Η αναταραχή στις χρηματιστηριακές αγορές που προκαλεί η βιομηχανία της τεχνητής νοημοσύνης αντανακλά δύο φόβους που βρίσκονται ολοένα και περισσότερο σε σύγκρουση μεταξύ τους. Μάλιστα, η υψηλή μεταβλητότητα είναι πιθανόν να συντηρηθεί τις επόμενες ημέρες στη Wall Street και όχι μόνο.
Ο ένας είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη πρόκειται να ανατρέψει ολόκληρα τμήματα της οικονομίας με τόσο δραματικό τρόπο ώστε οι επενδυτές να εγκαταλείπουν τις μετοχές εταιρειών που θεωρούνται, έστω και οριακά, ευάλωτες στην τεχνολογική αυτή μετάβαση.
Ο άλλος είναι η βαθιά αμφιβολία ότι τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια που επενδύουν κάθε χρόνο στην τεχνητή νοημοσύνη κολοσσοί της τεχνολογίας όπως η Amazon.com Inc., η Meta Platforms Inc., η Microsoft Corp. και η Alphabet Inc. θα αποδώσουν σημαντικά αποτελέσματα στο άμεσο μέλλον.
Οι δύο αυτές αντικρουόμενες ανησυχίες σιγοβράζουν εδώ και μήνες, αλλά τις τελευταίες δύο εβδομάδες βρέθηκαν στο επίκεντρο της χρηματιστηριακής αγοράς.
Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από ισχυρές πτωτικές κινήσεις που έπληξαν δεκάδες εταιρείες σε πολλούς κλάδους — από τις υπηρεσίες ακινήτων και τη διαχείριση πλούτου έως τους ασφαλιστικούς μεσίτες και τις εταιρείες logistics — και εξαφάνισαν πάνω από 1 τρισ. δολάρια από τη χρηματιστηριακή αξία των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών που επενδύουν περισσότερο στην τεχνητή νοημοσύνη.
«Υπάρχει μια αντίφαση σε ό,τι αφορά τις ανησυχίες των επενδυτών για την τεχνητή νοημοσύνη», εξηγεί η Τζούλια Γουάνγκ, επικεφαλής επενδύσεων για τη Βόρεια Ασία στη Nomura International Wealth Management. «Αυτά τα δύο πράγματα δεν μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα».
Η αλλαγή αυτή σηματοδοτεί σημαντική απόκλιση από το κλίμα των τελευταίων ετών, όταν η προσδοκία ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα πυροδοτήσει ένα κύμα αύξησης της παραγωγικότητας συνέχιζε να ωθεί τις μετοχές υψηλότερα.
Οι τεχνολογικές μετοχές συνέχισαν να ανεβαίνουν — με τη Meta να ενισχύεται σχεδόν κατά 450% από τα τέλη του 2022 έως τις αρχές του έτους και την Alphabet πάνω από 250% — ενώ οι φόβοι για πιθανή «φούσκα» δεν στάθηκαν ικανοί να ανακόψουν την άνοδο.
Η εικόνα άρχισε να αλλάζει στα τέλη του περασμένου μήνα, όταν τα αποτελέσματα χρήσης ορισμένων από τις μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες ανησύχησαν τους επενδυτές, οι οποίοι γίνονται ολοένα και πιο ανυπόμονοι καθώς οι τεράστιες δαπάνες δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί σε ανάλογη αύξηση εσόδων.
Η Microsoft, η Amazon, η Meta και η Alphabet αναμένεται να δαπανήσουν συνολικά πάνω από 600 δισ. δολάρια σε κεφαλαιουχικές δαπάνες το 2026, απορροφώντας τις ελεύθερες ταμειακές ροές και φορτώνοντας τους ισολογισμούς με περιουσιακά στοιχεία που χάνουν αξία, γεγονός που αλλάζει σημαντικά τα χαρακτηριστικά που στήριξαν την ανάπτυξή τους την τελευταία δεκαετία.
«Πρόκειται για μια πραγματική κατάσταση χωρίς νικητή», σχολιάζει ο Άντονι Σαλγκιμπένε, επικεφαλής στρατηγικής αγορών της Ameriprise Advisor Services. «Οι επενδυτές ήταν άνετοι να λένε ότι, εφόσον τα οφέλη έρθουν στο μέλλον, δεν τους ενοχλεί η Microsoft ή η Amazon ή η Alphabet να ξοδεύουν αυτά τα χρήματα. Τώρα θέλουν να γνωρίζουν πιο άμεσα πότε θα υπάρξει απόδοση και δεν υπάρχει σαφής εικόνα».
Από τότε που η Microsoft και η Meta εγκαινίασαν την περίοδο ανακοινώσεων αποτελεσμάτων τέταρτου τριμήνου στις 28 Ιανουαρίου, οι μετοχές της Microsoft και της Amazon έχουν υποχωρήσει περισσότερο από 16%, με την Amazon να καταγράφει το μεγαλύτερο σερί πτώσης των τελευταίων περίπου είκοσι ετών.
Ακόμη και η Alphabet, που θεωρείται ευρέως ο μεγαλύτερος «νικητής» της τεχνητής νοημοσύνης μεταξύ των μεγάλων εταιρειών, βρίσκεται περίπου 11% χαμηλότερα από το πρόσφατο υψηλό της, ενώ η Meta έχει χάσει περίπου 13% μετά από ράλι που τροφοδοτήθηκε από τα αποτελέσματά της.
Συνολικά, σχεδόν 1,5 τρισ. δολάρια χρηματιστηριακής αξίας έχουν χαθεί από τον κλάδο, οδηγώντας τον τεχνολογικό δείκτη Nasdaq 100 σε αρνητικό έδαφος για το έτος.
Ταυτόχρονα, οι επενδυτές ανησυχούν ολοένα και περισσότερο για τις επιχειρήσεις που ενδέχεται να παραγκωνιστούν — ή τουλάχιστον να ανατραπούν σημαντικά — από τις νέες εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης που παρουσιάζονται σταδιακά.
Αυτό έχει προκαλέσει επαναλαμβανόμενα κύματα πωλήσεων που έχουν πλήξει εταιρείες ιδιωτικής χρηματοδότησης, δημιουργούς βιντεοπαιχνιδιών και εταιρείες λογισμικού, μεταξύ άλλων.
Το τελευταίο κύμα ξεκίνησε όταν η Anthropic παρουσίασε εργαλεία παραγωγικότητας για δικηγόρους και οικονομικούς ερευνητές, προκαλώντας πτώση μετοχών σε αυτούς τους κλάδους.
Οι ασφαλιστικοί μεσίτες υποχώρησαν, επίσης, μετά την παρουσίαση έτερου προγράμματος που συνδέεται με την OpenAI.
Ένα εργαλείο από τη νεοφυή εταιρεία Altruist έπληξε εταιρείες διαχείρισης πλούτου όπως η Charles Schwab Corp. και η Raymond James Financial Inc. Ακόμη και ένα δελτίο Τύπου από μια πρώην εταιρεία καραόκε με λιγότερα από 2 εκατ. δολάρια τριμηνιαία έσοδα προκάλεσε πτώση στις μετοχές εταιρειών logistics.
Η αγορά έχει βιώσει και στο παρελθόν αντίστοιχες πτώσεις που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη και αργότερα αντιστράφηκαν, όπως εκείνη που προκάλεσε η κινεζική DeepSeek στις αρχές του περασμένου έτους. Για πολλούς, η έντονη πτωτική αντίδραση μοιάζει υπερβολική — ιδιαίτερα καθώς η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί τελικά να αυξήσει την κερδοφορία εταιρειών αντί να τις εκτοπίσει.
«Το γεγονός ότι η υπερβολική αισιοδοξία των προηγούμενων ετών έχει περιοριστεί δεν σημαίνει ότι η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί πλέον εμπόδιο για την οικονομία», τονίζει ο Μπόμπι Οκάμπο, συνιδρυτής και διαχειριστικός εταίρος της Blueprint Equity.
Ωστόσο, πρόσθεσε ότι οι βασικές ανησυχίες είναι πραγματικές. «Υπάρχουν πολλές εταιρείες που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη και αποτιμώνται επιθετικά, αλλά η αγορά βρίσκεται ακόμη σε φάση κατάκτησης. Οι επενδυτές αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι αυτές οι εταιρείες δεν είναι σχεδιασμένες για άμεση αποδοτικότητα ή κερδοφορία».
Η επενδυτική «έκρηξη» έχει ήδη ωφελήσει εταιρείες που βρίσκονται στην άλλη πλευρά των δαπανών, όπως η Nvidia Corp. και η Micron Technology Inc., των οποίων οι μετοχές εκτινάχθηκαν τα τελευταία τρία χρόνια καθώς οι πωλήσεις αυξήθηκαν.
Ωστόσο, το ύψος των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη γίνεται τόσο μεγάλο, ώστε ενισχύεται η αμφιβολία για το κατά πόσο μπορεί να συνεχιστεί.
Την Τρίτη, η UBS Group AG υποβάθμισε τη σύστασή της για τις τεχνολογικές μετοχές από «ελκυστικές» σε «ουδέτερες», επικαλούμενη τις υψηλές αποτιμήσεις και την εκτίμηση ότι ο πρόσφατος ρυθμός κεφαλαιουχικών δαπανών των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών — των λεγόμενων hyperscalers — δεν είναι βιώσιμος.
«Αυτό το επίπεδο επενδύσεων θα απορροφήσει σχεδόν το 100% των λειτουργικών ταμειακών ροών των hyperscalers, έναντι μέσου όρου 40% την τελευταία δεκαετία», έγραψε η Ούλρικε Χόφμαν-Μπουρχάρντι, επικεφαλής επενδύσεων για την Αμερική στην UBS Wealth Management. «Οι δαπάνες αυτές χρηματοδοτούνται πλέον όλο και περισσότερο από εξωτερικό δανεισμό ή από άντληση κεφαλαίων».
Παράλληλα, ορισμένοι αμφισβητούν την ένταση των φόβων που κυριάρχησαν στις αγορές τις τελευταίες εβδομάδες. Δεδομένης της σχετικά αργής εμπορικής υιοθέτησης της τεχνητής νοημοσύνης, ο τρόπος με τον οποίο θα μετασχηματίσει συνολικά τις επιχειρήσεις παραμένει αντικείμενο συζήτησης.
«Μπορεί να χρειαστεί χρόνος μέχρι η αγορά να ξεφύγει από αυτόν τον φαύλο κύκλο απαισιοδοξίας και να συνειδητοποιήσει ότι τα θεμελιώδη μεγέθη παραμένουν ισχυρά, ότι οι εταιρείες που αναπτύσσουν τεχνητή νοημοσύνη θα ωφεληθούν και ότι περισσότερες επιχειρήσεις μπορούν να αυξήσουν τα έσοδά τους αξιοποιώντας την», υποστηρίζει ο Σαλγκιμπένε.
«Όταν η αγορά πειστεί ότι αυτές οι εταιρείες δεν κινδυνεύουν να εξαφανιστούν, θα καταλάβει ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι εργαλείο που μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη κερδοφορία. Ωστόσο, για το προβλέψιμο μέλλον θα βρισκόμαστε σε περίοδο έντονης μεταβλητότητας».

