Με διπλάσιο ΕΝΦΙΑ θα επιβαρυνθούν από φέτος και έως το 2028 τα κλειστά οικιστικά ακίνητα που βρίσκονται στην κατοχή τραπεζών, funds και εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), κατ’ εφαρμογή διάταξης που είχε ψηφιστεί το προηγούμενο έτος και ενεργοποιείται πλέον με σχετική απόφαση του υφυπουργού Οικονομικών Γιώργος Κώτσηρας.
Η ρύθμιση προβλέπει προσαύξηση 100% στον κύριο φόρο του ΕΝΦΙΑ που αναλογεί στα δικαιώματα επί κατοικιών, διαμερισμάτων και μονοκατοικιών τα οποία ανήκουν σε πιστωτικά ιδρύματα, αγοραστές πιστώσεων, εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και συνδεόμενα νομικά πρόσωπα. Τα ακίνητα αυτά προσδιορίζονται με βάση τα στοιχεία που έχουν δηλωθεί στο έντυπο Ε9, στον Πίνακα 1, στη στήλη 9 «Κατηγορία Ακινήτου», με τους κωδικούς που αντιστοιχούν σε κατοικίες και μονοκατοικίες. Η προσαύξηση επιβάλλεται αποκλειστικά στον κύριο φόρο και ενσωματώνεται στην εκκαθάριση.
Εξαίρεση προβλέπεται για τα ακίνητα που ήταν μισθωμένα για τουλάχιστον έξι μήνες κατά το προηγούμενο έτος από αυτό της επιβολής του φόρου. Με τη συγκεκριμένη πρόβλεψη επιχειρείται να δοθεί κίνητρο ώστε το απόθεμα κατοικιών που έχει περιέλθει στην κατοχή τραπεζών και servicers να διοχετευθεί στην αγορά και να ενισχυθεί η προσφορά, σε μια περίοδο αυξημένων πιέσεων στα ενοίκια.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια εποπτική αρχή, υποχρεούται να παρέχει στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων τα στοιχεία για τα ακίνητα που κατέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα, οι αγοραστές και οι διαχειριστές πιστώσεων, κατόπιν έγγραφου ή ηλεκτρονικού αιτήματος. Τα δεδομένα για τα μισθωμένα ακίνητα αντλούνται από τις δηλώσεις πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης που έχουν υποβληθεί στην ΑΑΔΕ, προκειμένου να διαπιστώνεται αν πληρούται η προϋπόθεση του εξαμήνου.
Ειδικά για το έτος 2026, τα στοιχεία των ακινήτων που ήταν μισθωμένα για τουλάχιστον έξι μήνες εντός του 2025 μπορούν να διαβιβάζονται έως και τις 2 Μαρτίου 2026 από τους υπόχρεους προς την ΑΑΔΕ, με υποχρεωτική αναγραφή του ΑΦΜ και του ΑΤΑΚ και προαιρετικά του αριθμού καταχώρισης μισθωτηρίου.
Η προσαύξηση υπολογίζεται αυτόματα κατά την εκκαθάριση του ΕΝΦΙΑ. Σε περίπτωση που η φορολογική διοίκηση λάβει μεταγενέστερα πληροφορίες από τις οποίες προκύπτει ότι για συγκεκριμένο ακίνητο έπρεπε να επιβληθεί η προσαύξηση, προχωρά σε νέα εκκαθάριση και εκδίδει νέα πράξη προσδιορισμού φόρου, η οποία κοινοποιείται στον φορολογούμενο. Αντίστοιχα, εφόσον έχει επιβληθεί προσαύξηση χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, μπορεί να ζητηθεί επανέλεγχος και επανεκκαθάριση. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, εκδίδεται νέα πράξη ΕΝΦΙΑ, ενώ σε περίπτωση απόρριψης κοινοποιείται αιτιολογημένη πράξη απόρριψης.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι τράπεζες διαθέτουν περίπου 8.300 ακίνητα και οι servicers περίπου 11.000, εκ των οποίων περί τις 7.000 είναι οικιστικά. Το συνολικό κόστος της επιπλέον επιβάρυνσης εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει τα 20 εκατ. ευρώ. Η διάταξη θα παραμείνει σε ισχύ έως το 2028 και τα έσοδα που θα προκύψουν από την εφαρμογή της θα κατευθυνθούν σε δράσεις στήριξης της στεγαστικής πολιτικής, με στόχο την ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών και την αντιμετώπιση των αυξημένων αναγκών στέγασης.

