Ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ευρωζώνη παραμένει σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με την προ πανδημίας περίοδο, κυρίως λόγω των αυξήσεων στις διεθνείς τιμές συγκεκριμένων προϊόντων, σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Οι ανατιμήσεις στα συγκεκριμένα προϊόντα εξηγούν πάνω από το 50% της αύξησης του ετήσιου πληθωρισμού τροφίμων, παρά το γεγονός ότι ο συντελεστής στάθμισής τους στον σχετικό δείκτη είναι χαμηλότερος από 25%. Αντίθετα, οι αυξήσεις στις τιμές των υπόλοιπων τροφίμων έχουν σε γενικές γραμμές ομαλοποιηθεί μετά την εκτίναξη της διετίας 2022–2023, με αποκορύφωμα τον Μάρτιο του 2023, όταν ο δείκτης τροφίμων είχε αυξηθεί κατά 15,5% σε ετήσια βάση.
Οι πιέσεις στις διεθνείς τιμές των τροφίμων ξεκίνησαν ήδη από την περίοδο της πανδημίας, λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, και εντάθηκαν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Τότε, οι μεγαλύτερες αυξήσεις αφορούσαν το σιτάρι και τα δημητριακά, τη ζάχαρη, τα αυγά και τα γαλακτοκομικά προϊόντα.
Στη συνέχεια, ακολούθησε η εκτίναξη των τιμών του ελαιόλαδου, εξαιτίας της μειωμένης παραγωγής στις μεσογειακές χώρες, ενώ την τελευταία διετία ιδιαίτερη επιβάρυνση για τους καταναλωτές αποτελούν το κρέας, η σοκολάτα, το κακάο και ο καφές.
Οι διεθνείς τιμές του καφέ υπερδιπλασιάστηκαν στις αρχές του 2025 σε σχέση με τις αρχές του 2024. Σύμφωνα με στοιχεία του Trading Economics, στη συνέχεια υποχώρησαν κατά 28% από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο του 2025, για να αυξηθούν εκ νέου περίπου 40% έως τον Νοέμβριο και να μειωθούν αργότερα.
Η μελέτη της ΕΚΤ επισημαίνει ότι οι μεταβολές στις διεθνείς τιμές τροφίμων μεταφέρονται στις τιμές καταναλωτή με χρονική καθυστέρηση, όπως είχε δείξει και παλαιότερη έρευνα του ΔΝΤ. Αυτό σημαίνει ότι και οι μειώσεις στις διεθνείς τιμές εμφανίζονται με καθυστέρηση στα ράφια των καταστημάτων.
Αντίστοιχη πορεία κατέγραψαν και οι τιμές της σοκολάτας, οι οποίες άρχισαν να αυξάνονται από το δεύτερο εξάμηνο του 2023, κορυφώθηκαν τον Απρίλιο του 2024 και στη συνέχεια υποχώρησαν, παραμένοντας ωστόσο σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Ιδιαίτερα έντονες είναι και οι πιέσεις στο βόειο κρέας. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι τιμές παραγωγού στην Ευρώπη αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 28% σε ετήσια βάση στα τέλη Νοεμβρίου 2025. Μετά από μια σύντομη σταθεροποίηση τον Οκτώβριο, οι τιμές επανήλθαν σε ανοδική τροχιά, λόγω διαρθρωτικά περιορισμένης διαθεσιμότητας ζώων και ισχυρής παγκόσμιας ζήτησης.
Στο πρώτο εννεάμηνο του 2025, η παραγωγή βόειου κρέατος στην ΕΕ μειώθηκε κατά 3,7%, με σημαντικές μειώσεις στη Γερμανία (-6,8%), τη Γαλλία και την Ισπανία (-2,8% και οι δύο). Η μείωση αυτή οδήγησε σε αύξηση των εισαγωγών κατά 14,2% στο πρώτο οκτάμηνο του έτους.
Την άνοδο των διεθνών τιμών στο κρέας καταγράφει και ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ, σύμφωνα με τον οποίο ο δείκτης τιμών κρέατος αυξήθηκε κατά 5,1% το 2025. Ο FAO σημειώνει ότι οι τιμές του βόειου και του πρόβειου κρέατος αυξήθηκαν απότομα λόγω ισχυρής ζήτησης για εισαγωγές και περιορισμένης διαθεσιμότητας εξαγωγών, ενώ αντίθετα οι τιμές του χοιρινού και του κοτόπουλου υποχώρησαν, λόγω εξασθένισης της ζήτησης και αυξημένης προσφοράς αντίστοιχα.
Η ανάλυση της ΕΚΤ δείχνει επίσης ότι στην άνοδο των τιμών τροφίμων συμβάλλει και η αύξηση των μισθών στον τομέα του εμπορίου. Τα τελευταία στοιχεία για τις αμοιβές ανά εργαζόμενο καταδεικνύουν ότι οι αυξήσεις μισθών στο λιανικό εμπόριο, τις μεταφορές και τα καταλύματα παρέμειναν υψηλές το 2025 σε σύγκριση με τα προ πανδημίας επίπεδα.
Παρά τις επίμονες πιέσεις, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εκτιμά ότι ο πληθωρισμός τροφίμων θα υποχωρήσει αισθητά το 2026, πλησιάζοντας το 2% προς το τέλος του έτους, καθώς θα εξασθενήσει ο αντίκτυπος των προηγούμενων αυξήσεων στις διεθνείς τιμές έως το καλοκαίρι.

