό τεχνολογικό πλεονέκτημα</strong>: σε αντίθεση με πολλούς ασιατικούς ανταγωνιστές, εξαρτάται λιγότερο από τη νάφθα και έχει στραφεί τα τελευταία χρόνια στη χρήση αιθανίου ως βασικής πρώτης ύλης, χάρη στην έκρηξη παραγωγής φυσικού αερίου μέσω <strong>fracking</strong>.</p>
<p>Αυτό προσφέρει στους αμερικανικούς ομίλους μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια και χαμηλότερο κόστος.</p>
<h2><strong>Οι δυτικές εταιρείες λιπασμάτων στους μεγάλους ωφελημένους</strong></h2>
<p>Τεράστιες ποσότητες <strong>λιπασμάτων</strong> περνούν συνήθως μέσω των Στενών του Ορμούζ, ιδιαίτερα προϊόντα όπως <strong>ουρία</strong> και <strong>αμμωνία</strong> που είναι κρίσιμα για τη <strong>γεωργία</strong>. Παραγωγοί από τον Περσικό Κόλπο, όπως η <strong>Fertiglobe</strong>, προσπαθούν να μεταφέρουν φορτία μέσω χερσαίων διαδρομών, όμως η κατάσταση στον εφοδιασμό παραμένει δύσκολη. Οι μεγαλύτερες πιέσεις εντοπίζονται σε χώρες της Ασίας και της Αφρικής.</p>
<p>Στην <strong>Ευρώπη</strong> και τις <strong>ΗΠΑ</strong> <strong>δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη σοβαρές ελλείψεις</strong>, όμως οι <strong>τιμές των λιπασμάτων</strong> που βασίζονται στο φυσικό αέριο αυξάνονται με ταχύ ρυθμό. Η τιμή της ουρίας έχει διπλασιαστεί από την έναρξη του πολέμου, σύμφωνα με την εταιρεία ερευνών CRU.</p>
<p>Αυτό<strong> ευνοεί δυτικούς παραγωγούς</strong> που μπορούν να εγγυηθούν σταθερές παραδόσεις, όπως η νορβηγική <strong>Yara</strong>. Τα <strong>λειτουργικά κέρδη</strong> της εταιρείας <strong>αυξήθηκαν κατά 40%</strong> στο πρώτο τρίμηνο, ενώ η <strong>Berenberg</strong> εκτιμά ότι <strong>οι ελλείψεις αζωτούχων λιπασμάτων θα ενισχύσουν σημαντικά την κερδοφορία της</strong> μέσα στο 2026. Η <strong>μετοχή της Yara έχει ήδη ενισχυθεί κατά 15%</strong> από την έναρξη του πολέμου.</p>
<p>Άνοδο καταγράφει και η <strong>K+S</strong>, η οποία δραστηριοποιείται στα <strong>λιπάσματα καλίου</strong>. Οι αυξήσεις στις τιμές του καλίου συνέβαλαν ώστε η εταιρεία να εμφανίσει<strong> αύξηση κερδών κατά 39%</strong> στο πρώτο τρίμηνο και να αναβαθμίσει τις προβλέψεις της για το σύνολο της χρονιάς.</p>
<h2><strong>Η Aurubis και η κρίση στο θείο</strong></h2>
<p>Ο πόλεμος με το Ιράν ευνοεί και τη <strong>γερμανική Aurubis</strong>, έναν από τους <strong>μεγαλύτερους παραγωγούς χαλκού</strong> στην Ευρώπη. Παρότι η Μέση Ανατολή δεν αποτελεί βασική αγορά για τον όμιλο, η αναταραχή στις αλυσίδες εφοδιασμού λειτουργεί υπέρ του. Οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ έχουν διαταράξει τις παγκόσμιες μεταφορές θείου, το οποίο χρησιμοποιείται για την παραγωγή θειικού οξέος.</p>
<p>Σύμφωνα με την <strong>S&amp;P Global Commodity Insights</strong>, περίπου το 50% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου θείου περνά από την περιοχή. Η Aurubis παράγει θειικό οξύ ως υποπροϊόν κατά την παραγωγή χαλκού και πλέον επωφελείται από τις υψηλότερες τιμές. Η εταιρεία ήδη κάνει λόγο για «θετικές επιδράσεις» στην αγορά θειικού οξέος λόγω των προβλημάτων στον εφοδιασμό.</p>
<p>Τα έσοδα από το θειικό οξύ στο πρώτο εξάμηνο του 2025/26 ξεπέρασαν ήδη τα υψηλά επίπεδα της προηγούμενης χρονιάς και η Aurubis αύξησε τις ετήσιες προβλέψεις της στα 425 έως 525 εκατ. ευρώ.</p>
<h2><strong>Οι κίνδυνοι για το δεύτερο εξάμηνο</strong></h2>
<p>Παρά τα ισχυρά αποτελέσματα,<strong> πολλές επιχειρήσεις θεωρούν ότι τα σημερινά οφέλη ίσως αποδειχθούν προσωρινά</strong>. Για το δεύτερο τρίμηνο οι προβλέψεις παραμένουν αισιόδοξες, όμως για το σύνολο της χρονιάς οι διοικήσεις εμφανίζονται πιο προσεκτικές.</p>
<p>Όμιλοι όπως οι BASF, Evonik και Lanxess αποφεύγουν προς το παρόν να αναβαθμίσουν επίσημα τις ετήσιες προβλέψεις κερδοφορίας τους. Ο <strong>βασικός φόβος</strong> είναι ότι στο δεύτερο εξάμηνο οι <strong>αλυσίδες εφοδιασμού θα σταθεροποιηθούν και οι τιμές θα αρχίσουν να υποχωρούν.</strong></p>
<p>Η <strong>JP Morgan</strong> εκτιμά ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί <strong>ιδιαίτερα στην αγορά αζωτούχων λιπασμάτων</strong>.</p>
<p>Παράλληλα, εάν οι <strong>ασιατικές χημικές βιομηχανίες</strong> αποκαταστήσουν την παραγωγή τους μετά το καλοκαίρι, τότε <strong>τα πλεονεκτήματα των ευρωπαϊκών ομίλων μπορεί να περιοριστούν αισθητά.</strong></p>
<p>Σε αυτή την περίπτωση, θα επανέλθουν στο προσκήνιο τα διαρθρωτικά μειονεκτήματα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, όπως το <strong>υψηλότερο ενεργειακό κόστος</strong>.</p>
<p>Το<strong> μεγάλο ερώτημα</strong>, σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι αν η παγκόσμια οικονομία θα μπορέσει να ανακτήσει αναπτυξιακή δυναμική και να στηρίξει τη βιομηχανική ζήτηση το επόμενο διάστημα.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/12/big-oil-petrelaio.jpg?fit=702%2C468&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/12/big-oil-petrelaio.jpg?fit=702%2C468&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Handelsblatt: Η Ελλάδα από «πρόβλημα της Ευρώπης» μετατρέπεται σε παράδειγμα ανάπτυξης</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/handelsblatt-i-ellada-apo-provlima-tis-eyropis/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[xtzaferis]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 18 May 2026 16:00:20 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Οικονομία]]></category>
		<category><![CDATA[featured]]></category>
		<category><![CDATA[Handelsblatt]]></category>
		<category><![CDATA[ελληνική οικονομία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=213738</guid>

					<description><![CDATA[Με ένα εκτενές και ιδιαίτερα εγκωμιαστικό αφιέρωμα, η γερμανική Handelsblatt παρουσιάζει τη θεαματική μεταμόρφωση της ελληνικής οικονομίας, περιγράφοντας την Ελλάδα ως μια χώρα που όχι μόνο άφησε πίσω της την κρίση, αλλά εξελίσσεται πλέον σε παράδειγμα σταθερότητας και ανάπτυξης στην Ευρώπη. Στο επίκεντρο του δημοσιεύματος βρίσκεται ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, τον οποίο η εφημερίδα χαρακτηρίζει «αρχιτέκτονα μεταρρυθμίσεων», [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Με ένα εκτενές και ιδιαίτερα εγκωμιαστικό αφιέρωμα, η γερμανική Handelsblatt παρουσιάζει τη θεαματική μεταμόρφωση της <strong>ελληνικής οικονομίας</strong>, περιγράφοντας την Ελλάδα ως μια χώρα που όχι μόνο άφησε πίσω της την <strong>κρίση</strong>, αλλά <strong>εξελίσσεται πλέον σε παράδειγμα σταθερότητας και ανάπτυξης στην Ευρώπη</strong>.</p>
<p>Στο επίκεντρο του δημοσιεύματος βρίσκεται ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης <strong>Κωστής Χατζηδάκης</strong>, τον οποίο η εφημερίδα χαρακτηρίζει «αρχιτέκτονα μεταρρυθμίσεων», αναγνωρίζοντας τον καθοριστικό του ρόλο στις αλλαγές που συνέβαλαν στην οικονομική ανάκαμψη της χώρας.</p>
<p>Η Handelsblatt στέκεται ιδιαίτερα στις <strong>μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια στην αγορά εργασίας και στη φορολογική πολιτική</strong>. Η ψηφιακή κάρτα εργασίας, η καταγραφή των υπερωριών σε πραγματικό χρόνο και η μάχη κατά της αδήλωτης εργασίας παρουσιάζονται ως κινήσεις που εκσυγχρόνισαν ουσιαστικά το κράτος και την οικονομία. Την ίδια στιγμή, η μείωση της φοροδιαφυγής και των φόρων, καθώς και η απλοποίηση των επενδυτικών διαδικασιών, δημιούργησαν ένα νέο περιβάλλον εμπιστοσύνης για επιχειρήσεις και επενδυτές.</p>
<p>Η γερμανική εφημερίδα επισημαίνει ότι <strong>η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ η χώρα συγκαταλέγεται πλέον στις λίγες ευρωπαϊκές οικονομίες με δημοσιονομικό πλεόνασμα</strong>. Παράλληλα, αναγνωρίζει τη μεγάλη πρόοδο που έχει επιτευχθεί στη<strong> μείωση του δημόσιου χρέους</strong>, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα καταγράφει μία από τις ταχύτερες αποκλιμακώσεις χρέους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.</p>
<p><strong>«Δεν πρόκειται για μαγική συνταγή», σημειώνει ο Κωστής Χατζηδάκης</strong> στις δηλώσεις του που φιλοξενεί η Handelsblatt, «αλλά για το <strong>αποτέλεσμα μιας συνεπούς πολιτικής που συνδυάζει δημοσιονομική υπευθυνότητα, ανάπτυξη και μεταρρυθμίσεις</strong>».</p>
<p>Το δημοσίευμα δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στο α<strong>υξανόμενο ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών για την Ελλάδα</strong>, με τη Γερμανία να καταλαμβάνει πλέον κορυφαία θέση μεταξύ των χωρών που επενδύουν στην ελληνική οικονομία. Η πολιτική σταθερότητα, οι θετικοί οικονομικοί δείκτες και η μεταρρυθμιστική πορεία της χώρας παρουσιάζονται ως τα <strong>βασικά στοιχεία που ενισχύουν τη διεθνή εμπιστοσύνη προς την Ελλάδα</strong>.</p>
<p>Δέκα χρόνια μετά τη βαθύτερη οικονομική κρίση της σύγχρονης ιστορίας της, <strong>η Ελλάδα φαίνεται να γυρίζει οριστικά σελίδα, διεκδικώντας πλέον έναν νέο ρόλο: αυτόν μιας χώρας που μετατρέπεται σταδιακά από «πρόβλημα της Ευρώπης» σε ευρωπαϊκό success story</strong>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2026/04/simaies-ellada-eurwpaiki-enwsi-1.jpg?fit=702%2C448&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2026/04/simaies-ellada-eurwpaiki-enwsi-1.jpg?fit=702%2C448&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Handelsblatt: Το πετρέλαιο πέφτει, τα χρηματιστήρια ανεβαίνουν και οι κίνδυνοι καραδοκούν</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/handelsblatt-to-petrelaio-peftei-ta-xrimatistir/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[xtzaferis]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 08 May 2026 20:00:03 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Αγορά]]></category>
		<category><![CDATA[Handelsblatt]]></category>
		<category><![CDATA[πετρέλαιο]]></category>
		<category><![CDATA[Χρηματιστήριo]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=213198</guid>

					<description><![CDATA[Οι ελπίδες για ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και για τον τερματισμό του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχουν ενισχύσει τις χρηματιστηριακές αγορές. Ο γερμανικός δείκτης DAX κατέγραψε άνοδο 5% μέσα σε μία εβδομάδα και κινείται πλέον γύρω από τις 24.900 μονάδες, μόλις περίπου 2% χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό του. Την ίδια ώρα, ο αμερικανικός δείκτης S&#38;P 500 έκλεισε την Τετάρτη σε νέο ιστορικό υψηλό, [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Οι ελπίδες για ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και για τον <strong>τερματισμό του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν</strong> έχουν ενισχύσει τις <strong>χρηματιστηριακές αγορές</strong>. Ο <strong>γερμανικός δείκτης DAX</strong> κατέγραψε<strong> άνοδο 5% μέσα σε μία εβδομάδα</strong> και κινείται πλέον γύρω από τις 24.900 μονάδες, μόλις περίπου 2% χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό του. Την ίδια ώρα, ο<strong> αμερικανικός δείκτης S&amp;P 500 έκλεισε την Τετάρτη σε νέο ιστορικό υψηλό</strong>, ενισχύοντας το θετικό κλίμα στη Wall Street.</p>
<p><strong>Δύο ισχυροί παράγοντες στηρίζουν αυτή τη δυναμική άνοδο των αγορών</strong>. Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση επίτευξης ειρήνης στη Μέση Ανατολή, <strong>τέσσερις σημαντικοί κίνδυνοι</strong> εξακολουθούν να <strong>απειλούν τη συνέχιση του χρηματιστηριακού ράλι</strong>, σημειώνει η <strong>Handelsblatt</strong>.</p>
<h2><strong>Ευκαιρία 1: Πιθανότητα για ειρήνη</strong></h2>
<p>Οι προσδοκίες ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν θα κλιμακωθεί εκ νέου και ότι τα <strong>Στενά του Ορμούζ</strong> ενδέχεται σύντομα να ανοίξουν ξανά για τις μεταφορές πετρελαίου και πρώτων υλών, οδήγησαν σε <strong>απότομη πτώση των τιμών του πετρελαίου</strong>.</p>
<p>Είχε προηγηθεί <strong>εκρηκτική άνοδος του Brent κατά περίπου 80% από τις αρχές του έτους</strong>, γεγονός που περιόρισε το διαθέσιμο εισόδημα καταναλωτών και επιχειρήσεων για κατανάλωση και επενδύσεις. Η<strong> αποκλιμάκωση των τιμών</strong> λειτουργεί πλέον σαν ένα άτυπο πρόγραμμα τόνωσης της οικονομίας,<strong> ενισχύοντας αντίστοιχα και τις χρηματιστηριακές αγορές.</strong></p>
<h2><strong>Ευκαιρία 2: Ισχυρές εταιρικές επιδόσεις</strong></h2>
<p>Παρά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία, <strong>οι εισηγμένες εταιρείες συνεχίζουν να εμφανίζουν ισχυρή κερδοφορία</strong>. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι <strong>εταιρείες του S&amp;P 500 θα αυξήσουν τα καθαρά τους κέρδη κατά 22% το 2026</strong> σε σύγκριση με το 2025, φτάνοντας σε επίπεδα-ρεκόρ περίπου 3 τρισ. δολαρίων. Αυτό προκύπτει από υπολογισμούς του Handelsblatt Research Institute με βάση στοιχεία του Bloomberg.</p>
<p>Στις αρχές του έτους, πολλοί επενδυτές θεωρούσαν ότι οι αναλυτές ήταν υπερβολικά αισιόδοξοι, δεδομένων των πολλών γεωπολιτικών και οικονομικών κινδύνων που αντιμετώπιζε η παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, <strong>αυτές οι ανησυχίες υποχωρούν ολοένα και περισσότερο</strong> καθώς προχωρά η περίοδος ανακοίνωσης αποτελεσμάτων. Με περίπου τα δύο τρίτα των εταιρειών του S&amp;P 500 να έχουν δημοσιεύσει τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου, <strong>διαφαίνεται αύξηση κερδών περίπου 25% σε σύγκριση με το ίδιο τρίμηνο πέρυσι</strong> – ελαφρώς υψηλότερη από την αναμενόμενη για ολόκληρο το έτος.</p>
<p>«Παρόλο που αυτό το ποσοστό διαστρεβλώνεται προς τα πάνω από ειδικά αποτελέσματα μεμονωμένων μεγάλων εταιρειών, με τις εκτιμήσεις των αναλυτών να υπερβαίνουν κατά 83%, τα συνολικά αποτελέσματα είναι επίσης σαφώς θετικά», λέει ο <strong>Ulrich Stephan, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής στην Deutsche Bank.</strong></p>
<p>Οι <strong>προοπτικές</strong> είναι <strong>επίσης θετικές</strong> για τις <strong>εταιρείες που είναι εισηγμένες στον DAX</strong>. Οι αναλυτές αναμένουν<strong> καθαρά κέρδη 127 δισεκατομμυρίων ευρώ</strong> για το οικονομικό έτος 2026, σε σύγκριση με 111 δισεκατομμύρια ευρώ το προηγούμενο έτος. Αυτό θα αποτελούσε<strong> αύξηση 14%</strong> σε σχέση με το προηγούμενο έτος και επίσης ιστορικό υψηλό.</p>
<p>Τα <strong>υψηλά κέρδη στη Wall Street οφείλονται κυρίως στην ισχυρή αύξηση των κερδών των εταιρειών τεχνολογίας</strong>. Στη <strong>Γερμανία</strong>, ισχυρά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα όπως η <strong>Allianz, </strong>η<strong> Munich Re </strong>και η<strong> Deutsche Bank</strong> υποστηρίζουν αυτήν την εξέλιξη, όπως και εταιρείες που είναι σε μεγάλο βαθμό ανθεκτικές στην ύφεση, όπως η <strong>Deutsche Telekom.</strong></p>
<p>Επιπλέον, υπάρχουν εταιρείες όπως η κατασκευάστρια όπλων <strong>Rheinmetall, </strong>καθώς και εταιρείες που βασίζονται στην Τεχνητή Νοημοσύνη, όπως η <strong>Siemens Energy και η RWE</strong>, οι οποίες επωφελούνται από την αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας και την ανάγκη για αντίστοιχες υποδομές.</p>
<h2><strong>Κίνδυνος 1: Οι μετοχές θεωρούνται υπερτιμημένες</strong></h2>
<p>Μετά το ισχυρό ράλι των τελευταίων μηνών, ο <strong>DAX διαπραγματεύεται πλέον με δείκτη τιμής προς κέρδη (P/E) στο 15,5</strong>. Αυτό σημαίνει ότι όποιος επενδύει σήμερα στις 40 εταιρείες του DAX — για παράδειγμα μέσω ενός ETF — πληρώνει κατά μέσο όρο 15,5 φορές τα ετήσια καθαρά κέρδη των εταιρειών, με βάση τις προβλέψεις των αναλυτών για τα επόμενα τέσσερα τρίμηνα.</p>
<p>Το επίπεδο αυτό θεωρείται <strong>ένδειξη υπερτίμησης</strong>, καθώς ο μέσος όρος του δείκτη τα τελευταία 20 χρόνια βρίσκεται χαμηλότερα, στο 12,5, σύμφωνα με στοιχεία του <strong>Bloomberg</strong>. Για να αποτιμάται σε πιο «φυσιολογικά» επίπεδα, <strong>ο DAX θα έπρεπε να κινείται κοντά στις 20.000 μονάδες</strong>, δηλαδή <strong>περίπου 20% χαμηλότερα</strong> από τα τρέχοντα επίπεδα.</p>
<p>Η υψηλή αποτίμηση οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι <strong>ο δείκτης έχει ενισχυθεί σχεδόν κατά 60% τα τελευταία τρία χρόνια</strong>, ενώ τα καθαρά κέρδη των εταιρειών αυξήθηκαν μόλις λίγο πάνω από 20%.</p>
<p><strong>Παρόμοια εικόνα</strong> εμφανίζεται και στις<strong> Ηνωμένες Πολιτείες</strong>, όπου οι αγορές παραδοσιακά αποτιμώνται υψηλότερα σε σχέση με τη <strong>Γερμανία</strong> και την <strong>Ευρώπη</strong>, κυρίως επειδή οι εταιρείες — ιδιαίτερα του τεχνολογικού κλάδου — εμφανίζουν ισχυρότερη και διαρκέστερη ανάπτυξη κερδών.</p>
<p>Ωστόσο, ακόμη και λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις διαφορές, οι <strong>αμερικανικές μετοχές</strong> θεωρούνται επίσης <strong>υπερτιμημένες</strong>. Ο<strong> δείκτης S&amp;P 500 εμφανίζει P/E 20,7</strong>, έναντι μέσου όρου 16,5 την τελευταία 20ετία.</p>
<h2><strong>Κίνδυνος 2: Επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου</strong></h2>
<p>Το<strong> Διεθνές Νομισματικό Ταμείο</strong> αναθεώρησε τον Απρίλιο προς τα κάτω την πρόβλεψή του για την <strong>ανάπτυξη</strong> της παγκόσμιας οικονομίας στο <strong>3,1%</strong>, έναντι 3,3% που προέβλεπε τον Ιανουάριο.</p>
<p>Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ επιβαρύνουν εδώ και μήνες το παγκόσμιο εμπόριο πρώτων υλών, ενώ Ευρώπη και ΗΠΑ δέχονται πιέσεις από τις αυξημένες τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα πόσο θα διαρκέσει αυτή η επίδραση μέσα στη χρονιά, ωστόσο θεωρείται βέβαιο ότι <strong>επιβραδύνει το εμπόριο και την οικονομική δραστηριότητα.</strong></p>
<p>Ταυτόχρονα, οι εμπορικοί φραγμοί συνεχίζουν να πιέζουν την παγκόσμια οικονομία. Σχεδόν όλες οι εταιρείες του DAX αναφέρονται πλέον στους κινδύνους που προκύπτουν από τους νέους αμερικανικούς δασμούς. Η <strong>BASF</strong> σημειώνει στην ετήσια έκθεσή της ότι «σε σύγκριση με πέρυσι, οι κίνδυνοι που συνδέονται με τους δασμούς είναι αυξημένοι».</p>
<p>Αντίστοιχα, η <strong>Beiersdorf</strong>, παραγωγός της Nivea, προειδοποιεί ότι οι <strong>δασμοί του Ντόναλντ Τραμπ</strong> ενδέχεται να δημιουργήσουν νέους κινδύνους το 2026, ειδικά όταν λήξουν οι εμπορικές συμφωνίες για εισαγωγές από το Μεξικό.</p>
<p>Σύμφωνα με προβλέψεις του <strong>Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου</strong>, ο <strong>όγκος του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών αναμένεται να αυξηθεί μόλις κατά 1,9% το 2026</strong>, έναντι 4,6% το 2025.</p>
<p>Η <strong>περσινή ισχυρή επίδοση</strong> στηρίχθηκε κυρίως στις πρόωρες εισαγωγές αγαθών στις ΗΠΑ λόγω δασμών και στις μεγάλες επενδύσεις γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.</p>
<h2><strong>Κίνδυνος 3: Υψηλές τιμές ενέργειας</strong></h2>
<p>Οι σημαντικά <strong>υψηλότερες τιμές πετρελαίου και ηλεκτρικής ενέργειας</strong> αποτελούν βασικό λόγο για την αύξηση των τιμών σε ευρύ φάσμα προϊόντων — και όχι μόνο στα καύσιμα και τη θέρμανση.</p>
<p>Η άνοδος επηρεάζει όλες τις <strong>ενεργοβόρες βιομηχανίες</strong>, όπως η BASF και η Heidelberg Materials, αλλά και εταιρείες καταναλωτικών προϊόντων που θεωρούνται παραδοσιακά πιο ανθεκτικές, όπως η Beiersdorf και η Henkel. Οι επιχειρήσεις αυτές εξαρτώνται όχι μόνο από το πετρέλαιο αλλά και από χημικές πρώτες ύλες όπως θείο, αμμωνία και φωσφορικά άλατα για την παραγωγή καλλυντικών, απορρυπαντικών, συγκολλητικών και προϊόντων καθαρισμού.</p>
<p>Την ίδια στιγμή, η <strong>επιδείνωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης,</strong> λόγω και της απότομης ανόδου στις τιμές βενζίνης και ντίζελ, οδηγεί πολλούς καταναλωτές σε <strong>φθηνότερα προϊόντα</strong> αντί για ακριβότερα επώνυμα brands.</p>
<p>Ο <strong>διευθύνων σύμβουλος της Henkel, Κάρστεν Κνόμπελ</strong>, δήλωσε ότι όταν αυξάνονται τα κόστη παραγωγής, οι εταιρείες είναι αναγκασμένες να μετακυλίουν μέρος αυτής της επιβάρυνσης στους καταναλωτές.</p>
<p><strong>Κίνδυνος 4: Άνοδος πληθωρισμού και επιτοκίων</strong></p>
<p>Τις τελευταίες δεκαετίες, οι επενδυτές είχαν συνηθίσει στο ότι <strong>οι κεντρικές τράπεζες μείωναν επιτόκια κάθε φορά που η οικονομία επιβραδυνόταν και τα εταιρικά κέρδη πιέζονταν.</strong></p>
<p>Τα χαμηλότερα επιτόκια οδηγούσαν σε <strong>φθηνότερο δανεισμό, περισσότερη ρευστότητα και υψηλότερες επενδύσεις</strong>, στηρίζοντας έτσι τις αγορές μετοχών ακόμη και σε περιόδους αδύναμης ανάπτυξης.<strong> Πλέον όμως, αυτός ο μηχανισμός στήριξης φαίνεται να αλλάζει.</strong></p>
<p>Η άνοδος του πληθωρισμού αναγκάζει τις κεντρικές τράπεζες να σκέφτονται περισσότερο νέες αυξήσεις επιτοκίων παρά μειώσεις, ώστε να περιοριστούν οι πληθωριστικές πιέσεις.</p>
<p>Στην ευρωζώνη,<strong> ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις στο 3% τον Απρίλιο</strong>, σημαντικά υψηλότερα από τον στόχο 2% της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Τον Ιανουάριο βρισκόταν ακόμη στο 1,7%.</p>
<p>Οι περισσότεροι οικονομολόγοι εκτιμούν πλέον ότι <strong>τα επιτόκια θα αυξηθούν περαιτέρω</strong>. Οι αγορές προεξοφλούν ήδη δύο αυξήσεις επιτοκίων στην ευρωζώνη έως το τέλος του έτους, από το 2% στο 2,5%. Η <strong>άνοδος επιτοκίων σε μια περίοδο επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας </strong>θεωρείται <strong>ιδιαίτερα αρνητική για τις αγορές.</strong></p>
<p>Αφενός,<strong> αυξάνει το κόστος δανεισμού και αναχρηματοδότησης</strong> των επιχειρήσεων, <strong>μειώνοντας τα κέρδη και τα μερίσματα</strong> προς τους μετόχους. Αφετέρου, <strong>κάνει πιο ελκυστικές εναλλακτικές επενδύσεις όπως τα ομόλογα και οι τοποθετήσεις στη χρηματαγορά</strong>, καθώς προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις, ασκώντας επιπλέον πίεση στα χρηματιστήρια — ειδικά όταν οι μετοχές θεωρούνται ήδη υπερτιμημένες.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/09/wallstreet55.webp?fit=702%2C468&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/09/wallstreet55.webp?fit=702%2C468&#038;ssl=1" type="image/webp" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Handelsblatt: Ισχυρό παραμένει το ενδιαφέρον για τις γερμανικές μετοχές</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/handelsblatt-isxyro-paramenei-to-endiaferon-gia/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[xtzaferis]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 06 May 2026 19:30:01 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Αγορά]]></category>
		<category><![CDATA[Handelsblatt]]></category>
		<category><![CDATA[γερμανικές μετοχές]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=213051</guid>

					<description><![CDATA[Ένα χρόνο μετά την εκλογή του Γερμανού Φρίντριχ Μερτς ως Καγκελάριου, οι διεθνείς επενδυτές εξακολουθούν να ενδιαφέρονται έντονα για τη γερμανική χρηματιστηριακή αγορά. Ακόμα και το γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει μέχρι στιγμής εφαρμόσει ελάχιστα τις μεταρρυθμίσεις που υποσχέθηκε, προκειμένου να στηρίξει την οικονομία, δεν έχει μειώσει την ελκυστικότητά της κεφαλαιαγοράς. Αυτό προκύπτει από στοιχεία για τις ροές κεφαλαίων από [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ένα χρόνο μετά την εκλογή του Γερμανού <strong>Φρίντριχ Μερτς</strong> ως Καγκελάριου, οι<strong> διεθνείς επενδυτές</strong> εξακολουθούν να ενδιαφέρονται έντονα για τη<strong> γερμανική χρηματιστηριακή αγορά</strong>. Ακόμα και το γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει μέχρι στιγμής εφαρμόσει ελάχιστα τις μεταρρυθμίσεις που υποσχέθηκε, προκειμένου να στηρίξει την οικονομία, δεν έχει μειώσει την ελκυστικότητά της κεφαλαιαγοράς. Αυτό προκύπτει από στοιχεία για τις ροές κεφαλαίων από την <strong>αμερικανική τράπεζα BNY, </strong>σημειώνει σε ρεπορτάζ της η <strong>Handelsblatt.</strong></p>
<p>Ο <strong>Geoffrey Yu</strong>, στρατηγικός αναλυτής αγοράς της <strong>BNY</strong> για την <strong>Ευρώπη</strong>, λέει: «Το <strong>ενδιαφέρον</strong> για τις <strong>γερμανικές μετοχές</strong> παραμένει <strong>υψηλό</strong>, αν και όχι τόσο υψηλό όσο ήταν στα μέσα του 2025». Το μερίδιο των γερμανικών μετοχών στα χαρτοφυλάκια των επενδυτών έχει μειωθεί από το περασμένο καλοκαίρι, εν μέρει επειδή οι <strong>αμερικανικές</strong> και <strong>ορισμένες ασιατικές μετοχές</strong> έχουν αυξηθεί απότομα ταυτόχρονα. «Αλλά εξακολουθεί να είναι πάνω από το επίπεδο των αρχών του 2025», λέει ο Yu.</p>
<p>Η BNY διαχειρίζεται και κατέχει περιουσιακά στοιχεία αξίας σχεδόν<strong> 60 τρισεκατομμυρίων δολαρίων</strong>, περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου επενδυτικού πλούτου. Στοιχεία από τους πελάτες της δείχνουν ότι οι απόψεις των διεθνών επενδυτών για τη <strong>Γερμανία</strong> και την <strong>Ευρώπη</strong> άλλαξαν ριζικά στις αρχές του 2025. Ένας λόγος για αυτό, λέει ο Yu, ήταν η προσδοκία για αυξημένες κρατικές επενδύσεις.</p>
<h2><strong>Οι επενδυτές ποντάρουν στην άμυνα</strong></h2>
<p>Τον Μάρτιο, το<strong> CDU/CSU</strong>, το <strong>SPD</strong> και οι <strong>Πράσινοι</strong>, με τις ψήφους της προηγούμενης <strong>Bundestag</strong>, χαλάρωσαν το φρένο χρέους. Η απόφασή τους να δημιουργήσουν ένα <strong>ειδικό ταμείο για υποδομές</strong> ύψους 500 δισεκατομμυρίων ευρώ και να εισαγάγουν τη δυνατότητα απεριόριστων επενδύσεων στην άμυνα σηματοδότησε μια καμπή από την οπτική γωνία πολλών επενδυτών.</p>
<p>Όταν ο Μερτς ανέλαβε επίσημα τα καθήκοντά του ως Καγκελάριος στις αρχές Μαΐου, αυτοί οι παράγοντες που οδήγησαν τις γερμανικές μετοχές είχαν ήδη τεθεί σε ισχύ, σύμφωνα με τον Yu. Οι <strong>θεσμικοί επενδυτές</strong> είχαν προσπαθήσει να διαφοροποιήσουν τα <strong>χαρτοφυλάκιά</strong> τους και να στοιχηματίσουν σε <strong>υψηλότερες αμυντικές δαπάνες</strong> στη Γερμανία.</p>
<p>«Οι γερμανικές μετοχές κατέγραψαν<strong> ιδιαίτερα ισχυρές εισροές τους πρώτους μήνες του περασμένου έτους</strong>, ενώ οι <strong>ευρωπαϊκές μετοχές</strong> κατέγραψαν ακόμη και <strong>εκροές</strong> », λέει ο στρατηγικός αναλυτής της BNY. Στους πελάτες της εταιρείας του περιλαμβάνονται μακροπρόθεσμοι επενδυτές, όπως διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων, η πλειονότητα των οποίων εδρεύει στη <strong>Βόρεια Αμερική</strong>.</p>
<p>Η <strong>αρχική αύξηση</strong> του <strong>επενδυτικού ενδιαφέροντος</strong> αποδείχθηκε <strong>μη βιώσιμη</strong>: Σύμφωνα με τα στοιχεία της BNY, σημαντικές εκροές κεφαλαίων από τις γερμανικές μετοχές σημειώθηκαν ξανά κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο. «Η αγορά εξακολουθούσε να επεξεργάζεται τις επιπτώσεις των <strong>εμπορικών δασμών</strong> εκείνη την εποχή», εξηγεί ο Yu. Οι επενδυτές έτειναν να ενδιαφέρονται περισσότερο για τον αμερικανικό τεχνολογικό τομέα και ενδέχεται να αποκόμισαν <strong>κέρδη</strong> στη γερμανική αγορά.</p>
<h2><strong>Η έλλειψη μεταρρυθμίσεων είναι άνευ σημασίας για τους επενδυτές</strong></h2>
<p>Ωστόσο, ο Yu έχει παρατηρήσει <strong>ανανεωμένο ενδιαφέρον για τις γερμανικές μετοχές</strong> εδώ και αρκετούς μήνες. «Από το φθινόπωρο, οι επενδυτές έχουν γίνει πιο <strong>επιφυλακτικοί</strong> απέναντι στις <strong>μετοχές τεχνολογίας </strong>και <strong>λογισμικού</strong>», λέει. «Ως αποτέλεσμα, έχουμε δει ανανεωμένες εισροές σε γερμανικές μετοχές τους τελευταίους μήνες». Τα <strong>υψηλά επίπεδα επενδύσεων</strong> στην <strong>άμυνα</strong> παραμένουν επίσης ένας βασικός παράγοντας. Σύμφωνα με τον Yu, το ενδιαφέρον των επενδυτών για γερμανικές και ευρωπαϊκές μετοχές έχει πρόσφατα επικεντρωθεί σε ορισμένους τομείς, ιδίως στην άμυνα. Άλλοι τομείς, όπως οι μετοχές της <strong>αυτοκινητοβιομηχανίας</strong>, δεν έχουν επωφεληθεί.</p>
<p>Μια έρευνα της <strong>Bank of America</strong> μεταξύ Ευρωπαίων διαχειριστών κεφαλαίων <strong>επιβεβαιώνει αυτή την τάση</strong>: στα μέσα Απριλίου, οι μισοί από τους ερωτηθέντες ανέφεραν τις <strong>γερμανικές κρατικές δαπάνες</strong> ως τον σημαντικότερο μοχλό ανάπτυξης για την Ευρώπη. Σύμφωνα με έρευνα του αμερικανικού διαχειριστή κεφαλαίων <strong>Nuveen</strong>, πολλοί θεσμικοί επενδυτές παγκοσμίως αύξησαν την έκθεσή τους στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους.</p>
<p>Παρά τη σφοδρή κριτική προς την κυβέρνηση για την αποτυχία υλοποίησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που είχε εξαγγείλει, το ενδιαφέρον των επενδυτών έχει ενισχυθεί ξανά τους τελευταίους μήνες. Ο <strong>Νίκλας Γκάρναντ</strong>, οικονομολόγος της αμερικανικής τράπεζας <strong>Goldman Sachs</strong>, σημειώνει σε πρόσφατη ανάλυσή του: «Παρότι η δημοσιονομική επέκταση στη Γερμανία εξελίσσεται βάσει σχεδίου, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις προχωρούν με αργούς ρυθμούς».</p>
<p>Η <strong>Σόνια Μάρτεν, επικεφαλής οικονομολόγος της DZ Bank</strong>, σχολίασε την Τρίτη ότι «ο καγκελάριος, ο οποίος είχε παρουσιαστεί ως μεταρρυθμιστής, μέχρι στιγμής έχει προσφέρει απογοητευτικά λίγα».</p>
<p>Την ίδια ώρα, ο <strong>Στέφαν Χουπς</strong>, επικεφαλής του γερμανικού επενδυτικού οίκου <strong>DWS</strong>, διαπιστώνει ότι το ενδιαφέρον των διεθνών επενδυτών για την Ευρώπη παραμένει «ισχυρό και διαρκές». Όπως ανέφερε πριν από λίγες ημέρες σε αναλυτές, ούτε οι γεωπολιτικές αναταράξεις των αρχών του έτους κατάφεραν να ανακόψουν αυτή τη δυναμική.</p>
<p>Ακόμη και στην <strong>αγορά συναλλάγματος</strong>, τα επενδυτικά σχέδια της γερμανικής κυβέρνησης είχαν <strong>αντίκτυπο</strong>: σύμφωνα με τον Γιου, <strong>ενίσχυσαν το ενδιαφέρον για το ευρώ</strong>. «Με την προσδοκία για περισσότερες<strong> κρατικές επενδύσεις</strong> στην Ευρώπη, κυρίως στη Γερμανία, αλλά και με την αναζήτηση εναλλακτικών απέναντι στο <strong>δολάριο</strong>, οι τοποθετήσεις σε ευρώ κατέγραψαν ισχυρές εισροές», σημειώνει.</p>
<p>Ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο, <strong>οι πολιτικές εξελίξεις δεν ήταν ο μοναδικός λόγος για την ενίσχυση του κοινού νομίσματος</strong>. Πολλοί πελάτες είχαν προηγουμένως «υποσταθμίσει μαζικά» το ευρώ στα χαρτοφυλάκιά τους, γεγονός που <strong>ενίσχυσε περαιτέρω τις εισροές στις αρχές του 2025</strong>. «Αυτή η υποστάθμιση εξαφανίστηκε μέσα σε λίγους μήνες έως την άνοιξη του 2025», ανέφερε, προσθέτοντας ότι μέχρι την έναρξη του πολέμου με το Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, το επενδυτικό ενδιαφέρον για το ευρώ παρέμενε σταθερό.</p>
<h2><strong>Οι πελάτες της BNY αγοράζουν γερμανικά κρατικά ομόλογα</strong></h2>
<p>Ιδιαίτερα <strong>αυξημένη</strong> εμφανίστηκε το τελευταίο διάστημα και <strong>η ζήτηση για γερμανικά κρατικά ομόλογα από πελάτες της BNY</strong>. Για τη<strong> γερμανική κυβέρνηση</strong> αυτό θεωρείται <strong>κρίσιμο</strong>, καθώς σύμφωνα με τη χρηματοδοτική υπηρεσία του Δημοσίου, <strong>η χώρα θα χρειαστεί να αντλήσει φέτος πάνω από 500 δισ. ευρώ από τις αγορές κεφαλαίου</strong> —<strong> ποσό-ρεκόρ</strong> στην ιστορία της.</p>
<p>«Η Γερμανία, παρά τις αυξημένες δαπάνες για άμυνα και υποδομές, εξακολουθεί να διαθέτει <strong>εξαιρετική πιστοληπτική αξιολόγηση</strong> και μπορεί να δανειστεί σημαντικά περισσότερα κεφάλαια», δήλωσε ο Γιου. <strong>«Η ζήτηση από τους επενδυτές υπάρχει».</strong></p>
<p>Από την ανάληψη της καγκελαρίας από τον Φρίντριχ Μερτς, οι <strong>αποδόσεις των δεκαετών γερμανικών ομολόγων</strong> έχουν <strong>αυξηθεί αισθητά</strong>, από περίπου <strong>2,5% σε πάνω από 3%</strong>. Η κρίση στα <strong>Στενά του Ορμούζ</strong>, με τον αποκλεισμό από το <strong>Ιράν</strong> και τις <strong>Ηνωμένες Πολιτείες</strong>, αλλά και οι ανησυχίες για<strong> νέες πληθωριστικές πιέσεις</strong>, ώθησαν πρόσφατα ακόμη υψηλότερα τις <strong>αποδόσεις</strong>.</p>
<p>Ο Γιου επισημαίνει επίσης ότι οι<strong> εισροές σε γερμανικά κρατικά ομόλογα</strong> κατά τον πρώτο χρόνο της καγκελαρίας Μερτς ήταν υψηλότερες σε σχέση με την περίοδο της προηγούμενης κυβέρνησης συνασπισμού. Μέρος της αυξημένης ζήτησης αποδίδεται στο γεγονός ότι <strong>οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων γερμανικών ομολόγων βρίσκονται πλέον σημαντικά υψηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα στα τέλη του 2021</strong>, όταν ανέλαβε η τότε κυβέρνηση.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/08/w29-125709w25211120w1680555w06135028w0882737w27143246w1795709w12233037germanflagw1092458w22150439w15153719germany.jpg?fit=702%2C395&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/08/w29-125709w25211120w1680555w06135028w0882737w27143246w1795709w12233037germanflagw1092458w22150439w15153719germany.jpg?fit=702%2C395&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Handelsblatt: Οι «εκλεκτοί» των αναλυτών μέσα στην καταιγίδα</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/handelsblatt-oi-eklektoi-ton-analyton-mesa-sti/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[xtzaferis]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 24 Apr 2026 11:00:24 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Αγορά]]></category>
		<category><![CDATA[Handelsblatt]]></category>
		<category><![CDATA[μετοχές]]></category>
		<category><![CDATA[χρηματιστήρια]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=212285</guid>

					<description><![CDATA[Το ΔΝΤ μείωσε την πρόβλεψή του για την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη στο 3,1% την περασμένη εβδομάδα. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ επηρεάζουν αρνητικά το παγκόσμιο εμπόριο βασικών προϊόντων. Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ υποφέρουν από την αύξηση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Δεδομένου του ασθενέστερου παγκόσμιου εμπορίου, είναι πιθανό να γίνει ολοένα και πιο δύσκολο [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Το <strong>ΔΝΤ</strong> μείωσε την πρόβλεψή του για την <strong>παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη στο 3,1%</strong> την περασμένη εβδομάδα. Ο πόλεμος στη<strong> Μέση Ανατολή</strong> και ο αποκλεισμός των <strong>Στενών του Ορμούζ</strong> επηρεάζουν αρνητικά το <strong>παγκόσμιο εμπόριο βασικών προϊόντων</strong>. Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ υποφέρουν από την αύξηση των <strong>τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου</strong>. Δεδομένου του ασθενέστερου παγκόσμιου εμπορίου, είναι πιθανό να γίνει ολοένα και πιο δύσκολο για τις εισηγμένες εταιρείες στους κύριους χρηματιστηριακούς δείκτες της <strong>Ευρώπης</strong> και στη <strong>Wall Street</strong> να ανταποκριθούν στις <strong>φιλόδοξες προσδοκίες κερδών</strong>.</p>
<p>Μεταξύ των 190 εταιρειών του γερμανικού δείκτη Dax, στον Stoxx 50 Europe, στον Dow Jones και μεταξύ των 50 μεγαλύτερων εταιρειών με βάση την κεφαλαιοποίηση στον S&amp;P 500, <strong>μόλις 11 εταιρείες έχουν δει τις προβλέψεις κερδών τους να αυξάνονται κατά μέσο όρο τουλάχιστον 12% από διεθνείς αναλυτές από την αρχή του έτους</strong>, σύμφωνα με υπολογισμούς του <strong>Handelsblatt Research Institute (HRI).</strong></p>
<h2><strong>Micron: Η πρόβλεψη κερδών για το 2026 σχεδόν διπλασιάστηκε από τον Ιανουάριο</strong></h2>
<p>Η υψηλή ζήτηση και οι επακόλουθες απότομες αυξήσεις τιμών για τα τσιπ μνήμης οδηγούν σε αύξηση των κερδών για τον ειδικό στους ημιαγωγούς: Μετά τα κέρδη προ φόρων και τόκων (EBIT) ύψους 9,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων πέρυσι, οι αναλυτές προβλέπουν πλέον κατά μέσο όρο 76 δισεκατομμύρια δολάρια για το τρέχον έτος. Αυτό αντιπροσωπεύει αύξηση 95% στην πρόβλεψη κερδών για το 2026 από τις αρχές Ιανουαρίου. Η Micron τριπλασίασε τα έσοδά της το τελευταίο τρίμηνο. Τα έσοδα αυξήθηκαν και τα κέρδη επταπλασιάστηκαν. Έτσι, η εταιρεία ξεπέρασε σημαντικά τις προσδοκίες της αγοράς.</p>
<p>Η <strong>τιμή της μετοχής έχει εξαπλασιαστεί τα τελευταία τρία χρόνια</strong>. Με 47 συστάσεις «αγοράς», πέντε «hold» και καμία για «πώληση», η μετοχή λαμβάνει την καλύτερη βαθμολογία από αναλυτές μεταξύ των 11 μετοχών που παρουσιάζει η Handelsblatt.</p>
<h2><strong>Πέντε μετοχές πετρελαίου με προβλέψεις για απότομη άνοδο</strong></h2>
<p>Aπό τις αρχές του έτους, οι αναλυτές έχουν αναθεωρήσει τις εκτιμήσεις τους για τα κέρδη των πετρελαϊκών εταιρειών <strong>Chevron</strong>,<strong> Exxon Mobil, Shell, BP </strong>και <strong>Total Energies</strong>. Η Exxon σημείωσε τη μικρότερη αύξηση στο 24%, ενώ η Chevron σημείωσε τη μεγαλύτερη στο 43%. Για τις τρεις ευρωπαϊκές εταιρείες (Shell, BP, Total), η πρόβλεψη για τα λειτουργικά κέρδη για το οικονομικό έτος 2026 <strong>αναμένεται να αυξηθεί κατά 36 έως 40%.</strong></p>
<p>Οι εκτιμήσεις για τα κέρδη αυξάνονται αυτή τη στιγμή με ταχύτερους ρυθμούς από οποιονδήποτε άλλο τομέα. Ο λόγος είναι ο πόλεμος στο <strong>Ιράν</strong> , καθώς το <strong>πετρέλαιο</strong> και το<strong> φυσικό αέριο</strong> δεν μπορούν να μεταφερθούν εκτός της περιοχής. Ένα βαρέλι αργού πετρελαίου Brent– δηλαδή 159 λίτρα – κοστίζει σήμερα κοντά στα 100 δολάρια – 55% περισσότερο από ό,τι στην αρχή του έτους.</p>
<p>Η αμερικανική επενδυτική τράπεζα <strong>Jefferies</strong> υπολόγισε πρόσφατα ότι η υψηλότερη τιμή του πετρελαίου θα πρέπει να αποφέρει στους Αμερικανούς παραγωγούς <strong>επιπλέον κέρδη ύψους πέντε δισεκατομμυρίων δολαρίων μόνο τον Απρίλιο</strong>. Εάν η τιμή του πετρελαίου διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στα 100 δολάρια μέχρι το τέλος του έτους – όπως έγινε την περασμένη εβδομάδα – η εταιρεία αναλύσεων <strong>Rystad</strong> <strong>Energy</strong> εκτιμά το <strong>συνολικό πρόσθετο κέρδος για τους Αμερικανούς παραγωγούς πετρελαίου </strong>στα <strong>63 δισεκατομμύρια δολάρια.</strong></p>
<h2><strong>Applied Materials: Η υψηλή αποτίμηση την καθιστά ευάλωτη</strong></h2>
<p>Ο προμηθευτής εξοπλισμού παραγωγής, λογισμικού και υπηρεσιών για την κατασκευή <strong>ημιαγωγών</strong>, οθονών και ηλιακών κυψελών εξέπληξε αρνητικά, με μια μικρή μείωση εσόδων κατά 2% το τελευταίο τρίμηνο. Ωστόσο, η<strong> Applied Materials προβλέπει και πάλι ανάπτυξη για το δεύτερο τρίμηνο</strong> χάρη στον ακμάζοντα τομέα τεχνολογίας ημιαγωγών.</p>
<p>Η εμπορική σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας επηρέασε τις επιχειρήσεις κατά το πρώτο τρίμηνο. Η Applied σημείωσε ότι οι νέοι κανόνες εξαγωγών των ΗΠΑ για τις αποστολές προς την Κίνα θα μπορούσαν να μειώσουν τα έσοδα για ολόκληρο το έτος κατά περίπου 600 εκατομμύρια δολάρια. Το 2025, η εταιρεία είχε συνολικά έσοδα 28,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με περίπου το 30% να προέρχεται από την Κίνα και ένα άλλο 25% από την Ταϊβάν. Μετά από λειτουργικά κέρδη 8,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων, οι αναλυτές αναμένουν κατά μέσο όρο 9,8 δισεκατομμύρια δολάρια φέτος. Οι εκτιμήσεις έχουν αυξηθεί κατά 14% από τον Ιανουάριο.</p>
<p>Με λόγο P/E 32 βάσει των προβλεπόμενων κερδών,<strong> η μετοχή αποτιμάται στο διπλάσιο του δεκαετούς μέσου όρου της</strong>. Αυτό καθιστά την <strong>μετοχή ευάλωτη σε οπισθοδρομήσεις,</strong> σημειώνει η Handelsblatt.</p>
<h2><strong>Morgan Stanley: Η μέτρια αποτίμηση κρύβει παγίδες</strong></h2>
<p>Η αμερικανική επενδυτική τράπεζα επωφελήθηκε το πρώτο τρίμηνο από την άνθηση των δραστηριοτήτων συγχωνεύσεων και εξαγορών και την αύξηση των συναλλαγών σε τίτλους. Τα <strong>καθαρά κέρδη αυξήθηκαν</strong> σχεδόν κατά το ένα τρίτο στα 5,6 δισεκατομμύρια δολάρια.</p>
<p>Μετά από σχεδόν 22 δισεκατομμύρια δολάρια σε κέρδη προ φόρων και τόκων πέρυσι, οι αναλυτές προβλέπουν τώρα κατά μέσο όρο 22,1 δισεκατομμύρια δολάρια για το τρέχον έτος. Αρχικά αναμενόταν ζημία, αλλά οι προβλέψεις έχουν αυξηθεί κατά 12% από τον Ιανουάριο.</p>
<p>Με δείκτη P/E 15,6, η μετοχή αποτιμάται περίπου κατά ένα τρίτο χαμηλότερα από τον συνολικό δείκτη S&amp;P 500. Ταυτόχρονα, η αποτίμηση της Morgan Stanley είναι 30% πάνω από τον μέσο όρο των τελευταίων 10 ετών.</p>
<p>Αυτό εξακολουθεί να <strong>αντικατοπτρίζει τις επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008/09</strong>. Οι τραπεζικές μετοχές ήταν υποτιμημένες για μεγάλο χρονικό διάστημα, επειδή ο τομέας δεν ήταν δημοφιλής στους επενδυτές μετά την απότομη πτώση των τιμών των μετοχών.</p>
<p>Αυτό το μειονέκτημα έχει μειωθεί εδώ και αρκετά χρόνια, επειδή οι τράπεζες καυχιούνται για ισχυρή αύξηση κερδών και οι μετοχές τους προσφέρουν <strong>αξιόπιστα υψηλότερα μερίσματα</strong>. Η Morgan Stanley καταβάλλει<strong> ετήσιο μέρισμα τεσσάρων δολαρίων</strong>. Αυτό μεταφράζεται σε μερισματική απόδοση 2,2%. Η πληρωμή έχει αυξηθεί κατά ένα δολάριο μέσα σε τρία χρόνια.</p>
<h2><strong>Palantir: Εξάρτηση από την κυβέρνηση των ΗΠΑ</strong></h2>
<p>Η αμερικανική εταιρεία λογισμικού ειδικεύεται στην ανάλυση μεγάλων συνόλων δεδομένων. Όπως και η Micron, η Palantir <strong>αναπτύσσεται</strong> <strong>ραγδαία</strong>: Η εταιρεία είχε κέρδη 1,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων προ φόρων και τόκων (EBIT) πέρυσι, σε σύγκριση με 310 εκατομμύρια δολάρια το προηγούμενο έτος. Οι αναλυτές προβλέπουν κατά μέσο όρο 4,2 δισεκατομμύρια δολάρια για το τρέχον έτος. Η πρόβλεψη αυτή έχει αυξηθεί κατά 36% από τον Ιανουάριο.</p>
<p>Με λόγο P/E 91,8, <strong>η μετοχή είναι εξαιρετικά υπερτιμημένη</strong>. Ωστόσο, <strong>ο ιστορικός μέσος όρος είναι ακόμη υψηλότερος, στα 109</strong>.</p>
<p>Η Palantir παράγει περισσότερα από τα τρία τέταρτα των εσόδων της στις ΗΠΑ. Ο<strong> μεγαλύτερος πελάτης της είναι η κυβέρνηση των ΗΠΑ</strong>.</p>
<h2><strong>Rio Tinto: Ο παγκόσμιος ηγέτης της αγοράς επεκτείνει το χαρτοφυλάκιό του</strong></h2>
<p>Η βασική δραστηριότητα είναι η <strong>εξόρυξη σιδηρομεταλλεύματος</strong>, η οποία συνεισφέρει σχεδόν το ήμισυ των συνολικών εσόδων. Η Rio Tinto σχεδιάζει να επικεντρωθεί περισσότερο στον <strong>χαλκό</strong> και το <strong>λίθιο</strong> τα επόμενα χρόνια, προκειμένου να επωφεληθεί περισσότερο από την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της ηλεκτροκίνησης.</p>
<p>Μόλις το γιγαντιαίο ορυχείο <strong>Oyu Tolgoi</strong> ξεκινήσει την κανονική παραγωγή, η Rio Tinto θα είναι μεταξύ των μεγαλύτερων παραγωγών χαλκού στον κόσμο. Η <strong>άνοδος των τιμών του χαλκού θα ενισχύσει σημαντικά τα κέρδη.</strong></p>
<p>Με την εξαγορά της <strong>Arcadium Lithium</strong> αξίας πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, η Rio Tinto εξασφαλίζει επίσης πρόσβαση σε λίθιο σε βιομηχανική κλίμακα και, ως εκ τούτου, είναι ένας από τους κορυφαίους προμηθευτές πρώτων υλών για μπαταρίες.</p>
<p>Μετά από σχεδόν 15 δισεκατομμύρια δολάρια σε κέρδη (EBIT) πέρυσι, οι αναλυτές προβλέπουν λίγο περισσότερα από 20 δισεκατομμύρια δολάρια για το τρέχον έτος. Η <strong>πρόβλεψη για τα κέρδη έχει αυξηθεί κατά 16% από τον Ιανουάριο. </strong>Με βάση τα προβλεπόμενα κέρδη, η μετοχή έχει <strong>μέτρια αποτίμηση</strong> με λόγο P/E μόνο 11,9, αλλά 18% υψηλότερο από τον δεκαετή μέσο όρο.</p>
<p>Ένας κίνδυνος είναι οι έντονες διακυμάνσεις στις τιμές των βασικών προϊόντων, οι οποίες οδηγούν σε εξίσου έντονες διακυμάνσεις στις τιμές των μετοχών, ιδίως σε περιόδους ασθενέστερης παγκόσμιας οικονομίας.</p>
<h2><strong>ASML: Η απότομη άνοδος της τιμής είναι ευάλωτη σε πιέσεις</strong></h2>
<p>Η αυξανόμενη ζήτηση για <strong>σύγχρονα τσιπ υπολογιστών με δυνατότητα τεχνητής νοημοσύνης</strong> βοήθησε τον κατασκευαστή συστημάτων λιθογραφίας για τη βιομηχανία ημιαγωγών να επιτύχει <strong>αύξηση εσόδων κατά 13% και αύξηση καθαρών κερδών κατά 17% στο πρώτο τρίμηνο</strong>.</p>
<p>Οι αναλυτές αναμένουν ότι τα κέρδη (EBIT) για ολόκληρο το έτος θα ανέλθουν κατά μέσο όρο σε 13,6 δισεκατομμύρια ευρώ, σε σύγκριση με 12 δισεκατομμύρια ευρώ πέρυσι. Οι <strong>εκτιμήσεις έχουν αυξηθεί κατά 16% από τον Ιανουάριο. </strong>Με λόγο P/E 40,<strong> η μετοχή έχει πολύ υψηλή αξία, 30% πάνω από τον δεκαετή μέσο όρο της</strong>. Η τιμή της έχει υπερδιπλασιαστεί τους τελευταίους δώδεκα μήνες. Αυτό καθιστά τη μετοχή ευάλωτη μόλις υποχωρήσει η άνθηση του κλάδου.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2026/02/1738856805579_prasinoi-deiktes-shutterstock.jpg.webp?fit=702%2C455&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2026/02/1738856805579_prasinoi-deiktes-shutterstock.jpg.webp?fit=702%2C455&#038;ssl=1" type="image/webp" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Handelsblatt: «Καλές πιθανότητες» για Πιερρακάκη στην προεδρία του Eurogroup</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/handelsblatt-kales-pithanotites-gia-pierrakak/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[xtzaferis]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 11 Dec 2025 07:00:29 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Οικονομία]]></category>
		<category><![CDATA[eurogroup]]></category>
		<category><![CDATA[Handelsblatt]]></category>
		<category><![CDATA[K. Πιερρακάκης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=203438</guid>

					<description><![CDATA[«Καλές πιθανότητες» να ηγηθεί του Eurogroup βλέπει για τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών η Handelsblatt, επισημαίνοντας ότι μετά την κρίση χρέους, «η εκλογή του θα έστελνε ένα ισχυρό μήνυμα». «Ο Πιερρακάκης παρουσιάζει στοιχεία που θα έκαναν πολλούς από τους συναδέλφους του να ζηλέψουν», υπογραμμίζει ο συντάκτης. «Ένας Έλληνας υπουργός Οικονομικών ως πρόεδρος του Eurogroup;» [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p data-start="141" data-end="480"><strong data-start="141" data-end="188">«Καλές πιθανότητες» να ηγηθεί του Eurogroup</strong> βλέπει για τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών η <strong data-start="249" data-end="265">Handelsblatt</strong>, επισημαίνοντας ότι μετά την κρίση χρέους, «η εκλογή του θα έστελνε ένα ισχυρό μήνυμα». «<strong data-start="355" data-end="452">Ο Πιερρακάκης παρουσιάζει στοιχεία που θα έκαναν πολλούς από τους συναδέλφους του να ζηλέψουν</strong>», υπογραμμίζει ο συντάκτης.</p>
<p data-start="482" data-end="1136"><strong data-start="482" data-end="548">«Ένας Έλληνας υπουργός Οικονομικών ως πρόεδρος του Eurogroup;»</strong> Μόλις πριν από δέκα χρόνια, αυτή η ιδέα θα ήταν αδιανόητη. Τότε, ο <strong data-start="616" data-end="637">Γιάνης Βαρουφάκης</strong> ηγείτο του υπουργείου Οικονομικών στην Αθήνα. Ο «ασταθής μαρξιστής», όπως αυτοαποκαλείτο, έφερε τη χώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας με τη συγκρουσιακή του προσέγγιση απέναντι στους διεθνείς δανειστές. Ο <strong data-start="840" data-end="862">Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ</strong>, πρώην πρόεδρος του Eurogroup, σχολίασε: «<strong data-start="905" data-end="1027">Ο Βαρουφάκης είναι ο υπουργός Οικονομικών μιας χώρας με μεγάλα προβλήματα. Αλλά δεν δίνει την εντύπωση ότι το γνωρίζει</strong>».<br data-start="1029" data-end="1032" />Σήμερα το υπουργείο Οικονομικών διευθύνεται από κάποιον τελείως διαφορετικό: τον <strong data-start="1113" data-end="1135">Κυριάκο Πιερρακάκη</strong>.</p>
<p data-start="1138" data-end="1639">Στο δημοσίευμα φιλοξενούνται δηλώσεις του αντιπροέδρου της κυβέρνησης <strong data-start="1208" data-end="1227">Κωστή Χατζηδάκη</strong>, ο οποίος αναφέρει ότι η υποψηφιότητα Πιερρακάκη αποτελεί «<strong data-start="1287" data-end="1376">απόδειξη ότι η Ελλάδα εφαρμόζει επιτυχημένες οικονομικές και δημοσιονομικές πολιτικές</strong>». Παράλληλα, η γενική διευθύντρια του ΕΛΙΑΜΕΠ <strong data-start="1423" data-end="1440">Ελένη Λαζάρου</strong> σημειώνει ότι η κατάληψη της προεδρίας του Eurogroup από Έλληνα υπουργό θα έστελνε «<strong data-start="1525" data-end="1576">ισχυρό μήνυμα πολιτικής σύγκλισης στην Ευρωζώνη</strong>», σε μια περίοδο όπου τα σημάδια της κρίσης χρέους παραμένουν.</p>
<p data-start="1641" data-end="2352"><strong data-start="1641" data-end="1708">Η Handelsblatt καταγράφει τα οικονομικά επιτεύγματα της Ελλάδας</strong>:<br data-start="1709" data-end="1712" />Η χώρα, κάποτε πρωτοπόρος στο έλλειμμα, πέτυχε <strong data-start="1759" data-end="1795">πλεόνασμα προϋπολογισμού το 2024</strong>, όντας ένα από τα μόλις έξι κράτη-μέλη της ΕΕ που το κατάφεραν. Η οικονομική ανάπτυξη τα τελευταία τέσσερα χρόνια ήταν <strong data-start="1915" data-end="1958">σχεδόν διπλάσια από τον μέσο όρο της ΕΕ</strong>.<br data-start="1959" data-end="1962" />Παράλληλα, η Ελλάδα <strong data-start="1982" data-end="2041">μειώνει το χρέος της ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα</strong>, με πτώση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά <strong data-start="2083" data-end="2109">62 μονάδες από το 2020</strong>, ενώ προχώρησε και σε <strong data-start="2132" data-end="2168">πρόωρη αποπληρωμή 5,29 δισ. ευρώ</strong> από διμερή δάνεια της Ευρωζώνης.<br data-start="2201" data-end="2204" />Αυτή η διαχείριση ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να <strong data-start="2288" data-end="2351">δανείζεται φθηνότερα ακόμη και από τη Γαλλία και την Ιταλία</strong>.</p>
<p data-start="2354" data-end="2949">Ο συντάκτης σκιαγραφεί αναλυτικά το προφίλ του Πιερρακάκη, τονίζοντας ότι το ακαδημαϊκό και επαγγελματικό του υπόβαθρο ευθυγραμμίζεται με το τεχνοκρατικό ύφος που προτιμά ο πρωθυπουργός <strong data-start="2540" data-end="2563">Κυριάκος Μητσοτάκης</strong>.<br data-start="2564" data-end="2567" />Ο Πιερρακάκης υπήρξε μέλος της ελληνικής διαπραγματευτικής ομάδας με την <strong data-start="2640" data-end="2650">Τρόικα</strong>, ενώ το 2019 ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο της Ψηφιακής Διακυβέρνησης, δημιουργώντας την πλατφόρμα <strong data-start="2744" data-end="2754">gov.gr</strong> με περισσότερες από <strong data-start="2775" data-end="2803">2.500 ψηφιακές υπηρεσίες</strong>.<br data-start="2804" data-end="2807" />Κατά την πανδημία, η ψηφιακή πύλη αποτέλεσε εργαλείο για την επιτυχημένη εκστρατεία εμβολιασμού και την ταχεία έκδοση ψηφιακών πιστοποιητικών.</p>
<p data-start="2951" data-end="3197">Σήμερα, στο υπουργείο Οικονομικών, ο Πιερρακάκης «<strong data-start="3001" data-end="3041">αποκομίζει τα οφέλη της ψηφιοποίησης</strong>», με την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών να αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην <strong data-start="3121" data-end="3196">καταπολέμηση της φοροδιαφυγής με ψηφιακά εργαλεία και τεχνητή νοημοσύνη</strong>.</p>
<p data-start="3199" data-end="3289">Στην αίτησή του για την προεδρία του Eurogroup διατυπώνει τέσσερις βασικές προτεραιότητες:</p>
<ol data-start="3291" data-end="3724">
<li data-start="3291" data-end="3396">
<p data-start="3294" data-end="3396"><strong data-start="3294" data-end="3328">Ένωση Λιτότητας και Επενδύσεων</strong>: βαθύτερη χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση για κινητοποίηση κεφαλαίων.</p>
</li>
<li data-start="3397" data-end="3483">
<p data-start="3400" data-end="3483"><strong data-start="3400" data-end="3433">Ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς</strong>: ως ο ισχυρότερος μοχλός ανάπτυξης στην Ευρώπη.</p>
</li>
<li data-start="3484" data-end="3638">
<p data-start="3487" data-end="3638"><strong data-start="3487" data-end="3503">Ψηφιακό ευρώ</strong>: ενίσχυση εμπιστοσύνης στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα και διατήρηση ηγετικού ρόλου σε ασφαλείς, διαλειτουργικές τεχνολογίες.</p>
</li>
<li data-start="3639" data-end="3724">
<p data-start="3642" data-end="3724"><strong data-start="3642" data-end="3681">Αντιμετώπιση διαρθρωτικών ζητημάτων</strong>: σταθερότητα, δημογραφικά, παραγωγικότητα.</p>
</li>
</ol>
<p data-start="3726" data-end="4051">Ο συντάκτης καταλήγει ότι ο <strong data-start="3754" data-end="3821">42χρονος Πιερρακάκης διαθέτει ισχυρό μεταρρυθμιστικό απολογισμό</strong>, ωστόσο ο αντίπαλός του, ο <strong data-start="3849" data-end="3880">Βέλγος Βίνσεντ Φαν Πέτεγκεμ</strong>, υπερτερεί σε εμπειρία ως πενταετές μέλος του Eurogroup, σε αντίθεση με τους μόλις εννέα μήνες συμμετοχής του Έλληνα υπουργού. Η έκβαση της εκλογής παραμένει <strong data-start="4039" data-end="4050">ανοιχτή</strong>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/09/pierrakakis-3.jpg?fit=702%2C448&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/09/pierrakakis-3.jpg?fit=702%2C448&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Handelsblatt για Πιερρακάκη: Περιζήτητος σύμβουλος για μεταρρυθμίσεις</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/handelsblatt-gia-pierrakaki-perizititos-symvoy/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[xtzaferis]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 27 Nov 2025 08:30:17 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Οικονομία]]></category>
		<category><![CDATA[Handelsblatt]]></category>
		<category><![CDATA[K. Πιερρακάκης]]></category>
		<category><![CDATA[Γερμανία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=202385</guid>

					<description><![CDATA[Ως «περιζήτητο σύμβουλο για μεταρρυθμίσεις» περιγράφει τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη η εφημερίδα Handelsblatt, σε δημοσίευμά της σχετικά με την πρόσφατη επίσκεψη του υπουργού στο Βερολίνο, ενώ αναφέρεται σε «μαθήματα που μπορεί να πάρει η Γερμανία από την Ελλάδα». «Κανένας Έλληνας υπουργός Οικονομικών δεν έχει γίνει πιθανότατα ποτέ δεκτός στο Βερολίνο όπως [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p data-start="103" data-end="413">Ως «περιζήτητο σύμβουλο για μεταρρυθμίσεις» περιγράφει τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών <strong data-start="205" data-end="227">Κυριάκο Πιερρακάκη</strong> η εφημερίδα <strong data-start="240" data-end="256">Handelsblatt</strong>, σε δημοσίευμά της σχετικά με την πρόσφατη επίσκεψη του υπουργού στο Βερολίνο, ενώ αναφέρεται σε «μαθήματα που μπορεί να πάρει η Γερμανία από την Ελλάδα».</p>
<p data-start="415" data-end="806">«Κανένας Έλληνας υπουργός Οικονομικών δεν έχει γίνει πιθανότατα ποτέ δεκτός στο Βερολίνο όπως ο Κυριάκος Πιερρακάκης. Το βράδυ της Δευτέρας, μετά από πρόσκληση του Πανεπιστημίου Hertie, μίλησε για τις μεταρρυθμιστικές επιτυχίες της χώρας του. Τον υποδέχτηκαν λέγοντας, “Η Γερμανία μπορεί να μάθει πολλά από την Ελλάδα”. Οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί», γράφει η γερμανική οικονομική εφημερίδα.</p>
<p data-start="808" data-end="1315"><strong data-start="808" data-end="861">Η Ελλάδα ως πρότυπο μεταρρύθμισης για τη Γερμανία</strong><br data-start="861" data-end="864" />Ο Κυριάκος Πιερρακάκης «ήταν πολύ μακριά από αυτό αυτή τη φορά», συνεχίζει η Handelsblatt: «Συνομίλησε με τον υπουργό Οικονομικών <strong data-start="994" data-end="1014">Λαρς Κλινγκμπάιλ</strong> (SPD) σχετικά με τα περαιτέρω βήματα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση Κεφαλαιαγορών και με τον υπουργό Ψηφιακού Μετασχηματισμού <strong data-start="1135" data-end="1160">Κάρστεν Βίλντμπεργκερ</strong> (CDU) σχετικά με τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, τον οποίο ο κ. Πιερρακάκης είχε προωθήσει με επιτυχία στην Ελλάδα στον προηγούμενο ρόλο του».</p>
<p data-start="1317" data-end="1437">Στο Βερολίνο, αναφέρει χαρακτηριστικά ο συντάκτης, ο Έλληνας πολιτικός «δεν είναι ικέτης, αλλά περιζήτητος σύμβουλος».</p>
<p data-start="1439" data-end="1766">Ο υπουργός παραμένει διπλωματικά επιφυλακτικός: «Δεν θα μιλούσα για πρότυπο, αλλά μάλλον για έμπνευση. Αυτό που χρειάζεται η Βάδη-Βυρτεμβέργη δεν λειτουργεί απαραιτήτως στην Πελοπόννησο». Προσθέτει ότι πρέπει να τακτοποιηθούν τα δημοσιονομικά, να διασφαλιστεί η ανάπτυξη και να παραμείνουν ανταγωνιστικά τα κράτη-μέλη της ΕΕ.</p>
<p data-start="1768" data-end="2193"><strong data-start="1768" data-end="1822">Επιτυχίες της Ελλάδας και συγκριτικά πλεονεκτήματα</strong><br data-start="1822" data-end="1825" />«Η Ελλάδα έχει επί του παρόντος καλύτερες επιδόσεις από τη Γερμανία σε ορισμένους από αυτούς τους τομείς», σημειώνει η Handelsblatt. Το ΔΝΤ αναμένει ανάπτυξη 2% για τη χώρα, ενώ για τη Γερμανία προβλέπεται μόνο 0,2% και 0,9% αντίστοιχα. Ο Κ. Πιερρακάκης αναμένεται να πετύχει πλεόνασμα προϋπολογισμού, ενώ ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας συσσωρεύει χρέος-ρεκόρ.</p>
<p data-start="2195" data-end="2678"><strong data-start="2195" data-end="2253">Χώρα – πρότυπο στην ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης</strong><br data-start="2253" data-end="2256" />Η Ελλάδα αποτελεί πλέον έμπνευση για την Ευρώπη, με την οικονομία να αναπτύσσεται δυναμικά και τον κρατικό προϋπολογισμό να είναι πλεονασματικός. Η χώρα διαθέτει πάνω από 2.200 ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες μέσω της πλατφόρμας <strong data-start="2481" data-end="2491">Gov.gr</strong>, η οποία βασίζεται σε τεχνητή νοημοσύνη. Σύμφωνα με έρευνες, η εισαγωγή της πλατφόρμας είναι η δεύτερη πιο δημοφιλής μεταρρύθμιση στην ελληνική ιστορία, μετά το δημόσιο σύστημα υγείας.</p>
<p data-start="2680" data-end="2840">Ο Κλάους Ρέγκλινγκ, πρώην επικεφαλής του ESM, υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα πέτυχε σημαντικές αλλαγές, παρά τις αρχικές δυσκολίες και τις επώδυνες μεταρρυθμίσεις.</p>
<p data-start="2842" data-end="3085"><strong data-start="2842" data-end="2877">Μαθήματα από την ελληνική κρίση</strong><br data-start="2877" data-end="2880" />Ο Κ. Πιερρακάκης τονίζει ότι η Ελλάδα δεν μετακυλίει πλέον τα βάρη και τα χρέη στην επόμενη γενιά. Η εμπειρία της χώρας δείχνει ότι «αν δεν ληφθούν τα σωστά πολιτικά μέτρα, δεν θα υπάρξει ποτέ ανάκαμψη».</p>
<p data-start="3087" data-end="3411">Η πρόσφατη φορολογική μεταρρύθμιση αναμένεται να προσθέσει 0,6 ποσοστιαίες μονάδες στην ανάπτυξη 2,4% για το επόμενο έτος. Από το 2019, το επίπεδο εισοδήματος της Ελλάδας αυξήθηκε από το 62% στο 70% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, με περαιτέρω μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις και ενίσχυση εξαγωγών να αποτελούν βασική προτεραιότητα.</p>
<p data-start="3413" data-end="3621">Σχετικά με τη Γερμανία, ο κ. Πιερρακάκης επισημαίνει ότι η χώρα διαθέτει ισχυρή οικονομία και δυναμισμό, ενώ εκφράζει πεποίθηση ότι η κυβέρνηση του καγκελάριου Μερτς θα το επιδείξει και στην πολιτική σκηνή.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/11/pierakakis-euro-xrm.webp?fit=702%2C394&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/11/pierakakis-euro-xrm.webp?fit=702%2C394&#038;ssl=1" type="image/webp" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Handelsblatt: Το στοίχημα της Ελλάδας είναι να προσελκύσει περισσότερους Κινέζους, Ινδούς και Αμερικανούς τουρίστες</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/handelsblatt-to-stoixima-tis-elladas-einai-na-pro/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[panos12]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 06 Jun 2025 06:30:44 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Τουρισμός]]></category>
		<category><![CDATA[Handelsblatt]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=191211</guid>

					<description><![CDATA[Για το ενδεχόμενο άνοιγμα της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας προς τους Ινδούς, Κινέζους και Αμερικανούς παραθεριστές γράφει η οικονομική επιθεώρηση Handelsblatt. «Περίπου τα τρία τέταρτα των παραθεριστών από το εξωτερικό πέρυσι ήταν από κράτη-μέλη της ΕΕ και τη Μεγάλη Βρετανία. Όμως η μεγάλη αναπτυξιακή δυναμική, σύμφωνα με τους ειδικούς του κλάδου, δεν βρίσκεται πλέον σε αυτές τις παραδοσιακές αγορές, μεταξύ άλλων λόγω της αδύναμης οικονομικής δραστηριότητας [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Για το ενδεχόμενο άνοιγμα της <strong>ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας</strong> προς τους <strong>Ινδούς</strong>, <strong>Κινέζους</strong> και <strong>Αμερικανούς</strong> <strong>παραθεριστές</strong> γράφει η οικονομική επιθεώρηση <strong>Handelsblatt</strong>.</p>
<p>«Περίπου τα τρία τέταρτα των <strong>παραθεριστών</strong> από το εξωτερικό πέρυσι ήταν από κράτη-μέλη της ΕΕ και τη Μεγάλη Βρετανία. Όμως η μεγάλη αναπτυξιακή δυναμική, σύμφωνα με τους ειδικούς του κλάδου, δεν βρίσκεται πλέον σε αυτές τις παραδοσιακές αγορές, μεταξύ άλλων λόγω της αδύναμης οικονομικής δραστηριότητας εκεί.</p>
<p>Στο πλαίσιο της μεσοπρόθεσμης τουριστικής στρατηγικής της η <strong>Ελλάδα</strong> θα πρέπει ως εκ τούτου να στραφεί περισσότερο σε πιο μακρινές αγορές, όπως οι <strong>ΗΠΑ</strong> και η <strong>Κίνα</strong>, όπως προτείνει μια νέα έρευνα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας.</p>
<p>Με αυτόν τον τρόπο η χώρα θα μπορούσε να προσελκύσει παραθεριστές με μεγαλύτερες καταναλωτικές δυνατότητες, περισσότερους ξένους στους μήνες εκτός της high-season, να αναπτύξει εναλλακτικούς προορισμούς και έτσι να αντιμετωπίσει τον <strong>υπερτουρισμό</strong> στα τουριστικά hotspots κατά τους καλοκαιρινούς μήνες».</p>
<p>Μέσω της επιμήκυνσης της τουριστικής σεζόν οι παραθεριστές από άλλες ηπείρους «μπορούν να προσφέρουν προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξης στην ελληνική τουριστική βιομηχανία, όπως παρατηρεί η μελέτη της ΕΤΕ, (…) διότι οι επισκέπτες από αυτές τις χώρες έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για πολιτιστικά αξιοθέατα και θεματικά ταξίδια εκτός των τουριστικών hotspots και της high-season».</p>
<p>Σύμφωνα με έκθεση της εταιρείας Mabrian «το 35% των Ινδών επισκεπτών στην <strong>Ελλάδα</strong> ενδιαφέρεται πρωτίστως για πολιτιστικά αξιοθέατα, όπως οι αρχαιολογικοί χώροι – μόλις το 7,7% έρχεται κυρίως για τα μπάνια στη θάλασσα. […] Την ίδια στιγμή, το 2024 ο αριθμός των επισκεπτών από την Κίνα αυξήθηκε κατά 30% στις 139.000. Αυτός ο αριθμός πάντως παραμένει χαμηλότερος σε σύγκριση με το 2019, το τελευταίο έτος πριν από την πανδημία, όταν και ήρθαν 217.600 παραθεριστές από την Κίνα. Οι ειδικοί όμως εκτιμούν πως η αναπτυξιακή δυναμική είναι μεγάλη.</p>
<p>Το ίδιο ισχύει και για την αμερικανική αγορά: οι επισκέπτες από τις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί κατά 42% από το 2022. […] Μάλιστα, οι Αμερικανοί είναι ευπρόσδεκτοι επισκέπτες στην Ελλάδα, καθώς ξοδεύουν κατά κεφαλήν τα διπλά σε σύγκριση με όσα ξοδεύουν οι υπόλοιποι τουρίστες κατά μέσο όρο. Επιπλέον, περίπου το 50% των Αμερικανών τουριστών έρχεται εκτός high-season – το αντίστοιχο ποσοστό για τους υπόλοιπους τουρίστες ανέρχεται περίπου στο 33%», καταλήγει η Handelsblatt.</p>
<p>Πηγή: Deutsche Welle</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2024/01/agios_nikolaos_crete_tourism_shutterstock-768x480-1.jpeg?fit=702%2C439&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2024/01/agios_nikolaos_crete_tourism_shutterstock-768x480-1.jpeg?fit=702%2C439&#038;ssl=1" type="image/jpeg" expression="full"></media:content>	</item>
		<item>
		<title>Handelsblatt: Η Αθήνα ξεπερνά τους δημοσιονομικούς στόχους και γίνεται μαθητής-πρότυπο της ΕΕ</title>
		<link>https://www.moneypress.gr/handelsblatt-i-athina-kseperna-toys-dimosionomiko/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[babisp]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 20 Feb 2025 09:26:27 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ειδήσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Handelsblatt]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.moneypress.gr/?p=185987</guid>

					<description><![CDATA[Η Αθήνα ξεπερνά τους δημοσιονομικούς στόχους και γίνεται μαθητής-πρότυπο της ΕΕ, αναφέρει δημοσίευμα της γερμανικής Handelsblatt, σχετικά με την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με ενημέρωση από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών το δημοσίευμα αναφέρει τα εξής: «Ο υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας Κωστής Χατζηδάκης βρίσκεται σε μια κατάσταση που οι περισσότεροι συνάδελφοί του [...]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Αθήνα ξεπερνά τους δημοσιονομικούς στόχους και γίνεται μαθητής-πρότυπο της ΕΕ, αναφέρει δημοσίευμα της γερμανικής Handelsblatt, σχετικά με την πορεία της ελληνικής οικονομίας.</p>
<p>Συγκεκριμένα, σύμφωνα με ενημέρωση από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών το δημοσίευμα αναφέρει τα εξής:</p>
<p>«Ο υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας Κωστής Χατζηδάκης βρίσκεται σε μια κατάσταση που οι περισσότεροι συνάδελφοί του στην ευρωζώνη πιθανόν να τον ζηλεύουν. Οι ελεγκτικές «δεξαμενές» έχουν «γεμίσει» ξεπερνώντας τις προβλέψεις. Το 2024 εισέρρευσαν στα ταμεία 68,8 δισεκατομμύρια ευρώ, σχεδόν δύο δισεκατομμύρια περισσότερα από ό,τι είχε εκτιμηθεί στον προϋπολογισμό.</p>
<p>Και καθώς ο κ. Χατζηδάκης ξόδεψε επίσης λιγότερα από τα προβλεπόμενα, το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα πλεόνασμα στον προϋπολογισμό ύψους 369 εκατομμυρίων ευρώ. Το υπουργείο Οικονομικών ανέμενε έλλειμμα 3,6 δισεκατομμυρίων. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι το πλεόνασμα στο πρωτογενές ισοζύγιο του προϋπολογισμού, το οποίο δεν περιλαμβάνει την εξυπηρέτηση του χρέους, ήταν 8,7 δισ. ευρώ, σχεδόν διπλάσιο από ό,τι είχε εκτιμηθεί προηγουμένως.</p>
<p>Πρόκειται για μια εκπληκτική μεταστροφή από «παραβάτη» δημοσιονομικών ελλειμάτων σε «μαθητή- υπόδειγμα». Υπενθυμίζεται ότι το 2009, η Ελλάδα είχε δημοσιονομικό έλλειμμα 15,2% του ΑΕΠ. Αυτό ήταν ένα πρωτοφανές ρεκόρ ελλείμματος στη ζώνη του ευρώ και το προοίμιο της ελληνικής κρίσης δημόσιου χρέους.</p>
<p>Ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη προκαλεί η δημοσιονομική εξυγίανση των τελευταίων ετών. Χάρη στην ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, τη λιτή κατάρτιση του προϋπολογισμού και την έγκαιρη αποπληρωμή, η Ελλάδα μείωσε τον δείκτη του δημόσιου χρέους της ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα της ευρωζώνης από το 2020: κατά περισσότερες από 55 ποσοστιαίες μονάδες, από 209,4 σε 154% του ΑΕΠ.</p>
<p>Ο υπουργός Οικονομικών κ. Χατζηδάκης αποπλήρωσε 7,93 δισ. ευρώ δανείων στις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου. Φέτος, σχεδιάζει να αποπληρώσει άλλα 5,3 δισ. ευρώ, τα οποία, σύμφωνα με τον προγραμματισμό, δεν είναι απαιτητά πριν από το 2031 έως το 2042,.</p>
<p><strong> Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής</strong></p>
<p>Η Ελλάδα είχε ήδη υπερβεί σημαντικά τους δημοσιονομικούς της στόχους για το 2023. Το έλλειμμα ανήλθε σε 3,76 δισεκατομμύρια ευρώ. Ο υπουργός Οικονομικών είχε προβλέψει έλλειμμα 8,34 δισ. ευρώ. Τα έσοδα ήταν 1,8 δισ. ευρώ πάνω από τους σχεδιασμούς, ενώ οι δαπάνες ήταν 2,77 δισ. ευρώ κάτω από τις προβλέψεις.</p>
<p>Ο υπουργός Οικονομικών οφείλει τα πρόσθετα έσοδα των δύο τελευταίων ετών κυρίως στις επιτυχίες στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης αποδίδει καρπούς.</p>
<p>Οι φορολογικές αρχές δίνουν, επίσης, κίνητρα στους καταναλωτές να μην χρησιμοποιούν μετρητά. Όποιος πληρώνει με κάρτα λαμβάνει αυτόματα μέρος σε μια φορολογική λοταρία. Για κάθε συναλλαγή με κάρτα υπάρχει ένας λαχνός. Κάθε μήνα κληρώνονται ένα κύριο βραβείο 50.000 ευρώ, πέντε βραβεία των 20.000 ευρώ και 550 βραβεία των 5.000 και 1.000 ευρώ.</p>
<p>Ο υπουργός Οικονομικών Κωστής Χατζηδάκης βλέπει την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής ως «κοινωνικοπολιτικό στοίχημα» και υπόσχεται ότι «θα επιστρέψουμε στην κοινωνία όσα από τα πρόσθετα έσοδα επιτρέπουν οι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ». Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη έχει ήδη μειώσει οριζόντια τους φόρους και τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης από την ανάληψη των καθηκόντων της το 2019. Για παράδειγμα, μείωσε τον εταιρικό φορολογικό συντελεστή από 24 σε 22% το 2021. Ο φόρος ακίνητης περιουσίας μειώθηκε επίσης.</p>
<p>Η κυβέρνηση θέλει τώρα να μειώσει τους φόρους κατά 10.000 έως 40.000 ευρώ ετησίως, ιδίως για όσους έχουν χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Αυτό θα επηρεάσει περίπου 3,5 εκατομμύρια φορολογούμενους. Τα εισοδήματά τους φορολογούνται σήμερα με 22 έως 36%. Συζητείται επίσης μια περαιτέρω μείωση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.</p>
<p>Ωστόσο, ο υπουργός Οικονομικών θέλει να πάρει τον χρόνο του με τα φορολογικά του σχέδια. Το υπουργείο Οικονομικών λέει ότι θέλει να περιμένει να δει πόσο βιώσιμα είναι τα πρόσθετα έσοδα τους επόμενους μήνες.</p>
<p>Η απόφαση για τις μειώσεις φόρων πρόκειται να ληφθεί τον Σεπτέμβριο. Στη συνέχεια, ο πρωθυπουργός θα δώσει την ετήσια κεντρική ομιλία του για την οικονομική και χρηματοπιστωτική πολιτική στα εγκαίνια της ΔΕΘ. Πολλά δείχνουν ότι ο Μητσοτάκης δεν θα απογοητεύσει τους φορολογούμενους. Εξάλλου, το 2027 θα γίνουν εκλογές στην Ελλάδα».</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
		<media:thumbnail url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/02/YtGxo2PEUv1HKjS1XFKO_13.webp?fit=702%2C437&#038;ssl=1"/><media:content url="https://i0.wp.com/www.moneypress.gr/wp-content/uploads/2025/02/YtGxo2PEUv1HKjS1XFKO_13.webp?fit=702%2C437&#038;ssl=1" type="image/webp" expression="full"></media:content>	</item>
	</channel>
</rss>
