Η Eυρωπαίκή Κεντρική Τράπεζα αναμένεται να διατηρήσει την τρέχουσα στάση της στα επιτόκια έως το 2028, σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 6 και 11 Μαρτίου. Μόνο το 7% των οικονομολόγων που συμμετείχαν στην έρευνα αναμένει μεταβολή επιτοκίων μέχρι τον Δεκέμβριο, ενώ λιγότερο από το ένα τρίτο προβλέπει οποιαδήποτε αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής μέχρι το τέλος του επόμενου έτους.
Αυτή η προοπτική έρχεται σε αντίθεση με τις προσδοκίες των αγορών, οι οποίες αυτή τη στιγμή προεξοφλούν αύξηση επιτοκίου κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες στο 2,25% έως τον Ιούλιο και πιθανότητα δύο στις τρεις για ακόμη μία αύξηση στο 2,5% μέχρι το τέλος του έτους.

Η απόκλιση στις εκτιμήσεις οφείλεται κυρίως στη διάρκεια και τον οικονομικό αντίκτυπο του πολέμου στο Ιράν. Ενώ οι οικονομολόγοι σε μεγάλο βαθμό αναμένουν ότι η σύγκρουση θα είναι σύντομη, οι αγορές τιμολογούν αυξημένους κινδύνους πληθωρισμού λόγω της εκτόξευσης των τιμών της ενέργειας. Αυτή η αβεβαιότητα έχει οδηγήσει σε αλλαγή της αντίληψης κινδύνου, με το 60% των ερωτηθέντων να βλέπει πλέον ισχυρότερους ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό.
Παρά αυτές τις μεταβολές, κανένας οικονομολόγος δεν αναμένει αλλαγή επιτοκίων στην επερχόμενη συνεδρίαση του Μαρτίου. Περίπου τα δύο τρίτα θεωρούν ότι είναι ακόμη πολύ νωρίς για να εκτιμηθεί αν η σύγκρουση θα αλλάξει ουσιαστικά τις οικονομικές προοπτικές.
Γιατί συνέβη αυτή η στάση
Οι οικονομολόγοι και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής παραμένουν επιφυλακτικοί, τονίζοντας ότι οι αποφάσεις πρέπει να βασίζονται στα οικονομικά δεδομένα. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ έχει επαναλάβει τη δέσμευσή του σε μια προσέγγιση που βασίζεται στα δεδομένα και στις αποφάσεις ανά συνεδρίαση.
Αυτή η στάση επιβεβαιώθηκε στη συνεδρίαση του Μαρτίου 2026, όπου το επιτόκιο καταθέσεων παρέμεινε αμετάβλητο στο 2,00%.
Η κεντρική τράπεζα παρακολουθεί επίσης στενά την επίδραση των πρόσφατων σοκ στις τιμές της ενέργειας στον πληθωρισμό. Οι επικαιροποιημένες οικονομικές προβλέψεις αναμένεται να δείξουν υψηλότερο πληθωρισμό βραχυπρόθεσμα, αν και η ΕΚΤ εξακολουθεί να εκτιμά ότι ο συνολικός πληθωρισμός θα επιστρέψει στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα.

Πώς αντέδρασαν οι αγορές
Οι αγορές έχουν μεταβάλει σημαντικά τις προσδοκίες τους λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Τα συμβόλαια προθεσμιακών επιτοκίων αποδίδουν πλέον πιθανότητα 60% σε αύξηση επιτοκίων τον Ιούνιο και προεξοφλούν συνολική αυστηροποίηση 33 μονάδων βάσης έως το τέλος του έτους.
Αυτό αντικατοπτρίζει την προσδοκία των αγορών για μια πιο επιθετική πολιτική αντιμετώπισης του πληθωρισμού.
Ωστόσο, ορισμένοι οικονομολόγοι αμφισβητούν κατά πόσο είναι εφικτή μια τέτοια πορεία. Ο Christoph Rieger της Commerzbank σημείωσε ότι, παρότι οι αγορές προεξοφλούν επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων, η αποφασιστικότητα της ΕΚΤ μπορεί να δοκιμαστεί λόγω των ανησυχιών για την ανάπτυξη και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Τι παρακολουθούν οι αναλυτές
Οι αναλυτές παρακολουθούν στενά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράν και τις πιθανές επιπτώσεις του στον πληθωρισμό. Οι περισσότεροι αναμένουν ότι η σύγκρουση θα διαρκέσει τρεις έως πέντε εβδομάδες, ενώ κάποιοι εκτιμούν ότι θα μπορούσε να φτάσει έως και τους δέκα μήνες.
Η ικανότητα της ΕΚΤ να αντιδράσει αποτελεσματικά εξαρτάται από την πορεία των τιμών της ενέργειας και την επίδρασή τους στον πληθωρισμό.
Ο Bill Diviney της Nomura τόνισε ότι η ΕΚΤ παραμένει σε εγρήγορση απέναντι στους πληθωριστικούς κινδύνους και είναι έτοιμη να δράσει αν χρειαστεί. Η κεντρική τράπεζα δίνει ιδιαίτερη προσοχή στους μισθούς, οι οποίοι είχαν αποτελέσει βασικό παράγοντα πληθωρισμού κατά το προηγούμενο ενεργειακό σοκ μετά τη Russian invasion of Ukraine.
Αξιωματούχοι της ΕΚΤ, όπως ο Joachim Nagel της Deutsche Bundesbank, υπογραμμίζουν την ανάγκη για μια μετρημένη αντίδραση. Ο Nagel σημείωσε ότι, παρότι η ΕΚΤ είναι έτοιμη να δράσει αποφασιστικά αν συνεχιστούν οι πληθωριστικές πιέσεις, είναι ακόμη πολύ νωρίς για να εκτιμηθούν οι μακροπρόθεσμες οικονομικές συνέπειες του σημερινού σοκ στις τιμές ενέργειας.
Οι επικαιροποιημένες προβλέψεις του προσωπικού της ΕΚΤ αναμένεται να αντικατοπτρίζουν την αβεβαιότητα που προκαλεί η σύγκρουση. Ωστόσο, πολλοί αναλυτές πιστεύουν ότι δεν θα αποτυπώνουν πλήρως την επίδραση των πρόσφατων κινήσεων των αγορών, καθώς συνήθως βασίζονται σε δεδομένα που έχουν συλλεχθεί περίπου τρεις εβδομάδες πριν από τη δημοσίευσή τους.
Η ΕΚΤ παρακολουθεί επίσης τις ευρύτερες επιπτώσεις της σύγκρουσης στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και στις οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Με τις τιμές ενέργειας σε υψηλά πολλών ετών και τα επίπεδα χρέους ήδη αυξημένα, περαιτέρω αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής θα μπορούσε να επηρεάσει δυσανάλογα τις πιο ευάλωτες οικονομίες.
Συνολικά, η κεντρική τράπεζα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πολύπλοκο περιβάλλον πληθωριστικών πιέσεων, κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Παρότι οι αγορές προεξοφλούν πιο επιθετική πολιτική, η αντίδραση της ΕΚΤ θα εξαρτηθεί από τα εξελισσόμενα οικονομικά δεδομένα και την πορεία της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.

