Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έκανε τελικά πίσω στις απειλές για την επιβολή πρόσθετων δασμών σε ευρωπαϊκές χώρες με αφορμή τη Γροιλανδία, εξέλιξη που επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση να συνεχίσει κανονικά τη διαδικασία επικύρωσης της εμπορικής συμφωνίας με την Ουάσιγκτον.
Ωστόσο, η επιθετική ρητορική και οι κινήσεις του Λευκού Οίκου άφησαν ακόμη βαθύτερο αποτύπωμα στις ευρωατλαντικές σχέσεις, έναν από τους βασικούς πυλώνες της μεταπολεμικής διεθνούς αρχιτεκτονικής. Παρά τη μερική αποκλιμάκωση, η καχυποψία μεταξύ Βρυξελλών και Ουάσιγκτον εντάθηκε, με την πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, να προειδοποιεί ότι οι αλλαγές στη διεθνή τάξη δεν είναι απλώς «σεισμικές», αλλά και μόνιμου χαρακτήρα.
Σε ιστορικό υψηλό η αβεβαιότητα στην οικονομική πολιτική, σύμφωνα με ΕΚΤ και ESRB
Την ίδια στιγμή, ο Αμερικανός πρόεδρος πρόσθεσε έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στο ήδη επιβαρυμένο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, σε συνέχεια αλλεπάλληλων αναταράξεων που καταγράφηκαν κατά τον πρώτο χρόνο της νέας θητείας του. Όπως επισημαίνει πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, ο δείκτης αβεβαιότητας για την οικονομική πολιτική εκτοξεύθηκε τον περασμένο Απρίλιο στο υψηλότερο επίπεδο από το 2015, μετά την ανακοίνωση των οριζόντιων «ανταποδοτικών» δασμών από τον Τραμπ στις 2 Απριλίου. Η ίδια έκθεση υπογραμμίζει ότι ο γεωοικονομικός κατακερματισμός και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι εξελίσσονται σε βασικές πηγές αστάθειας, επιβαρύνοντας τις αναπτυξιακές προοπτικές και αυξάνοντας τις πιέσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Εκρηκτικό ράλι στον χρυσό μετά την ένταση για τη Γροιλανδία
Μετά την ένταση γύρω από τη Γροιλανδία, οι ανησυχίες ενισχύθηκαν περαιτέρω, κάτι που αποτυπώνεται στο πρωτοφανές ράλι του χρυσού και άλλων πολύτιμων μετάλλων, τα οποία λειτουργούν παραδοσιακά ως ασφαλή επενδυτικά καταφύγια. Η άνοδος του χρυσού ξεπέρασε ακόμη και τα επίπεδα του 1979, όταν η δεύτερη πετρελαϊκή κρίση, μετά την ιρανική επανάσταση, είχε πυροδοτήσει ισχυρούς κραδασμούς στις αγορές.
Από τις αρχές του 2026 η τιμή του έχει ενισχυθεί κατά 15%, μετά το άλμα 64% που σημείωσε το 2025, προσεγγίζοντας τα 5.000 δολάρια. Ενδεικτικό της έντονης νευρικότητας των επενδυτών είναι ότι η ανοδική πορεία συνεχίστηκε ακόμη και μετά την υπαναχώρηση του Τραμπ στο θέμα των δασμών και της Γροιλανδίας. Το μεσημέρι της Τετάρτης, λίγο πριν από την ομιλία του στο Νταβός και τη συνάντησή του με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, ο χρυσός κατέγραψε νέο ιστορικό υψηλό στα 4.887 δολάρια. Την Πέμπτη, παρά μια αρχική διόρθωση της τάξης του 1,2%, οι τιμές επανήλθαν σε ανοδική τροχιά, καταγράφοντας νέα ρεκόρ.
Αντίστοιχα, το ασήμι κινήθηκε σε επίπεδα κοντά στα 100 δολάρια ανά ουγκιά.
Η εκτίναξη των τιμών αποδίδεται τόσο στην πολιτική των δασμών όσο και στις επανειλημμένες παρεμβάσεις του Τραμπ κατά της ανεξαρτησίας της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed). Οι πιέσεις αυτές κλιμακώθηκαν στις αρχές του 2026, με την άσκηση ποινικής δίωξης εις βάρος του επικεφαλής της Fed, Τζερόμ Πάουελ, για υπερβάσεις στο κόστος των έργων ανακαίνισης των κεντρικών κτιρίων της τράπεζας στην Ουάσιγκτον.
Υποχώρηση του δολαρίου, άνοδος αποδόσεων και φόβοι για το αμερικανικό χρέος
Ο χρυσός αναδεικνύεται πλέον σε βασική εναλλακτική τοποθέτηση για επενδυτές που μειώνουν την έκθεσή τους στο δολάριο, το οποίο την περασμένη εβδομάδα υποχώρησε περίπου 1% έναντι του ευρώ, αλλά και απέναντι σε άλλα νομίσματα. Οι ρευστοποιήσεις αμερικανικών ομολόγων οδήγησαν σε άνοδο των αποδόσεων – με τα 10ετή κοντά στο 4,3% και τα 30ετή στο 4,9% – εξέλιξη που εντείνει τις ανησυχίες για τη δυναμική αύξηση του αμερικανικού δημόσιου χρέους. Ο οίκος Scope εκτιμά ότι το χρέος των ΗΠΑ θα ανέλθει στο 140% του ΑΕΠ έως το 2030. Παράλληλα, την Τρίτη καταγράφηκε η μεγαλύτερη τριμηνιαία πτώση των αμερικανικών μετοχών, με τη Wall Street να ανακάμπτει από την Τετάρτη, λόγω του λεγόμενου TACO (Trump Always Chicken Out) trade.
Παγκόσμια ανάπτυξη 3,3% παρά τους δασμούς, σύμφωνα με το ΔΝΤ
Σε ό,τι αφορά τη συνολική επίδραση των δασμών στην παγκόσμια οικονομία, αυτή περιορίστηκε από τη μερική αναδίπλωση της Ουάσιγκτον στις αρχικές εξαγγελίες για εξαιρετικά υψηλές επιβαρύνσεις – οι οποίες εκλήφθηκαν και ως διαπραγματευτικό εργαλείο – καθώς και από την αντιστάθμιση του αρνητικού κλίματος μέσω των αυξημένων επενδύσεων στην τεχνολογία και κυρίως στην τεχνητή νοημοσύνη, τη μείωση των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες και τα μέτρα δημοσιονομικής στήριξης. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το παγκόσμιο ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,3% το 2025, όσο και το 2024, ενώ ανάλογος ρυθμός προβλέπεται και για το 2026. Παρ’ όλα αυτά, χωρίς τους δασμούς και την αβεβαιότητα που προκαλούν οι αμερικανικές πολιτικές, οι προοπτικές της ανάπτυξης θα ήταν σαφώς ισχυρότερες.

