Αντιμέτωπη με αγωγή από μέτοχο της εταιρείας βρίσκεται η Intel. Ο εν λόγω μέτοχος κατηγορεί τη διοίκηση πως δέχτηκε να παραχωρήσει ποσοστό 10% στο αμερικανικό Δημόσιο επειδή ο CEO και τα μέλη του ΔΣ φοβόντουσαν μην γίνουν στόχος προσωπικών επιθέσεων από την κυβέρνηση Τραμπ.
Η αγωγή περιγράφει τη συμφωνία του Αυγούστου 2025 ως «παράνομο συμβόλαιο που δίνει στο αμερικανικό κράτος μετοχές αξίας $11 δισ. στην Intel χωρίς ουσιαστική αντάλλαγμα, ως αντίδραση σε εκβιαστικές απειλές από την κυβέρνηση».
Η νομική διαδικασία, η οποία επιδιώκει να ακυρώσει τη συμφωνία που έδωσε στην κυβέρνηση 10% της Intel, αναδεικνύει τις άνευ προηγουμένου προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ να εισαγάγει την ομοσπονδιακή κυβέρνηση σε ιδιωτικές επιχειρήσεις σε τομείς που θεωρεί κρίσιμους για τα εθνικά συμφέροντα.
Η υπόθεση κατατέθηκε σε δικαστήριο του Ντελαγουέρ από έναν μεμονωμένο μικρομέτοχο, τον Ρίτσαρντ Πάισνερ, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η διοίκηση της Intel υπέκυψε στην απειλή των επιθέσεων του Προέδρου Τραμπ.
Η ηγεσία της Intel απέτυχε να πράξει το καλύτερο για τους μετόχους, υποστηρίζει η αγωγή, επειδή η διοίκηση ήταν πιο ανήσυχη για την «προστασία της προσωπικής τους φήμης, την αποφυγή επιθέσεων από τον Πρόεδρο Τραμπ και τους υποστηρικτές του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αλλού».
Τον περασμένο Αύγουστο, ο Τραμπ είχε καλέσει αιφνιδιαστικά τον επικεφαλής της Intel, Λιπ-Μπου Ταν, να παραιτηθεί, με αφορμή ερωτήματα από Ρεπουμπλικάνους βουλευτές σχετικά με την ιστορία του ως επενδυτή σε κινεζικές εταιρείες.
Η επίθεση ώθησε τον Ταν να επισκεφτεί εσπευσμένα τον Λευκό Οίκο, όπου ο Τραμπ αναίρεσε τα σχόλια του.
Λίγο αργότερα ανακοινώθηκε ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα αποκτήσει μερίδιο στην Intel.
Η χρηματοδότηση της απόκτησης των μετοχών από την κυβέρνηση προήλθε από την μετατροπή επιχορηγήσεων ύψους $2,2 δισ. στο πλαίσιο της νομοθεσίας του Chips Act της εποχής Μπάιντεν, καθώς και $8,9 δισ. από ομοσπονδιακές επιχορηγήσεις που είχαν απονεμηθεί αλλά δεν είχαν ακόμα καταβληθεί.
Η αγωγή υποστηρίζει ακόμη ότι η συμφωνία επιτεύχθηκε «για να διατηρήσει τη δουλειά του ο Ταν».
Η αγωγή στρέφεται επίσης κατά των δικηγόρων της Intel για τη συμφωνία, της νομικής φίρμας Skadden, υποστηρίζοντας ότι η εταιρεία «εκπροσωπούσε ταυτόχρονα το Υπουργείο Εμπορίου ως αποτέλεσμα ενός παρόμοιου εκβιασμού από την κυβέρνηση».
Τέλος, η νομική διαδικασία περιλαμβάνει επίσης το υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ και τον υπουργό Χάουαρντ Λούτνικ, οι οποίοι εμπλέκονται στη συμφωνία, καθώς και τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της Intel, Φρανκ Γιέρι, ο οποίος αποχώρησε από το διοικητικό συμβούλιο νωρίτερα αυτό το μήνα.

