Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει την πλήρη απαγόρευση όλων των συναλλαγών κρυπτονομισμάτων με τη Ρωσία, επιχειρώντας να περιορίσει τη χρήση ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων από τη Μόσχα για την παράκαμψη των διεθνών κυρώσεων μέσω μη παραδοσιακών χρηματοπιστωτικών δικτύων.
Σύμφωνα με με έγγραφο που περιήλθε σε γνώση των Financial Times, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε το εκτεταμένο αυτό μέτρο, αντί να επιδιώξει την απαγόρευση νέων ρωσικών crypto εταιρειών που δημιουργούνται ως «αντίγραφα» πλατφόρμων που τελούν υπό κυρώσεις.
Οι Βρυξέλλες υποστηρίζουν ότι τέτοιες δομές χρησιμοποιούνται για τη διευκόλυνση εμπορίου αγαθών που παρακάμπτουν τις κυρώσεις και αξιοποιούνται στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας.
«Οποιαδήποτε περαιτέρω καταχώριση μεμονωμένων παρόχων υπηρεσιών κρυπτο-περιουσιακών στοιχείων είναι πιθανό να οδηγήσει στη δημιουργία νέων σχημάτων που θα παρακάμπτουν τις συγκεκριμένες κυρώσεις», αναφέρεται σε εσωτερικό έγγραφο της Επιτροπής με τις προτάσεις προς κυβερνήσεις της ΕΕ.
«Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι κυρώσεις επιτυγχάνουν τον σκοπό τους, η Ευρωπαϊκή Ένωση απαγορεύει τη συνεργασία με οποιονδήποτε πάροχο υπηρεσιών κρυπτονομισμάτων ή τη χρήση οποιασδήποτε πλατφόρμας μεταφοράς και ανταλλαγής crypto που έχει έδρα στη Ρωσία», προστίθεται στο ίδιο έγγραφο.
Η Κόμισιόν φαίνεται να εστιάζει κυρίως στην αποτροπή δημιουργίας διαδόχων της ρωσικής πλατφόρμας ανταλλαγής κρυπτονομισμάτων Garantex, η οποία τέθηκε υπό κυρώσεις από τις ΗΠΑ το 2022 επειδή λειτουργούσε ως προτιμώμενη πλατφόρμα για κυβερνοεγκληματίες. Ανάμεσα τους αναφέρεται η A7, μια ρωσική πλατφόρμα πληρωμών, καθώς και το stablecoin A7A5 που είναι συνδεδεμένο με το ρούβλι.
Σημειωτέον ότι οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η ΕΕ έχουν ήδη επιβάλει περιοριστικά μέτρα κατά της εταιρείας. Τον περασμένο μήνα, ωστόσο, η εταιρεία ανάλυσης blockchain Elliptic διαπίστωσε ότι ο συνολικός όγκος συναλλαγών του συγκεκριμένου stablecoin ξεπέρασε τα 100 δισ. δολάρια.
Η Επιτροπή προτείνει επίσης την προσθήκη 20 τραπεζών στον κατάλογο κυρώσεων, καθώς και την απαγόρευση συναλλαγών με το ψηφιακό ρούβλι, το οποίο υποστηρίζεται από τη ρωσική κεντρική τράπεζα.
Το πακέτο περιλαμβάνει ακόμη πλήρη απαγόρευση παροχής υπηρεσιών σε πλοία που μεταφέρουν ρωσικό αργό πετρέλαιο, εμποδίζοντας εταιρείες να παρέχουν ασφάλιση, συντήρηση και άλλες υπηρεσίες σε δεξαμενόπλοια. Στην πράξη, το μέτρο θα μπορούσε να αντικαταστήσει το υφιστάμενο σύστημα περιορισμών που αφορά μόνο το πετρέλαιο που πωλείται πάνω από το πλαφόν τιμών που έχει καθορίσει η G7, το οποίο είχε σχεδιαστεί για να περιορίσει τα έσοδα των πετρελαϊκών εξαγωγών του Κρεμλίνου.
Ωστόσο, ορισμένα κράτη-μέλη έχουν εκφράσει ανησυχίες ότι το συγκεκριμένο μέτρο θα μπορούσε απλώς να οδηγήσει εταιρείες εκτός ΕΕ να αναλάβουν τη σχετική δραστηριότητα, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές.
Οι Βρυξέλλες προτείνουν επίσης την απαγόρευση των εξαγωγών ορισμένων αγαθών διπλής χρήσης προς το Κιργιστάν, υποστηρίζοντας ότι εταιρείες της χώρας έχουν μεταπωλήσει στη Ρωσία απαγορευμένα προϊόντα, όπως εργαλεία μηχανών και ηλεκτρονικά εξαρτήματα που χρησιμοποιούνται σε όπλα και drones.
«Οι εισαγωγές βασικών προϊόντων υψηλής προτεραιότητας από την ΕΕ προς το Κιργιστάν έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά 800% από την έναρξη του πολέμου, ενώ οι εξαγωγές από τη χώρα προς τη Ρωσία έχουν αυξηθεί κατά 1.200%», αναφέρει το έγγραφο, προσθέτοντας ότι η συνέχιση του εμπορίου «αποδεικνύει έναν διαρκή και ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο παράκαμψης των κυρώσεων».
Η συγκεκριμένη απαγόρευση θα αποτελέσει την πρώτη εφαρμογή των μηχανισμών αποτροπής παράκαμψης κυρώσεων, που αποτελούν βασικό στοιχείο του 20ού πακέτου κυρώσεων της ΕΕ.

