Η HSBC Holdings Plc συμφώνησε να καταβάλει περίπου 300 εκατ. ευρώ (350 εκατ. δολάρια) προκειμένου να διευθετήσει μια διπλή ποινική και φορολογική υπόθεση στη Γαλλία, η οποία αφορά τον φερόμενο ρόλο της στο σκάνδαλο Cum-Cum, που έχει εμπλέξει μερικές από τις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας.
Η συμφωνία συμβιβασμού παρουσιάστηκε την Πέμπτη σε δικαστήριο στο Παρίσι, με τον αρμόδιο δικαστή να αναμένεται να αποφασίσει αργότερα αν θα την εγκρίνει. Εφόσον εγκριθεί, θα τερματίσει την έρευνα της Parquet National Financier (PNF) κατά της HSBC, χωρίς η τράπεζα να προβεί σε παραδοχή ενοχής.
Η συμφωνία περιλαμβάνει πρόστιμο περίπου 268 εκατ. ευρώ, καθώς και φορολογική οφειλή ύψους περίπου 30 εκατ. ευρώ, την οποία η HSBC έχει ήδη καταβάλει.
Ο Benjamin Rossan, εκπρόσωπος της HSBC, δήλωσε στο δικαστήριο ότι η τράπεζα αναγνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αφορούν συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν από traders στο Παρίσι την περίοδο 2014–2019. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «δεν καταβλήθηκε το σωστό ποσό γαλλικού φόρου».
Η εξέλιξη αυτή ασκεί πίεση και σε άλλες μεγάλες τράπεζες, μεταξύ των οποίων η BNP Paribas SA και η θυγατρική της Exane SA, η Société Générale SA και η Natixis SA. Οι εγκαταστάσεις τους είχαν αποτελέσει στόχο εκτεταμένων ερευνών της PNF το 2023, χωρίς ωστόσο να έχει ασκηθεί κατηγορία σε βάρος τους.
Τον Σεπτέμβριο, ο επενδυτικός τραπεζικός βραχίονας της Crédit Agricole SA συμφώνησε να καταβάλει περίπου 134 εκατ. ευρώ σε πρόστιμα και αναδρομικούς φόρους για να κλείσει αντίστοιχη έρευνα.
Η φερόμενη λογική των συναλλαγών Cum-Cum ήταν να επιτραπεί σε ξένους κατόχους γαλλικών μετοχών να αποφύγουν τον φόρο παρακράτησης μερισμάτων, δανείζοντας τους τίτλους σε οντότητες που απαλλάσσονταν από τον φόρο — όπως εγχώριες τράπεζες — κατά την περίοδο διανομής μερισμάτων.
Στη Γαλλία, οι αρχές ακολουθούν διττή στρατηγική για την καταστολή των πρακτικών αυτών. Πέρα από τις ποινικές διώξεις, το υπουργείο Οικονομικών εκτιμά ότι οι φορολογικές υπηρεσίες προσπαθούν να ανακτήσουν περίπου 4,5 δισ. ευρώ σε διαφυγόντα φορολογικά έσοδα.
Το Bloomberg ανέφερε τον Ιούλιο ότι οι φορολογικές αρχές διενεργούν ελέγχους και σε τράπεζες της Wall Street με trading floors στο Παρίσι, συμπεριλαμβανομένων της Goldman Sachs Group Inc. και της Bank of America Corp..
Παρά τις έρευνες, το γαλλικό τραπεζικό λόμπι αρνείται συστηματικά οποιαδήποτε παρατυπία, υποστηρίζοντας ότι οι συναλλαγές είχαν καθαρά οικονομική βάση, όπως η κάλυψη ανοικτών πωλήσεων ή η αντιστάθμιση κινδύνου. Η Maya Atig, επικεφαλής της Γαλλικής Τραπεζικής Ομοσπονδίας, είχε δηλώσει σε κοινοβουλευτική ακρόαση ότι «δεν υπάρχει συστημική απάτη».
Οι Γάλλοι εισαγγελείς έχουν αντίθετη άποψη, χαρακτηρίζοντας τις πρακτικές Cum-Cum ως ευρέως διαδεδομένες. Η PNF έχει αναφέρει ότι εντόπισε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία τράπεζες πρότειναν ενεργά σε πελάτες προϊόντα που παρουσιάζονταν ως «ενίσχυση μερίσματος».
Το σκάνδαλο έχει αποκτήσει και πολιτική διάσταση, καθώς η γαλλική κυβέρνηση προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και στη διατήρηση της ελκυστικότητας του Παρισιού ως χρηματοπιστωτικού κέντρου. Πέρυσι, το υπουργείο Οικονομικών αντιτάχθηκε σε αυστηρή ερμηνεία νέων φορολογικών κανόνων, προκειμένου να αποτραπεί η μεταφορά συναλλαγών παραγώγων προς άλλα κέντρα, όπως το Λονδίνο.

