Με περιορισμούς και προσωρινές λύσεις εισέρχεται στην ελληνική αγορά η δυναμική τιμολόγηση ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία βασίζεται στη συνεχή μεταβολή της χονδρεμπορικής τιμής. Η εφαρμογή της προϋποθέτει τεχνολογικές υποδομές που, προς το παρόν, δεν είναι καθολικά διαθέσιμες, δημιουργώντας ένα μεταβατικό πλαίσιο λειτουργίας.
Βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία των λεγόμενων «πορτοκαλί» τιμολογίων είναι η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών που καταγράφουν την κατανάλωση ανά δεκαπεντάλεπτο. Παράλληλα, η ευρωπαϊκή νομοθεσία απαιτεί τα δεδομένα αυτά να διαβιβάζονται στους προμηθευτές σε σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ και οι καταναλωτές πρέπει να έχουν σχεδόν άμεση εικόνα της κατανάλωσής τους ώστε να μπορούν να τη μεταβάλλουν ανάλογα με τις ώρες χαμηλών τιμών.
Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, οι μεγάλοι προμηθευτές οφείλουν να διαθέσουν δυναμικά τιμολόγια από την 1η Φεβρουαρίου για μεγάλους καταναλωτές και από την 1η Απριλίου για τους μικρούς. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι το υπάρχον δίκτυο έξυπνων μετρητών δεν πληροί πλήρως τις τεχνικές απαιτήσεις. Από τα περίπου 1,3 εκατομμύρια που έχουν εγκατασταθεί έως σήμερα, σημαντικό ποσοστό είτε δεν υποστηρίζει μετάδοση δεδομένων σε σχεδόν πραγματικό χρόνο είτε δεν μπορεί να αποστείλει πιστοποιημένες μετρήσεις με την απαιτούμενη συχνότητα λόγω παλαιών πληροφοριακών συστημάτων.
Ο ΔΕΔΔΗΕ εκτιμά ότι το νέο σύστημα διαχείρισης μετρήσεων θα τεθεί σε λειτουργία στις αρχές του 2026, επιτρέποντας την πλήρη υποστήριξη της δυναμικής τιμολόγησης. Μέχρι τότε, η ΡΑΑΕΥ έχει θεσπίσει μεταβατικό διάστημα πέντε μηνών, εντός του οποίου τα δεδομένα κατανάλωσης θα αποστέλλονται στους προμηθευτές με καθυστέρηση έως ενός μήνα. Παράλληλα, προβλέπεται υποχρέωση ενημέρωσης προμηθευτών και καταναλωτών για τις πραγματικές δυνατότητες κάθε μετρητή.

