Τις γεωπολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις της κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή αναλύει η Citigroup (Citi), εστιάζοντας στις επιπτώσεις από την επίθεση των ΗΠΑ και του Israel κατά του Iran και την εξόντωση του Ανώτατου Ηγέτη Ali Khamenei. Όπως επισημαίνει, παραμένει πρόωρο να εκτιμηθεί ο χρόνος που θα απαιτηθεί για την πλήρη σταθεροποίηση της περιοχής, καθώς όλα εξαρτώνται από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης.
Μέχρι και την 1η Μαρτίου 2026, Ιράν και Ισραήλ συνέχιζαν να ανταλλάσσουν επιθέσεις, με την Τεχεράνη να απειλεί με εντατικοποίηση των πληγμάτων κατά ισραηλινών και αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, χώρες όπως το Μπαχρέιν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ και το Κατάρ βρέθηκαν στο στόχαστρο ιρανικών πυραυλικών επιθέσεων, αρκετές εκ των οποίων αναχαιτίστηκαν από συστήματα αεράμυνας.
Σε επίπεδο εμπορευμάτων, η ομάδα ανάλυσης της Citi εκτιμά ότι η τιμή του πετρελαίου ενδέχεται να κινηθεί προς τα χαμηλά έως μεσαία επίπεδα των 80 δολαρίων ανά βαρέλι, από τα 73 δολάρια στο κλείσιμο της 27ης Φεβρουαρίου. Ωστόσο, σε περίπτωση παρατεταμένης έντασης, το Brent θα μπορούσε να διαμορφωθεί στην περιοχή των 80–85 δολαρίων ανά βαρέλι ως άμεση αντίδραση της αγοράς.
Καθοριστικός παράγοντας για τις αγορές θα είναι η διάρκεια του λεγόμενου «γεωπολιτικού premium» στις τιμές της ενέργειας, ιδίως μετά τις πληροφορίες περί προσωρινού κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, μιας εξέλιξης που θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τις βραχυπρόθεσμες ανοδικές πιέσεις. Η Citi υπογραμμίζει ότι σημαντικό μέρος της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου βρίσκεται πλέον σε κίνδυνο, τόσο από το Ιράν όσο και ευρύτερα από τη Μέση Ανατολή, γεγονός που αυξάνει τη μεταβλητότητα και την αβεβαιότητα.
Οι ιρανικές εξαγωγές αναμένεται να περιοριστούν τουλάχιστον για όσο διάστημα διαρκεί η σύγκρουση, ενώ η ένταση και η διάρκεια της ανόδου των τιμών θα εξαρτηθούν από τον πραγματικό αντίκτυπο στην παγκόσμια προσφορά. Μεσοπρόθεσμα, κρίσιμο ρόλο θα διαδραματίσουν οι αποφάσεις της νέας ηγεσίας, καθώς έχει ήδη ανακοινωθεί η ανάληψη της ηγεσίας των Φρουρών της Επανάστασης από τον Majid Khademi, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία επιλογής διαδόχου του Χαμενεΐ, με το ιρανικό Σύνταγμα να προβλέπει μεταβατικό συμβούλιο σε περίπτωση αιφνίδιας απώλειας ηγεσίας.
Στο μακροοικονομικό πεδίο, η Citi στρέφει το βλέμμα στις αναδυόμενες αγορές. Σε περίπτωση παρατεταμένου γεωπολιτικού κινδύνου που επηρεάζει τις τιμές της ενέργειας, η επίδραση θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο τα ενεργειακά σοκ αποσταθεροποιούν τις πληθωριστικές προσδοκίες. Αυτό θα αποδειχθεί κρίσιμο για την πορεία των νομισμάτων, των τοπικών επιτοκίων και των κρατικών ομολόγων, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου οι αγορές είχαν ήδη προεξοφλήσει αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και πιθανές μειώσεις επιτοκίων.
Ιδιαίτερα ευάλωτες εμφανίζονται οι λεγόμενες frontier αγορές, λόγω της αυξημένης τοποθέτησης ξένων επενδυτών σε έντοκα γραμμάτια τους τελευταίους μήνες, καθώς είχαν προεξοφληθεί ταχείς αποπληθωριστικές εξελίξεις. Καθοριστικός θα είναι επίσης ο βαθμός επάρκειας των συναλλαγματικών αποθεμάτων κάθε χώρας, καθώς αυτά θα κρίνουν την ικανότητα απορρόφησης ενδεχόμενων αιφνίδιων εκροών κεφαλαίων.
Ακόμη και σε ένα αισιόδοξο σενάριο σύντομης σύγκρουσης και ταχείας επιστροφής στη σταθερότητα, η Citi δεν αποκλείει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα του ιρανικού καθεστώτος. Προς το παρόν, η προοπτική άμεσης διαπραγματευτικής λύσης παραμένει περιορισμένη, διατηρώντας υψηλό το επίπεδο αβεβαιότητας στις διεθνείς αγορές και ενισχύοντας τον ρόλο του πετρελαίου ως βασικού καταλύτη για τον πληθωρισμό και τη νομισματική πολιτική τους επόμενους μήνες.

