Σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταγράφουν τα προκαταρκτικά στοιχεία για το ΑΕΠ ανά κάτοικο σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (PPP) για το 2025, αναδεικνύοντας για ακόμη μία χρονιά τις έντονες ανισότητες στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής οικονομίας. Το εύρος των διαφορών είναι ιδιαίτερα μεγάλο, καθώς οι επιδόσεις κυμαίνονται από μόλις 68% του μέσου όρου της ΕΕ για την Ελλάδα και τη Βουλγαρία έως και 239% για το Λουξεμβούργο, το οποίο διατηρεί την πρώτη θέση με μεγάλη απόσταση από τις υπόλοιπες χώρες. Ως σημείο αναφοράς, ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται περίπου στα 41.600 ευρώ ανά κάτοικο σε όρους αγοραστικής δύναμης, προσφέροντας μια σαφή βάση σύγκρισης.
Η εικόνα για την ελληνική οικονομία παρουσιάζει επιδείνωση, καθώς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους PPP υποχώρησε κατά μία ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το 2024, γεγονός που υποδηλώνει στασιμότητα ή και απώλεια σχετικής δυναμικής έναντι των ευρωπαϊκών οικονομιών. Η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον στη δεύτερη χαμηλότερη θέση στην ΕΕ, ξεπερνώντας μόνο τη Βουλγαρία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η τελευταία κατέγραψε βελτίωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος, καθώς από το 66% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2024, κινήθηκε υψηλότερα το 2025, σε αντίθεση με την ελληνική επίδοση.

Σε ευρύτερο επίπεδο, τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι μόλις 10 από τα 27 κράτη-μέλη ξεπερνούν τον μέσο όρο της ΕΕ, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 34% του συνολικού πληθυσμού της Ένωσης. Στην ομάδα αυτή, πέρα από τις κορυφαίες επιδόσεις του Λουξεμβούργου και της Ιρλανδίας, συγκαταλέγονται οικονομίες με ισχυρή παραγωγική βάση όπως η Ολλανδία, η Δανία, η Αυστρία και η Γερμανία, αλλά και χώρες όπως το Βέλγιο, η Σουηδία, η Μάλτα και η Φινλανδία, που επίσης διατηρούν επίπεδα άνω του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Αντίθετα, η πλειονότητα των χωρών της ΕΕ κινείται κοντά αλλά κάτω από τον μέσο όρο, αποτυπώνοντας μια πιο συγκρατημένη εικόνα σύγκλισης. Συγκεκριμένα, χώρες όπως η Γαλλία, η Κύπρος, η Ιταλία, η Τσεχία, η Ισπανία και η Σλοβενία βρίσκονται έως και 10% χαμηλότερα από τον μέσο όρο, ενώ ένα δεύτερο γκρουπ οικονομιών – μεταξύ των οποίων η Λιθουανία, η Πορτογαλία και η Πολωνία – καταγράφει επιδόσεις περίπου 10% έως 20% χαμηλότερες.
Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα επίπεδα ευημερίας, με βάση το ΑΕΠ ανά κάτοικο σε όρους αγοραστικής δύναμης, εντοπίζονται στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Η Βουλγαρία και η Ελλάδα παραμένουν στις τελευταίες θέσεις, με επιδόσεις κατά 32% χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ ακολουθεί η Λετονία με απόκλιση της τάξης του 29%. Τα στοιχεία αυτά υπογραμμίζουν ότι, παρά τη συνολική πρόοδο της ευρωπαϊκής οικονομίας, το χάσμα μεταξύ των πιο ανεπτυγμένων και των πιο αδύναμων οικονομιών παραμένει σημαντικό, αποτελώντας βασική πρόκληση για τη συνοχή και τη μελλοντική ανάπτυξη της Ένωσης.

