Σε μια ημέρα-ορόσημο για την Credia Bank, η διευθύνουσα σύμβουλος Ελένη Βρεττού κήρυξε την έναρξη της συνεδρίασης στο Χρηματιστήριο Αθηνών, με αφορμή την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση 375 εκατ. νέων μετοχών, οι οποίες προέκυψαν από την επιτυχημένη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 300 εκατ. ευρώ.
«Σήμερα χτυπάμε το καμπανάκι με πολύ μεγάλη συγκίνηση και έναν ιδιαίτερο συμβολισμό: τη μετάβαση από μια περίοδο ανασυγκρότησης σε μια νέα φάση ανάπτυξης και εξωστρέφειας», σημείωσε χαρακτηριστικά η επικεφαλής της τράπεζας, κάνοντας λόγο για μια από τις σημαντικότερες στιγμές στην πορεία του οργανισμού.
Η ισχυρή ανταπόκριση της αγοράς αποτέλεσε το πιο ηχηρό μήνυμα εμπιστοσύνης, καθώς η δημόσια προσφορά ξεπέρασε το 1,1 δισ. ευρώ, με τη συμμετοχή τόσο θεσμικών επενδυτών υψηλού κύρους από την Ελλάδα και το εξωτερικό όσο και περισσότερων από 7.000 ιδιωτών. Όπως τόνισε η διοίκηση, το αποτέλεσμα αυτό επιβεβαιώνει την αναγνώριση της μέχρι σήμερα πορείας της τράπεζας και ενισχύει τη δυναμική της στρατηγικής της.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη συμμετοχή των ξένων επενδυτών, με την κ. Βρεττού να επισημαίνει ότι η εμπιστοσύνη δεν αφορά μόνο την ίδια την τράπεζα αλλά και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας συνολικά, παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Η ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης ανοίγει τον δρόμο για επιτάχυνση της ανάπτυξης, τόσο οργανικά όσο και μέσω συνεργασιών και εξαγορών, ενώ παράλληλα ενισχύει την ανθεκτικότητα της τράπεζας απέναντι σε εξωτερικούς κραδασμούς. «Η σημαντική ενίσχυση της κεφαλαιακής μας θέσης μας δίνει τη δυνατότητα να επιταχύνουμε την αναπτυξιακή μας πορεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό, να αξιοποιήσουμε στρατηγικές ευκαιρίες από θέση ισχύος και να θωρακίσουμε την τράπεζα», υπογράμμισε.
Στο πλαίσιο της ενημέρωσης, η διοίκηση ξεκαθάρισε ότι η τράπεζα δεν επιδιώκει υπερβάλλουσα κεφαλαιακή επάρκεια πέραν των εποπτικών απαιτήσεων, δίνοντας έμφαση στη βέλτιστη αξιοποίηση των κεφαλαίων με στόχο τη δημιουργία αξίας για τους μετόχους.
Αναφερόμενη στο μακροοικονομικό περιβάλλον, η κ. Βρεττού εκτίμησε ότι ενδεχόμενες αυξήσεις επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, δύο φορές, θα μπορούσαν να ενισχύσουν τα έσοδα από τόκους κατά περίπου 5 εκατ. ευρώ ανά αύξηση για την τράπεζα, ενώ αντίστοιχη επίδραση καταγράφεται και στη δραστηριότητα στη Μάλτα. Οι παραδοχές αυτές δεν έχουν ενσωματωθεί στο υφιστάμενο επιχειρησιακό σχέδιο, αφήνοντας περιθώριο για πιθανή αναθεώρησή του προς τα πάνω.
Παράλληλα, η τράπεζα παρακολουθεί στενά και δοκιμάζει υπό συνθήκες πίεσης (stress tests) το σύνολο του δανειακού της χαρτοφυλακίου, με τη διοίκηση να επισημαίνει ότι δεν διαπιστώνονται επιπτώσεις στη λιανική τραπεζική και τη στεγαστική πίστη. Ωστόσο, αυξημένη προσοχή δίνεται στους τομείς των μικρών επιχειρήσεων και του τουρισμού, λόγω της ευαισθησίας τους σε εξωγενείς παράγοντες. Την ίδια στιγμή, σημειώθηκε ότι οι τρέχουσες συνθήκες έχουν ενισχύσει τις δραστηριότητες της τράπεζας στη Μάλτα.
Κεντρική στρατηγική προτεραιότητα αποτελεί η ολοκλήρωση της εξαγοράς στη Μάλτα, η οποία τοποθετείται χρονικά στον Μάρτιο–Απρίλιο του 2027, με τις απαραίτητες εγκρίσεις να αναμένονται εντός του επόμενου διαστήματος.
Σε ό,τι αφορά τη συνολική εικόνα του τραπεζικού κλάδου, η διοίκηση εκτίμησε ότι δεν διαφαίνεται κόπωση στην πιστωτική επέκταση, στοιχείο που υποστηρίζει τη διατήρηση θετικών προοπτικών για την αγορά.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη μετοχική σύνθεση, με την κ. Βρεττού να σημειώνει ότι, παρά τη μείωση του ποσοστού του Υπερταμείο κάτω από το 30% μετά την αύξηση κεφαλαίου, τα ενισχυμένα δικαιώματα ψήφου που διαθέτει παραμένουν σε ισχύ, διασφαλίζοντας τη θεσμική του επιρροή.
Κλείνοντας, η CEO της τράπεζας απηύθυνε ευχαριστίες προς το ανθρώπινο δυναμικό, επισημαίνοντας ότι ο μετασχηματισμός της Credia Bank τα τελευταία τρία χρόνια αποτελεί αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας, επιμονής και στρατηγικών επιλογών, ενώ ιδιαίτερη μνεία έκανε και στους βασικούς μετόχους, τη Thrivest και το Υπερταμείο, οι οποίοι στήριξαν το εγχείρημα σε κρίσιμες φάσεις, θέτοντας τις βάσεις για τη σημερινή αναπτυξιακή πορεία.

