Περιορισμένη αύξηση της αξίας των πωλήσεων στα σούπερ μάρκετ το πρώτο εξάμηνο του 2026 (+1,3%) σε σχέση με το αντίστοιχο του 2025, «βλέπουν» τα στελέχη των επιχειρήσεων λιανεμπορίου FMCG ( ταχυκίνητων καταναλωτικών αγαθών) σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών.
Σημειώνεται ότι η εξαμηνιαία κυλιόμενη έρευνα τάσεων στο Λιανεμπόριο FMCG του ΙΕΛΚΑ καταγράφει τις απόψεις των στελεχών επιχειρήσεων του κλάδου για τα κύρια κλαδικά θέματα και προκλήσεις. Η έρευνα διεξήχθη τον Ιανουάριο 2026 με τη χρήση δομημένου ερωτηματολογίου και δείγμα 120 ανώτερα και ανώτατα στελέχη επιχειρήσεων (λιανεμπόριο-αλυσίδες σούπερ μάρκετ και προμηθευτές FMCG) από τη Γενική Διεύθυνση και τα τμήματα Marketing, Πωλήσεων. Αγορών, Οικονομικών, Πληροφορική κλπ.
Επίσης, τα στελέχη αναμένουν σταθεροποίηση του όγκου πωλήσεων το α’ εξάμηνο του 2026 (+0,3%) σε σχέση με το αντίστοιχο του 2025 και διατήρηση του επίπεδου του οικονομικού κλίματος σε θετικά επίπεδα, αλλά με προβληματισμό.
Σε σχέση με τις προσδοκίες για τις πωλήσεις του κλάδου, καταγράφεται πλειοψηφικό ποσοστό ερωτηθέντων 58% οι οποίοι θεωρούν ότι η αξία των πωλήσεων του κλάδου θα αυξηθεί το επόμενο εξάμηνο (έναντι 48% την ίδια περίοδο πέρυσι), με ένα μικρό ποσοστό 17% οι οποίοι θεωρούν ότι θα παρουσιάσει μείωση (έναντι 23% πέρυσι).
Μεσοσταθμικά τα στελέχη που συμμετείχαν στην έρευνα εκτιμούν ότι θα καταγραφεί αύξηση της τάξης του 1,3% στις πωλήσεις το πρώτο εξάμηνο του 2026 σε σχέση με το ίδιο εξάμηνο του 2025 (έναντι 0,8% πέρυσι). Επίσης, τα στελέχη αναμένουν σταθεροποίηση του όγκου πωλήσεων (+0,2%) σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Παρά τη θετικές προσδοκίες για την ανάπτυξη του κλάδου, αρνητική καταγράφηκε η αποτίμηση της εξέλιξης της οικονομικής κατάστασης της χώρας στα τέλη του 2025.
Συγκεκριμένα, μόλις το 25% θεωρεί ότι η οικονομική κατάσταση βελτιώθηκε και η πλειοψηφία σε ποσοστό 39% ότι χειροτέρεψε. Οι εκτιμήσεις των στελεχών είναι στα ίδια περίπου επίπεδα με το προηγούμενο έτος.
Συγκεκριμένα ο συνδυασμός των σταθερών πωλήσεων και της μη αύξησης των τιμών οδηγεί σε αυτό το αποτέλεσμα. Ο δείκτης καταγράφεται στο 0,34, μειωμένος σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση αλλά σταθερά θετικός.

