Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Αυστραλία κατέληξαν σε συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, ολοκληρώνοντας σχεδόν μία δεκαετία διαπραγματεύσεων, καθώς επιδιώκουν να ενισχύσουν τις μεταξύ τους σχέσεις και να αναζωογονήσουν το διεθνές σύστημα εμπορίου που βασίζεται σε κανόνες — ένα σύστημα που, όπως εκτιμούν, δέχεται πιέσεις από την πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ.
Η ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων ανακοινώθηκε την Τρίτη στην Καμπέρα από τον πρωθυπουργό της Αυστραλίας, Άντονι Αλμπανέζε, και την επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Για να τεθεί σε ισχύ, το κείμενο θα πρέπει να εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, να υπογραφεί από τις δύο πλευρές και να επικυρωθεί από τα αντίστοιχα κοινοβούλια.
Παράλληλα, οι δύο πλευρές υπέγραψαν και Συμφωνία Συνεργασίας για την Ασφάλεια και την Άμυνα, με στόχο τη βελτίωση του συντονισμού σε ζητήματα κρίσεων και προκλήσεων ασφάλειας.
«Πρόκειται για μια ολοκληρωμένη, ισορροπημένη και εμπορικά ουσιαστική συμφωνία που θα μειώσει το κόστος για τους Αυστραλούς καταναλωτές και θα ανοίξει νέες αγορές για τους παραγωγούς», δήλωσε ο Αλμπανέζε, προσθέτοντας ότι η συμφωνία καταργεί δασμούς σε βασικές εξαγωγές, όπως το κρασί, τα θαλασσινά και τα προϊόντα οπωροκηπευτικής.
Οι δύο πλευρές παρουσίασαν τη συμφωνία όχι μόνο ως οικονομική επιτυχία, αλλά και ως σαφές μήνυμα ότι το σύστημα ελεύθερου εμπορίου με κανόνες παραμένει ζωντανό.
Η ΕΕ και η Αυστραλία επιδιώκουν να προστατεύσουν τις οικονομίες τους τόσο από το πρόγραμμα δασμών του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ όσο και από τους περιορισμούς της Κίνας στις εξαγωγές κρίσιμων πρώτων υλών. Η φον ντερ Λάιεν άφησε σαφείς αιχμές, περιγράφοντας έναν κόσμο όπου «οι μεγάλες δυνάμεις χρησιμοποιούν τους δασμούς ως μοχλό πίεσης και τις εφοδιαστικές αλυσίδες ως ευάλωτα σημεία προς εκμετάλλευση», σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή προσέγγιση που δίνει έμφαση στην εμπιστοσύνη και τη μείωση των εμποδίων.
Τόνισε επίσης ότι μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες, η ΕΕ «πρόσθεσε σχεδόν 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους στο δίκτυο ελεύθερου εμπορίου της», με συμφωνίες που καλύπτουν τη Λατινική Αμερική, την Ινδία και πλέον την Αυστραλία.
Ο επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ, Μάρος Σέφτσοβιτς, εκτίμησε ότι οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών της Ένωσης προς την Αυστραλία θα αυξηθούν κατά ένα τρίτο μέσα στην επόμενη δεκαετία, από τα σημερινά 65 δισ. ευρώ.
Η συμφωνία προβλέπει, μεταξύ άλλων:
- Κατάργηση των αυστραλιανών δασμών σε προϊόντα όπως τυριά, παρασκευάσματα κρέατος, σοκολάτα και κρασιά
- Ποσοστώσεις για 30.600 τόνους αυστραλιανού βοδινού, εκ των οποίων το 55% θα εισάγεται χωρίς δασμούς μετά από δέκα χρόνια
- Ποσοστώσεις για 25.000 τόνους αιγοπρόβειου κρέατος χωρίς δασμούς, με σταδιακή εφαρμογή σε επτά χρόνια
- Αδασμολόγητη πρόσβαση για 35.000 τόνους αυστραλιανής ζάχαρης από ζαχαροκάλαμο, καθώς και μικρότερες ποσοστώσεις για γαλακτοκομικά προϊόντα
- Περιορισμούς στη χρήση γεωγραφικών ονομασιών για αυστραλιανά προϊόντα, αν και διατηρείται η δυνατότητα χρήσης ονομασιών όπως φέτα και γκρυγιέρ
Οι διαπραγματεύσεις είχαν φτάσει κοντά σε συμφωνία εδώ και εβδομάδες, αλλά σκάλωναν κυρίως στο ζήτημα του κρέατος. Η Αυστραλία πίεζε για μεγαλύτερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ η ΕΕ επιχείρησε να προστατεύσει τον αγροτικό της τομέα.
Ένα ακόμη δύσκολο σημείο ήταν η προστασία ευρωπαϊκών προϊόντων, όπως το Prosecco, με τη συμφωνία να καλύπτει εκατοντάδες ευρωπαϊκά προϊόντα, μεταξύ των οποίων 231 κατηγορίες κρασιών και αλκοολούχων ποτών.
Ωστόσο, η συμφωνία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στον αγροτικό τομέα της Αυστραλίας. Ο πρόεδρος της Εθνικής Ομοσπονδίας Αγροτών, Χάμις ΜακΙντάιρ, χαρακτήρισε τη συμφωνία «εξαιρετικά απογοητευτική», υποστηρίζοντας ότι δεν προσφέρει ουσιαστική βελτίωση στην πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά.
Οργανώσεις του κλάδου του κρέατος και των γαλακτοκομικών μίλησαν για τη χειρότερη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου που έχει συναφθεί για τους συγκεκριμένους τομείς.
Στον τομέα των αυτοκινήτων, η Αυστραλία συμφώνησε να αυξήσει το όριο τιμής για την επιβολή φόρου πολυτελείας στα ηλεκτρικά οχήματα στις 120.000 αυστραλιανά δολάρια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η συμφωνία συνεργασίας για κρίσιμες πρώτες ύλες, καθώς οι δύο πλευρές επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από την Κίνα, μετά τους περιορισμούς που επέβαλε στις εξαγωγές σπάνιων γαιών.
«Η Αυστραλία διαθέτει σχεδόν όλα τα κρίσιμα ορυκτά που χρειαζόμαστε, αλλά χρειάζεται επενδυτές και συνεργασίες για να τα αξιοποιήσει», σημείωσε ο Σέφτσοβιτς.
Η φον ντερ Λάιεν συνέδεσε τις συμφωνίες για εμπόριο, πρώτες ύλες και ασφάλεια, υπογραμμίζοντας ότι θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητα τόσο της Ευρώπης όσο και της Αυστραλίας.
Παράλληλα, επέκρινε την «εργαλειοποίηση» των εφοδιαστικών αλυσίδων από την Κίνα, αναδεικνύοντας τη διάσταση της οικονομικής ασφάλειας που αποκτά πλέον η εμπορική πολιτική.

