Η ΙΝΣΕΤΕ καταγράφει μια ιδιαίτερα πιεστική εικόνα για τα ενοικιαζόμενα δωμάτια στην Ελλάδα, με την υψηλή φορολογία και το αυξημένο λειτουργικό κόστος να αποτελούν τους βασικούς παράγοντες επιβάρυνσης του κλάδου.
Σύμφωνα με την έρευνα επιχειρηματικού κλίματος, που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2025 σε δείγμα 702 επιχειρήσεων, η υψηλή φορολογία αναδεικνύεται ως το σημαντικότερο εμπόδιο σε ποσοστό 75%, με ακόμη μεγαλύτερη ένταση σε τουριστικές περιοχές όπως το Βόρειο Αιγαίο, τα Δωδεκάνησα και η Κρήτη. Το εύρημα αυτό επιβεβαιώνει τις χρόνιες στρεβλώσεις στη φορολογική ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Ακολουθεί το αυξημένο λειτουργικό κόστος (72%), το οποίο καταγράφεται ως δεύτερη σημαντικότερη πρόκληση, με εξαιρετικά υψηλά ποσοστά σε περιοχές όπως η Θεσσαλία και οι Κυκλάδες, όπου αγγίζει το 90%. Το ενεργειακό κόστος, οι ανατιμήσεις σε πρώτες ύλες και οι αυξήσεις στις αμοιβές εντείνουν τις πιέσεις, περιορίζοντας τα περιθώρια κερδοφορίας.
Σημαντικό πρόβλημα παραμένει και η έλλειψη προσωπικού (52%), με ιδιαίτερη ένταση στην Κεντρική Μακεδονία και σε κατεξοχήν τουριστικές περιοχές όπως οι Κυκλάδες. Το φαινόμενο αυτό επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία των επιχειρήσεων, ειδικά κατά τις περιόδους αιχμής.
Αντίθετα, η χαμηλή ζήτηση εμφανίζεται σε χαμηλότερα επίπεδα σε εθνική κλίμακα (12%), αν και σε συγκεκριμένες περιοχές, όπως η Δυτική και η Στερεά Ελλάδα, αποτελεί σημαντικό ζήτημα. Παρόμοια εικόνα παρουσιάζει και ο ανταγωνισμός από online πλατφόρμες, που αν και συνολικά θεωρείται δευτερεύον θέμα, σε ορισμένες Περιφέρειες καταγράφει αυξημένη ένταση.
Το συνολικό περιβάλλον, όπως επισημαίνει η έρευνα, δεν έχει συγκυριακό χαρακτήρα αλλά συνιστά δομική πρόκληση για τη βιωσιμότητα των μικρών τουριστικών επιχειρήσεων, η οποία ενδέχεται να επιδεινωθεί περαιτέρω λόγω των διεθνών γεωπολιτικών εξελίξεων και των επιπτώσεών τους στο κόστος.
Παρά τις πιέσεις, ο κλάδος διατηρεί έντονο εξωστρεφή χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, το 65% των καταλυμάτων εξυπηρετεί κυρίως πελάτες από το εξωτερικό, επιβεβαιώνοντας την ισχυρή εξάρτηση από τη διεθνή ζήτηση. Οι βασικές αγορές προέλευσης είναι η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιταλία, ενώ σημαντική είναι και η παρουσία των βαλκανικών αγορών, ιδιαίτερα σε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ισχυρή διείσδυση αγορών όπως η Ρουμανία, η Βουλγαρία και η Σερβία, γεγονός που υποδηλώνει περιθώρια περαιτέρω ενίσχυσης της ζήτησης μέσω στοχευμένων στρατηγικών προβολής.
Σε όρους τιμών, καταγράφονται σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ Περιφερειών, με τη μέση τιμή διανυκτέρευσης να διαμορφώνεται στα 126 ευρώ στην υψηλή περίοδο και 78 ευρώ στη χαμηλή. Οι υψηλότερες τιμές σημειώνονται στα Ιόνια Νησιά, την Αττική και την Κρήτη, ενώ οι χαμηλότερες σε περιοχές όπως η Θεσσαλία και η Στερεά Ελλάδα.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια διττή πραγματικότητα στον ελληνικό τουρισμό: από τη μία πλευρά, οι ισχυροί προορισμοί διατηρούν υψηλές επιδόσεις και ανθεκτικότητα, ενώ από την άλλη, λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές εμφανίζουν αυξημένες ανησυχίες για τη μελλοντική τους κερδοφορία.
Συνολικά, η έρευνα του ΙΝΣΕΤΕ αναδεικνύει ότι ο κλάδος των ενοικιαζόμενων δωματίων βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα σύνθετο μείγμα πιέσεων και προκλήσεων, το οποίο απαιτεί στοχευμένες παρεμβάσεις τόσο σε επίπεδο φορολογικής πολιτικής όσο και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας.

