Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της εγχώριας αγοράς εργασίας και της παραγωγής στη μεταποίηση εκπέμπουν μια θετική εικόνα για την οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα το δ’ τρίμηνο 2025. σημειώνει η Eurobank στο τρέχον δελτίο «7 Ημέρες Οικονομία». Σε ό,τι αφορά τις εξωτερικές συναλλαγές, το εμπορικό έλλειμμα συρρικνώθηκε το 2025, το αποτέλεσμα αυτό ωστόσο προήλθε από τη συνιστώσα των εισαγωγών πετρελαιοειδών και όχι από την ενίσχυση της εξαγωγικής επίδοσης της οικονομίας.
Σύμφωνα με τη μηνιαία έρευνα εργατικού δυναμικού της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης επιταχύνθηκε το δ’ τρίμηνο 2025, εξέλιξη που εκπέμπει ένα θετικό μήνυμα για τη βραχυπρόθεσμη δυναμική του πραγματικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Αναλυτικά, όπως παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 1.1, το ύψος της απασχόλησης διαμορφώθηκε σε 4.378,8 χιλ. άτομα, καταγράφοντας ενίσχυση της τάξης του 0,9% σε τριμηνιαία βάση και 2,1% σε ετήσια βάση, από 0,2% και 1,9% αντίστοιχα το γ’ τρίμηνο 2025.

Πάρα ταύτα, ο αριθμός των απασχολούμενων ατόμων στην Ελλάδα το δ’ τρίμηνο 2025 ήταν χαμηλότερος σε σύγκριση με την κορυφή (peak) του β’ τριμήνου 2008 -προ κρίσης χρέους επίπεδα- κατά 227,5 χιλ. ή 4,9%. Πλέον, η απόκλιση αυτή δεν έχει κυκλικά (cyclical) χαρακτηριστικά αλλά δομικά (structural), αντικατοπτρίζοντας τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού και άλλες αδυναμίες της εγχώριας αγοράς εργασίας. Αυτό αντανακλάται και στο θετικό παραγωγικό κενό που παρουσιάζει η ελληνική οικονομία, δηλαδή στο ότι το τρέχον πραγματικό ΑΕΠ είναι υψηλότερο από το δυνητικό.
Σε ετήσιο επίπεδο, ο μέσος ρυθμός αύξησης της απασχόλησης επιβραδύνθηκε ελαφρά στο 1,6%, από 1,8% το 2024, παραμένοντας ωστόσο βασικός πυλώνας της οικονομικής μεγέθυνσης. Η διατήρηση ικανοποιητικών ρυθμών αύξησης της απασχόλησης τα επόμενα χρόνια προϋποθέτει τη διεύρυνση του εργατικού δυναμικού -αναγκαία συνθήκη, όχι όμως ικανή- μέσω της δημιουργίας κινήτρων για την είσοδο στην εγχώρια αγορά εργασίας των νέων, των γυναικών, των συνταξιούχων που επιθυμούν να επανενταχθούν στην απασχόληση και των επιστημόνων που μετανάστευσαν στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους. Σχετικές επισημάνσεις διατυπώνονται συστηματικά στις εκθέσεις εγχώριων και διεθνών οργανισμών (ΤτΕ, ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΟΟΣΑ κ.α.) αναφορικά με τις μεσοπρόθεσμες (medium-term) προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Στη μακροπρόθεσμη περίοδο (long-term), καθοριστικός παράγοντας παραμένει η πορεία της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία εξαρτάται από τον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό της οικονομίας και από τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών (total factor productivity).

Παράλληλα με την άνοδο της συνολικής απασχόλησης στην Ελλάδα, ο εξωστρεφής και σε αρκετούς τομείς καινοτόμος κλάδος της μεταποίησης, σημείωσε θετικά αποτελέσματα στο τέλος του 2025. Αναλυτικά, ο δείκτης παραγωγής στη μεταποίηση κατέγραψε ισχυρή αύξηση 2,6% σε τριμηνιαία βάση και 5,4% σε ετήσια βάση το δ’ τρίμηνο 2025 (βλ. Διάγραμμα 2.1), από 0,6% και 3,0% αντίστοιχα το γ’ τρίμηνο 2025. Η εξέλιξη αυτή συνιστά πρόσθετη ένδειξη ενίσχυσης της βραχυπρόθεσμης δυναμικής του πραγματικού ΑΕΠ κατά το τελευταίο τρίμηνο του έτους (βλ. Διάγραμμα 2.2). Αξίζει να σημειωθεί ότι η παραγωγή στη μεταποίηση αποτελεί μια από τις λίγες πραγματικές μεταβλητές (real variables) της ελληνικής οικονομίας που έχουν καλύψει τις απώλειες της περιόδου της κρίσης χρέους.
Για το σύνολο του έτους 2025, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του δείκτη παραγωγής στη μεταποίηση ναι μεν επιβραδύνθηκε σε σύγκριση με το 2024, ωστόσο διατηρήθηκε σε σχετικά υψηλά επίπεδα (3,3% vs. 4,0% το 2024). Μεταξύ των κλάδων με σημαντική συμμετοχή στη συνολική παραγωγή της μεταποίησης, η βιομηχανία τροφίμων κατέγραψε αύξηση 4,0%, η παραγωγή βασικών μετάλλων 4,5% και η παραγωγή χημικών ουσιών και προϊόντων 7,3%, ενώ αντιθέτως η παραγωγή οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου παρουσίασε μείωση 3,7%.

