Ξεκάθαρα θετική στάση για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο υιοθετεί η Intesa Sanpaolo Research, η οποία ξεκινά κάλυψη των συστημικών τραπεζών. Η ιταλική επενδυτική τράπεζα τοποθετεί τις ελληνικές τράπεζες σε ένα νέο στάδιο του κύκλου τους, όπου η έμφαση μετατοπίζεται από την άμυνα και την απομόχλευση στη σταθερή κερδοφορία, την πιστωτική ανάπτυξη και τις αυξανόμενες διανομές κεφαλαίου προς τους μετόχους.
Στο πλαίσιο αυτό, η Intesa προχωρά σε σύσταση αγοράς για τρεις από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, με την Τράπεζα Πειραιώς να λαμβάνει τιμή στόχο 10,6 ευρώ, χάρη στους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και στο ελκυστικό προφίλ ανταμοιβής μετόχων.
Για τη Eurobank, η τιμή στόχος διαμορφώνεται στα 4,9 ευρώ, με την ανάλυση να εστιάζει στην ενίσχυση της κερδοφορίας μέσω της ενσωμάτωσης των πρόσφατων εξαγορών σε Κύπρο και ασφαλιστικές δραστηριότητες.
Η Alpha Bank λαμβάνει τιμή στόχο 4,7 ευρώ, με τη σύσταση αγοράς να στηρίζεται στη δυναμική κερδών και στις αυξημένες προοπτικές επιστροφής κεφαλαίου.
Αντίθετα, για την Εθνική Τράπεζα η σύσταση είναι ουδέτερη, με τιμή στόχο 15,4 ευρώ, καθώς το εξαιρετικά ισχυρό κεφαλαιακό προφίλ της μετοχής συνοδεύεται από πιο περιορισμένο περιθώριο ανόδου μετά το ισχυρό ράλι.

Η ανάλυση της Intesa τοποθετεί τις ελληνικές τράπεζες σε ένα σημείο καμπής, καθώς μετά από 12-15 χρόνια απομόχλευσης και δραστικής μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, περνούν πλέον σε φάση επιτάχυνσης πιστωτικής ανάπτυξης και σταθεροποίησης της κερδοφορίας. Η σύγκλιση με τις τράπεζες της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας χαρακτηρίζεται πλέον δομική και όχι συγκυριακή, γεγονός που σηματοδοτεί τη μετάβαση του κλάδου σε μια πιο θεσμική επενδυτική κατηγορία.
Παρά το ισχυρό ράλι των τελευταίων ετών, οι αποτιμήσεις εξακολουθούν να θεωρούνται ελκυστικές. Με βάση τις εκτιμήσεις για το 2027, οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται κατά μέσο όρο στις 9,4 φορές τα κέρδη και περίπου στη 1,25 φορά την ενσώματη λογιστική αξία, επίπεδα που συνεπάγονται έκπτωση 14%-15% έναντι των τραπεζών της Νότιας Ευρώπης, παρά τις συγκρίσιμες αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων. Σύμφωνα με την Intesa, η επόμενη φάση του ελληνικού τραπεζικού story δεν θα καθοριστεί από περαιτέρω επέκταση των αποτιμήσεων, αλλά από τη συνέπεια στην εκτέλεση, την ποιότητα των κερδών και τη διατήρηση ισχυρών κεφαλαιακών αποθεμάτων.

Καθοριστικό ρόλο στο θετικό outlook παίζει και το μακροοικονομικό υπόβαθρο της Ελλάδας. Σταθεροί ρυθμοί ανάπτυξης, βελτίωση της αγοράς εργασίας, πρωτογενή πλεονάσματα και αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ δημιουργούν ένα περιβάλλον σαφώς πιο ευνοϊκό για την τραπεζική πίστη. Η Intesa εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να επιτύχουν μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης δανείων 5%-7% την περίοδο 2025-2028, σε ένα εξαιρετικά συγκεντρωμένο σύστημα όπου οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ελέγχουν πάνω από το 95% των καταθέσεων και του ενεργητικού.
Η ολιγοπωλιακή αυτή δομή ενισχύει τη διατηρησιμότητα των καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον όπου τα επιτόκια καταθέσεων παραμένουν χαμηλά, ενώ τα επιτόκια νέων χορηγήσεων κινούνται στα υψηλότερα επίπεδα της Ευρωζώνης.
Στο βασικό της σενάριο, η Intesa προβλέπει ότι οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να διατηρήσουν απόδοση ιδίων κεφαλαίων κοντά στο 14%, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κερδών ανά μετοχή 9,6% έως το 2028. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ποιότητα της κερδοφορίας, καθώς τα έσοδα δεν στηρίζονται αποκλειστικά στο επιτοκιακό σκέλος, αλλά ενισχύονται από προμήθειες, διαχείριση περιουσίας, ασφαλιστικές εργασίες και επιλεκτικές εξαγορές, κυρίως στην Κύπρο.
Στο κεφαλαιακό σκέλος, η βελτίωση των stress tests, η αποκλιμάκωση των απαιτήσεων του Πυλώνα 2 και η επιτάχυνση της απόσβεσης των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων δημιουργούν σαφή ορατότητα ως προς τις διανομές. Η Intesa εκτιμά ότι συνολικά έως 16,5 δισ. ευρώ μπορούν να επιστραφούν στους μετόχους την περίοδο 2025-2028, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 34% της τρέχουσας χρηματιστηριακής αξίας του κλάδου.

