Σε θετικό οικονομικό περιβάλλον συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται οι ελληνικές τράπεζες, με ισχυρή ζήτηση για εταιρικά δάνεια, ανθεκτική ποιότητα ενεργητικού και σημαντική δημιουργία κεφαλαίου, σύμφωνα με ανάλυση της Goldman Sachs. Στις 9 και 10 Μαρτίου 2026, η αμερικανική επενδυτική τράπεζα πραγματοποίησε επενδυτικό ταξίδι στην Αθήνα, όπου είχε συναντήσεις με τις διοικήσεις και τα τμήματα επενδυτικών σχέσεων των Eurobank, Εθνικής, Alpha Bank, Τράπεζας Πειραιώς και της Τράπεζας Κύπρου.
Η Goldman Sachs υπογραμμίζει ότι το γενικό οικονομικό περιβάλλον στην Ελλάδα παραμένει υποστηρικτικό για τον τραπεζικό κλάδο, με σταθερή ανάπτυξη που ενισχύει την ισχυρή ζήτηση για επιχειρηματικά δάνεια, ενώ η ποιότητα των χαρτοφυλακίων παραμένει ανθεκτική. Η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλότερη έκθεση σε ενεργειακά σοκ συγκριτικά με άλλες χώρες της Ευρωζώνης, αν και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μπορεί να δημιουργήσουν κινδύνους μέσω πιθανής ανόδου των τιμών ενέργειας και του πληθωρισμού.
Οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να βελτιώνουν τα κεφάλαιά τους και εμφανίζονται ευέλικτες στη διαχείρισή τους, δίνοντας προτεραιότητα στην αύξηση των αποδόσεων προς τους μετόχους και στοχευμένες μικρής κλίμακας εξαγορές, ιδιαίτερα στους τομείς της τραπεζοασφάλισης και της διαχείρισης περιουσίας.
Κατά τις συναντήσεις με τη Goldman Sachs, οι τράπεζες παρουσίασαν τα βασικά στρατηγικά τους πλεονεκτήματα: Η Alpha Bank τόνισε τα οφέλη της συνεργασίας με τη UniCredit, ενισχύοντας τη χονδρική τραπεζική και διευρύνοντας τη γεωγραφική παρουσία της, ενώ ανέδειξε τις ευκαιρίες ανάπτυξης στη διαχείριση περιουσίας. Η Εθνική Τράπεζα υπογράμμισε την ισχυρή βάση καταθέσεων, τη συνετή διαχείριση κεφαλαίων και το σχέδιο σταδιακής μείωσης του δείκτη CET1 κάτω από το 16% έως το 2028 μέσω αυξημένων διανομών και παράλληλης πιστωτικής ανάπτυξης. Η Eurobank επικεντρώνεται στη βελτίωση της αποδοτικότητας κόστους, στην τεχνολογική αναβάθμιση και στη διατήρηση ισορροπημένης ποιότητας ενεργητικού, ενώ η Τράπεζα Πειραιώς αναδεικνύει το πλεονάζον κεφάλαιο ως μοχλό για πιστωτική επέκταση, εξαγορές και υψηλότερες διανομές προς τους μετόχους.
Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η Goldman Sachs σημειώνει ότι η ελληνική οικονομία διατηρεί ισχυρή δυναμική, με συνετή δημοσιονομική πολιτική, αυξημένα δημόσια έσοδα και συνεχή μείωση της ανεργίας. Σημαντική στήριξη παρέχει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο συνεχίζει να χρηματοδοτεί επενδύσεις, αν και το χρονικό παράθυρο για νέα έργα περιορίζεται μέσα στο 2026.
Η ζήτηση για δάνεια αναμένεται να παραμείνει ισχυρή το 2026, κυρίως από επιχειρήσεις, ενώ οι συνθήκες χρηματοδότησης μέσω καταθέσεων παραμένουν ευνοϊκές, με μεγάλο μέρος των λογαριασμών να χαρακτηρίζεται από υψηλή κινητικότητα και μικρά υπόλοιπα. Παράλληλα, οι τράπεζες προσπαθούν να κατευθύνουν πελάτες από προθεσμιακές καταθέσεις σε προϊόντα διαχείρισης κεφαλαίων, εκμεταλλευόμενες το χαμηλό επίπεδο διείσδυσης επενδυτικών προϊόντων στην ελληνική αγορά.
Η Κύπρος αξιολογείται ως ελκυστική αγορά, με χαμηλό κόστος καταθέσεων και ισχυρές μακροοικονομικές συνθήκες, ενώ η ποιότητα ενεργητικού παραμένει θετική και το κόστος πιστωτικού κινδύνου αναμένεται να συνεχίσει να μειώνεται.
Σύμφωνα με τις συστάσεις της Goldman Sachs για τις μετοχές των ελληνικών τραπεζών, η εικόνα διαμορφώνεται ως εξής: Η Eurobank έχει τιμή στόχο 5,00 ευρώ από 3,57 ευρώ, η Τράπεζα Πειραιώς στα 10,50 ευρώ από 7,20 ευρώ και η Alpha Bank στα 5,10 ευρώ από 3,43 ευρώ, όλες με σύσταση αγοράς (Buy). Αντίθετα, η Εθνική Τράπεζα διατηρεί ουδέτερη σύσταση (Neutral) με τιμή στόχο 17,50 ευρώ από 12,95 ευρώ.
Οι βασικοί κίνδυνοι που επισημαίνει η Goldman Sachs περιλαμβάνουν πιθανή επιβράδυνση της πιστωτικής επέκτασης, συμπίεση των επιτοκιακών περιθωρίων, αύξηση του λειτουργικού ή του πιστωτικού κόστους και χαμηλότερη από την αναμενόμενη δημιουργία κεφαλαίου.
Η ανάλυση καταδεικνύει ότι οι ελληνικές τράπεζες συνδυάζουν πλέον ισχυρούς ισολογισμούς, ανθεκτική ζήτηση για δάνεια και ευελιξία στη διαχείριση κεφαλαίου, στοιχεία που ενισχύουν τη στρατηγική ανάπτυξη και τις επενδυτικές προοπτικές τους.

