Ιδιαίτερα θετικές παραμένουν οι προοπτικές για τις ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με τη νέα έκθεση της Goldman Sachs, η οποία κάνει λόγο για υψηλή διαρθρωτική κερδοφορία, ισχυρή κεφαλαιακή βάση και αυξημένη στρατηγική ευελιξία. Ο αμερικανικός επενδυτικός οίκος επισημαίνει ότι ο κλάδος έχει εισέλθει σε μια νέα φάση ωριμότητας, υποστηριζόμενη από ένα ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον, βελτιωμένη ποιότητα ενεργητικού και σταθερά επιχειρηματικά μοντέλα, γεγονός που δημιουργεί ισχυρές προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης.
Παράλληλα, η Goldman Sachs αναθεωρεί σημαντικά προς τα πάνω τις τιμές-στόχους για τις ελληνικές τράπεζες, κατά μέσο όρο κατά 27%, υιοθετώντας πλέον ως βασικό μοντέλο αποτίμησης τον δείκτη P/E, λόγω της αυξημένης προβλεψιμότητας των κερδών. Σύμφωνα με την έκθεση, οι νέες τιμές-στόχοι υποδηλώνουν μέση ανοδική δυναμική περίπου 20% σε ορίζοντα 12 μηνών, επιβεβαιώνοντας τη θετική επενδυτική εικόνα του κλάδου.
Για τη Eurobank, η Goldman Sachs προχωρά σε αναβάθμιση της σύστασης σε «Αγορά» από «Ουδέτερη», αναγνωρίζοντας το πλεονεκτικό επιχειρηματικό της μοντέλο και τη γεωγραφική της διαφοροποίηση σε Ελλάδα, Κύπρο και Βουλγαρία. Η νέα τιμή-στόχος διαμορφώνεται στα 5,00 ευρώ, που συνεπάγεται περιθώριο ανόδου 21%. Ο οίκος εκτιμά ότι η Eurobank διαθέτει σταθερή απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROTE) κοντά στο 15%, ισχυρή οργανική κερδοφορία και σημαντικές προοπτικές περαιτέρω ενίσχυσης μέσω εξαγορών και συνεργειών, γεγονός που τη καθιστά μία από τις πλέον ελκυστικές επιλογές στον κλάδο.
Ιδιαίτερα θετική παραμένει η στάση της Goldman Sachs και για την Τράπεζα Πειραιώς, για την οποία επαναλαμβάνει τη σύσταση «Αγορά», επιβεβαιώνοντας τη συνεχή βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών της. Η νέα τιμή-στόχος ανέρχεται στα 10,50 ευρώ, υποδηλώνοντας ανοδικό περιθώριο 20%. Σύμφωνα με την έκθεση, η Πειραιώς εμφανίζει ισχυρή αύξηση δανείων, βελτιωμένη ποιότητα χαρτοφυλακίου και αυξανόμενη αποδοτικότητα, ενώ η ενσωμάτωση της Εθνικής Ασφαλιστικής αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τα έσοδα και τη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων της.
Θετικές παραμένουν και οι εκτιμήσεις για την Alpha Bank, με τη Goldman Sachs να διατηρεί τη σύσταση «Αγορά», αναγνωρίζοντας τη σταθερή πρόοδο στον μετασχηματισμό της. Η τιμή-στόχος τοποθετείται στα 5,10 ευρώ, που συνεπάγεται περιθώριο ανόδου 22%, το υψηλότερο μεταξύ των τεσσάρων συστημικών τραπεζών. Ο οίκος επισημαίνει τη βελτίωση της λειτουργικής αποδοτικότητας, τη συγκράτηση του κόστους και την ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης, ενώ ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην εξαγορά της AstroBank στην Κύπρο, η οποία ενισχύει τη διεθνή παρουσία και τις προοπτικές κερδοφορίας της τράπεζας.
Σε ό,τι αφορά την Εθνική Τράπεζα, η Goldman Sachs υποβαθμίζει τη σύσταση σε «Ουδέτερη» από «Αγορά», όχι λόγω επιδείνωσης των θεμελιωδών μεγεθών, αλλά εξαιτίας της σχετικά υψηλότερης αποτίμησης. Η νέα τιμή-στόχος διαμορφώνεται στα 16,75 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ανοδικό περιθώριο 11%, χαμηλότερο σε σύγκριση με τις υπόλοιπες τράπεζες. Παρά την υποβάθμιση, ο οίκος αναγνωρίζει ότι η Εθνική διαθέτει ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, υψηλή ποιότητα ενεργητικού και πλεονάζον κεφάλαιο, το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί για αυξημένες αποδόσεις προς τους μετόχους ή για στοχευμένες εξαγορές.
Σε ευρύτερο επίπεδο, η Goldman Sachs επισημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να εμφανίζουν ρυθμό πιστωτικής επέκτασης περίπου διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, διατηρώντας παράλληλα κορυφαίους δείκτες αποδοτικότητας και χαμηλό κόστος λειτουργίας. Οι δείκτες κόστους προς έσοδα κινούνται κοντά στο 35%, έναντι περίπου 50% για τις περισσότερες ευρωπαϊκές τράπεζες, γεγονός που ενισχύει τη συγκριτική τους θέση.
Για την περίοδο 2026-2028, ο οίκος προβλέπει μέση απόδοση επί των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων της τάξης του 14%-15%, με δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας CET1 άνω του 15%, επιβεβαιώνοντας τη χρηματοοικονομική ανθεκτικότητα του κλάδου. Παράλληλα, αναμένεται περαιτέρω διαφοροποίηση των εσόδων μέσω προμηθειών, συνεργειών και εξαγορών, σε συνδυασμό με επενδύσεις σε τεχνολογία και ψηφιακές υπηρεσίες.
Συνολικά, η Goldman Sachs διατηρεί μια γενικά θετική στάση για τις ελληνικές τράπεζες, εκτιμώντας ότι θα συνεχίσουν να παρουσιάζουν σταθερή αύξηση κερδών, ισχυρή κεφαλαιακή βάση και ελκυστικές αποτιμήσεις. Παρά τους επιμέρους κινδύνους που σχετίζονται με την πορεία των δανείων, το κόστος και την πιστωτική ποιότητα, ο οίκος θεωρεί ότι ο κλάδος βρίσκεται σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης, με σημαντικές ευκαιρίες για τους επενδυτές τα επόμενα χρόνια.

