Στάση αναμονής αποφάσισε να κρατήσει απόψε η DBRS, στην πρώτη αξιολόγηση της χώρας μας για το 2026, διατηρώντας αμετάβλητη την πιστοληπτική βαθμολογία της Ελλάδας, στο «BBB» με σταθερές προοπτικές, επιβεβαιώνοντας έτσι τις προβλέψεις.
Η πρώτη αξιολόγηση για την ελληνική οικονομία τη φετινή χρονιά ήρθε σε μια ιδιαίτερα δύσκολη διεθνή συγκυρία, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, το ενεργειακό ράλι και οι φόβοι για την αναζωπύρωση του πληθωρισμού δημιουργούν νέες αβεβαιότητες για τις αγορές και τις οικονομίες παγκοσμίως. Κάτι που έχει φανεί ήδη στις πιέσεις που δέχονται οι τιμές των ευρωπαϊκών, αλλά και των ελληνικών ομολόγων, τις τελευταίες ημέρες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο καναδικός οίκος αξιολόγησης αποφάσισε να κινηθεί προσεκτικά.
Τι αναφέρει η έκθεση
Στις βασικές παραμέτρους της αξιολόγησης η DBRS αναφέρει ότι η σταθερή τάση αντανακλά την εκτίμηση της ότι οι κίνδυνοι για την πιστοληπτική αξιολόγηση είναι ισορροπημένοι. Οι οικονομικές και δημοσιονομικές εξελίξεις παρέμειναν θετικές το τελευταίο έτος.
Ειδικότερα όπως αναφέρει, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, με βασικούς μοχλούς την ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα, την άνοδο της ιδιωτικής κατανάλωσης και την αύξηση των τουριστικών αφίξεων.
Οι δημοσιονομικές εξελίξεις επωφελήθηκαν όχι μόνο από ευνοϊκές συγκυριακές συνθήκες αλλά και από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη φορολογική συμμόρφωση και, κατά συνέπεια, αύξησαν τα δημόσια έσοδα.
Μεταξύ του τέταρτου τριμήνου του 2024 και του τρίτου τριμήνου του 2025, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης κατέγραψε πλεόνασμα 2,6% του ΑΕΠ.
Προοπτικές για το δημόσιο χρέος και την οικονομία
Με βάση το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2026, αναφέρει στη συνέχεια η η DBRS, προβλέπεται περαιτέρω μείωση του λόγου δημόσιου χρέους στο 138,2% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2026. Η πρόβλεψη αυτή στηρίζεται στις προσδοκίες για συνεχιζόμενη ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα και περαιτέρω πρόωρες αποπληρωμές υφιστάμενου δημόσιου χρέους.
Παραμένει αβέβαιο κατά πόσο η αυξημένη ένταση στη Μέση Ανατολή θα οδηγήσει σε διατηρήσιμη άνοδο του παγκόσμιου κόστους ενέργειας.
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η διατήρηση μιας σαφώς πτωτικής πορείας του δημόσιου χρέους προϋποθέτει επαναλαμβανόμενα πρωτογενή πλεονάσματα και την ικανότητα της Ελλάδας να διατηρήσει τη δυναμική ανάπτυξης της οικονομίας, ιδιαίτερα μετά τη σταδιακή κατάργηση των επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ το 2026.
Παράγοντες που στηρίζουν την αξιολόγηση
Η αξιολόγηση BBB της Ελλάδας στηρίζεται στη βελτιωμένη χρηματοοικονομική κατάσταση του εγχώριου τραπεζικού τομέα, στο αξιόπιστο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής της χώρας, καθώς και στη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη ζώνη του ευρώ.
Διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις υλοποίησαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη διακυβέρνηση, βελτίωσαν το επιχειρηματικό περιβάλλον και ενίσχυσαν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
Ωστόσο, η πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας εξακολουθεί να περιορίζεται από το ακόμη υψηλό επίπεδο δημόσιου χρέους, τη σχετικά χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας και το μικρό μέγεθος της οικονομίας, το οποίο την καθιστά πιο ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Επιπλέον, οι εξωτερικές ανισορροπίες, όπως το διαχρονικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, εξακολουθούν να επιβαρύνουν το πιστοληπτικό προφίλ της χώρας.
Παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναβάθμιση
Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να προχωρήσει σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης εάν συμβεί ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:
(1) ο λόγος δημόσιου χρέους μειωθεί σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τις προσδοκίες μέσα στα επόμενα ένα έως δύο χρόνια και διατηρηθεί σε σταθερά πτωτική πορεία μεσοπρόθεσμα χάρη στις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, ή
(2) συνεχιστεί η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τις επενδύσεις και βελτιώνουν τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας.
Η Morningstar DBRS θα μπορούσε να υποβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση εάν συμβεί ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:
(1) παρατεταμένη αποδυνάμωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας ή υλοποίηση ενδεχόμενων υποχρεώσεων που θα θέσουν το δημόσιο χρέος σε σταθερή ανοδική πορεία·
(2) αναστροφή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ή
(3) σημαντική επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της ελληνικής οικονομίας.
Αιτιολόγηση πιστοληπτικής αξιολόγησης
Η οικονομική ανάπτυξη αναμένεται να παραμείνει ισχυρή, αλλά οι διαρθρωτικές προκλήσεις παραμένουν, σημειώνει ο Οίκος και επισημαίνει:
Η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται με ισχυρό ρυθμό το τελευταίο έτος. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, χάρη στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση και την άνοδο των τουριστικών αφίξεων. Η ιδιωτική κατανάλωση ενισχύθηκε από τις ευνοϊκές εξελίξεις στην αγορά εργασίας, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν από σταθερή αύξηση της απασχόλησης και περαιτέρω μείωση της ανεργίας (με βάση τον ορισμό της ΔΟΕ) στο 7,5% στο τέλος του 2025, από 9,4% στο τέλος του 2024.
Παράλληλα, οι εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων καθώς και οι πόροι από το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ενίσχυσαν την επενδυτική δραστηριότητα, ιδιαίτερα στον τομέα των οικιστικών και μη οικιστικών κατασκευών. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις καλύτερες επιδόσεις στην επίτευξη βασικών ορόσημων και στην απορρόφηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, το οποίο αντιστοιχεί σε συνολικό πακέτο 35,9 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια, ποσό που ισοδυναμεί με το 15,2% του ονομαστικού ΑΕΠ του 2024.
Για τα επόμενα χρόνια, η ανάπτυξη αναμένεται να παραμείνει ισχυρή, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προβλέπει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2,2% το 2026 και κατά 1,7% το 2027. Η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω λόγω της συνεχιζόμενης αύξησης της απασχόλησης και της ανόδου των πραγματικών μισθών, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις υποχωρούν.
Η επενδυτική δραστηριότητα εκτιμάται ότι θα παραμείνει ισχυρή το 2026, αλλά ενδέχεται να αποδυναμωθεί στη συνέχεια καθώς ολοκληρώνεται η εκταμίευση των επιχορηγήσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Παρά τις θετικές προοπτικές, η οικονομική εικόνα παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικούς καθοδικούς κινδύνους, όπως μια πιθανή κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων ή ένα νέο σοκ στις τιμές της ενέργειας. Εάν οι παγκόσμιες τιμές ενέργειας παραμείνουν υψηλές για μεγαλύτερο διάστημα, ενδέχεται να επανεμφανιστούν πληθωριστικές πιέσεις και να περιοριστεί η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Παρά το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί τα επόμενα χρόνια με ταχύτερο ρυθμό από πολλές άλλες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις.
Η διατήρηση της αυξημένης επενδυτικής δραστηριότητας σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα πιθανότατα θα απαιτήσει συνεχιζόμενες μεγάλες εισροές ξένων κεφαλαίων, δεδομένου του χαμηλού επιπέδου εγχώριων αποταμιεύσεων. Επιπλέον, το μικρό μέγεθος της οικονομίας καθιστά τη χώρα πιο ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον τουρισμό, ο οποίος παραμένει βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας που βασίζεται στις υπηρεσίες. Οι ταξιδιωτικές υπηρεσίες αντιστοιχούσαν στο 83% των συνολικών καθαρών εξαγωγών υπηρεσιών το 2024.
Παρότι η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τα επίπεδα των περισσότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η ονομαστική παραγωγικότητα εργασίας ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα αντιστοιχούσε μόλις στο 70,1% του μέσου όρου της ΕΕ-27 το 2023, με βάση τα πρότυπα αγοραστικής δύναμης.
Την ίδια στιγμή, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και είναι πιθανό να στηρίξει την αύξηση της παραγωγικότητας σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Οι παράγοντες αυτοί εξηγούν και τη θετική ποιοτική αξιολόγηση στον τομέα της οικονομικής δομής και των επιδόσεων.
Το πρωτογενές πλεόνασμα της κυβέρνησης αναμένεται να παραμείνει υψηλό
Οι δημοσιονομικές εξελίξεις παραμένουν ισχυρές, καθώς η κυβέρνηση εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να καταγράφει σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα.
Μετά την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος της γενικής κυβέρνησης ύψους 4,8% του ΑΕΠ το 2024, τα προσωρινά στοιχεία για το 2025 δείχνουν ακόμη ένα ισχυρό δημοσιονομικό αποτέλεσμα.
Σε κυλιόμενη βάση τεσσάρων τριμήνων, το πρωτογενές πλεόνασμα ανήλθε στο 5,2% του ΑΕΠ μεταξύ του τέταρτου τριμήνου του 2024 και του τρίτου τριμήνου του 2025, έναντι στόχου 3,6% για το σύνολο του 2025, όπως είχε δημοσιευθεί στο προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2026 τον Οκτώβριο του 2025.
Το συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα για την ίδια περίοδο διαμορφώθηκε στο 2,6% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 0,6% για το σύνολο του 2025.
Η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση οφείλεται κυρίως στη σημαντική αύξηση των δημόσιων εσόδων. Τα συνολικά έσοδα της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκαν κατά 9,1% σε ετήσια βάση κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2025, υπερβαίνοντας την αύξηση των συνολικών δαπανών, η οποία διαμορφώθηκε στο 5,1%.
Τα δημόσια έσοδα ενισχύθηκαν όχι μόνο από ευνοϊκές οικονομικές συγκυρίες αλλά και από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που βελτίωσαν τη φορολογική συμμόρφωση, όπως η εισαγωγή της ψηφιακής κάρτας εργασίας και η αυτόματη διαβίβαση δεδομένων λιανικών πωλήσεων από τα τερματικά Point of Sale στις φορολογικές αρχές.
Για το μέλλον, το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2026 προβλέπει μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 2,8% του ΑΕΠ το 2026, παραμένοντας ωστόσο σε υψηλό επίπεδο, ενώ το συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο εκτιμάται ότι θα εμφανίσει οριακό έλλειμμα 0,1%.
Η μέτρια αυτή επιδείνωση οφείλεται κυρίως στην υιοθέτηση επεκτατικών μέτρων, όπως μειώσεις στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων, αυξήσεις στις συντάξεις και υψηλότερες δημόσιες επενδύσεις.
Παράλληλα, οι αμυντικές δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν από το 2,3% του ΑΕΠ το 2025 στο 2,6% το 2026.
Παρότι οι πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, ιδίως λόγω των αναγκών για άμυνα, της γήρανσης του πληθυσμού και της πράσινης μετάβασης, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης θα παραμείνει συνετή.
Η συστηματική υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων τα τελευταία χρόνια, σε συνδυασμό με τη διαρθρωτική βελτίωση των δημόσιων εσόδων, δικαιολογεί τη θετική αξιολόγηση στον τομέα της δημοσιονομικής διαχείρισης και πολιτικής.
Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας παραμένει πολύ υψηλό αλλά βρίσκεται σε πτωτική πορεία
Ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας, συνεχίζει ο DBRS έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ωστόσο εξακολουθεί να είναι ο υψηλότερος μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης. Το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο 149,7% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025, μειωμένο από 158,6% ένα χρόνο νωρίτερα, ενώ ο μέσος όρος για το σύνολο της ευρωζώνης ανέρχεται στο 88,1%.
Για τα επόμενα χρόνια, το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2026 προβλέπει περαιτέρω μείωση του λόγου δημόσιου χρέους στο 138,2% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2026. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στις προσδοκίες για ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα και επιπλέον πρόωρες αποπληρωμές υφιστάμενου δημόσιου χρέους, ιδίως δανείων από το Greek Loan Facility (GLF).
Παρότι το υψηλό επίπεδο χρέους εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική αδυναμία για την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας, οι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό χάρη στη ιδιαίτερα ευνοϊκή δομή του χρέους και στα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου.
Η σταθμισμένη μέση διάρκεια ωρίμανσης του χρέους της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στα 18,4 έτη τον Δεκέμβριο του 2025, καθώς μεγάλο μέρος του χρέους αποτελείται από δάνεια ευνοϊκών όρων που έχουν χορηγηθεί από τον επίσημο τομέα, όπως ο ESM και ο EFSF, με πολύ μεγάλες λήξεις.
Τα ταμειακά διαθέσιμα της γενικής κυβέρνησης ανήλθαν στα 39,6 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 15,9% του ΑΕΠ του 2025. Επιπλέον, το σύνολο του ελληνικού χρέους βρίσκεται σε σταθερά επιτόκια μετά από πράξεις αντιστάθμισης κινδύνου. Οι παράγοντες αυτοί στηρίζουν τη θετική αξιολόγηση της Morningstar DBRS ως προς τη δομή του χρέους και τη ρευστότητα.
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους θα εξαρτηθεί κυρίως από τη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και από τη συνέχιση ισχυρών ρυθμών αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, καθώς το χρέος προς τον επίσημο τομέα σταδιακά θα αντικαθίσταται από χρέος που θα χρηματοδοτείται από τις αγορές, εκθέτοντας τη χώρα σε μεγαλύτερη μεταβλητότητα των αγορών.
Κίνδυνοι για τα δημόσια οικονομικά προκύπτουν επίσης από τις κρατικές εγγυήσεις, οι οποίες ανέρχονταν σε 25,1 δισ. ευρώ το 2025, ποσό που αντιστοιχεί στο 10% του ΑΕΠ. Περίπου το 68% αυτών των εγγυήσεων συνδέεται με το πρόγραμμα προστασίας στοιχείων ενεργητικού «Ηρακλής».
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να παραμείνει υψηλό
Το μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας και η υψηλή αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση επιβαρύνουν το πιστοληπτικό προφίλ της χώρας.
Παρότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε από το 7,2% του ΑΕΠ το 2024 σε εκτιμώμενο 5,7% το 2025, κυρίως λόγω χαμηλότερων τιμών στις εισαγωγές ενέργειας, παραμένει σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα.
Η επιδείνωση αυτή αποδίδεται κυρίως στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στον τομέα των επενδύσεων, η οποία οδήγησε σε αύξηση των εισαγωγών. Η εξέλιξη αυτή υπεραντιστάθμισε την αύξηση των εσόδων από τις εξαγωγές τουριστικών υπηρεσιών.
Το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών εκτιμάται στο 13,5% του ΑΕΠ για το 2025, έναντι πλεονάσματος 9,1% στο ισοζύγιο υπηρεσιών.
Για τα επόμενα χρόνια, η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα παραμείνει υψηλό, στο 5,7% του ΑΕΠ το 2026 και στο 5,8% το 2027.
Παράλληλα, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η εξωτερική θέση της χώρας είναι σήμερα πιο ανθεκτική σε σχέση με το παρελθόν, καθώς σημαντικό μέρος του ελλείμματος χρηματοδοτείται από εισροές που δεν δημιουργούν χρέος, όπως επενδύσεις σε μετοχικό κεφάλαιο και επιχορηγήσεις επενδύσεων.
Το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος της ελληνικής οικονομίας διαμορφώθηκε στο 238% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025, από 247% τον Δεκέμβριο του 2019. Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της οικονομίας ανήλθε στο -138% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025.
Ωστόσο, μεγάλο μέρος των εξωτερικών υποχρεώσεων αφορά δημόσιο χρέος προς επίσημους πιστωτές, με χαμηλό κόστος δανεισμού και μεγάλες περιόδους αποπληρωμής.
Η χρηματοοικονομική κατάσταση του τραπεζικού συστήματος έχει βελτιωθεί
Η ανθεκτικότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια χάρη στα μέτρα στήριξης της κυβέρνησης και την ανάκαμψη της οικονομίας.
Η ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων ενισχύθηκε μέσω του προγράμματος κρατικής εγγύησης «Ηρακλής», το οποίο επέτρεψε τη μεταφορά παλαιών μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός των ισολογισμών των τραπεζών.
Ως αποτέλεσμα, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων των ελληνικών τραπεζών μειώθηκε στο 3,6% τον Σεπτέμβριο του 2025, από 40,6% τον Δεκέμβριο του 2019.
Οι τράπεζες χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από εγχώριες καταθέσεις και διαθέτουν ισχυρά αποθέματα ρευστότητας. Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας διαμορφώθηκε στο 207,2% το τρίτο τρίμηνο του 2025, ενώ ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης έφτασε το 136,2%, επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από το ελάχιστο εποπτικό όριο του 100%.
Η κερδοφορία των τραπεζών ενισχύθηκε επίσης τα τελευταία χρόνια λόγω της αύξησης των χορηγήσεων προς επιχειρήσεις, της προσωρινής διεύρυνσης των καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων, της διαφοροποίησης των εσόδων και της βελτίωσης της λειτουργικής αποδοτικότητας.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, η απόδοση επί του ενεργητικού διαμορφώθηκε στο 1,4% το τρίτο τρίμηνο του 2025.
Η αύξηση της κερδοφορίας συνέβαλε στην ενίσχυση των κεφαλαιακών αποθεμάτων των τραπεζών. Ο δείκτης κεφαλαίων CET1 ανήλθε στο 16,1% το τρίτο τρίμηνο του 2025, από 12,6% τέσσερα χρόνια νωρίτερα.
Παρά τη βελτίωση αυτή, η ποιότητα της κεφαλαιακής βάσης παραμένει σχετικά αδύναμη, καθώς οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις αποτελούν ακόμη σημαντικό μέρος των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών. Τον Ιούνιο του 2025 αντιστοιχούσαν στο 44,6% των κεφαλαίων CET1, αν και προβλέπεται να μειωθούν σταδιακά έως το 2034.
Η πολιτική σταθερότητα εκτιμάται ότι θα παραμείνει υψηλή
Το πολιτικό περιβάλλον στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται τα τελευταία χρόνια από υψηλό βαθμό σταθερότητας.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη διαθέτει ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία από τις εκλογές του 2023, γεγονός που επέτρεψε την προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και την επίτευξη των στόχων του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το οποίο αποσκοπεί στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας.
Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές αναμένεται να πραγματοποιηθούν έως τον Ιούλιο του 2027.
Η Morningstar DBRS δεν αναμένει σημαντικές αλλαγές πολιτικής μετά τις εκλογές, καθώς υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των βασικών πολιτικών κομμάτων σε βασικά ζητήματα οικονομικής πολιτικής.
Παράλληλα, η θεσμική ποιότητα της χώρας εξακολουθεί να επηρεάζεται από αδυναμίες στη διακυβέρνηση, όπως η μεγάλη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών.
Οι δείκτες διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας για την Ελλάδα παραμένουν χαμηλότεροι από εκείνους των περισσότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα ως προς τον δείκτη κράτους δικαίου.
Ωστόσο, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι η θεσμική ποιότητα της χώρας αναμένεται να βελτιωθεί τα επόμενα χρόνια χάρη στις συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη, όπως η αναθεώρηση του δικαστικού χάρτη και η ολοκλήρωση του κτηματολογίου.
Η βελτίωση του πολιτικού περιβάλλοντος και η δέσμευση της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει χρόνιες προκλήσεις της ελληνικής οικονομίας δικαιολογούν τη θετική αξιολόγηση της Morningstar DBRS ως προς το πολιτικό περιβάλλον.
Τα επόμενα ραντεβού
Ο κύκλος των αξιολογήσεων για την Ελλάδα θα συνεχιστεί μέσα στην άνοιξη με τη Moody’s στις 13 Μαρτίου και τη Scope Ratings στις 20 Μαρτίου, ενώ ακολουθούν η Standard & Poor’s στις 24 Απριλίου και η Fitch Ratings στις 8 Μαΐου.

