Καμία νύξη για μελλοντικές κινήσεις δεν έκανε η πρόεδρος της ΕΚΤ, Christine Lagarde, στη συνέντευξη Τύπου μετά την ανακοίνωση της κεντρικής τράπεζας της Ευρωζώνης για διατήρηση των επιτοκίων στα τρέχοντα επίπεδα, ενισχύοντας τις προβλέψεις για παραμονή των επιτοκίων στο ύψους το 2%.
«Είμαστε ακόμα σε καλό σημείο (για τα επιτόκια) και ο πληθωρισμός είναι σε καλό επίπεδο και αυτό αφορά την πρόβλεψη για τον μεσοπρόθεσμο στόχο του πληθωρισμού», δήλωσε η Lagarde, προσθέτοντας σχετικά με τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat ότι «είχαμε προβλέψει την υποαπόδοση του πληθωρισμού στο 1,7%». Σημειώνεται ότι οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ προβλέπουν ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί κάτω από τον στόχο φέτος και το 2027, προτού επιστρέψει στο 2% μόλις το 2028. Τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat για τον Ιανουάριο επιβεβαιώνουν αυτή την πρόβλεψη, καθώς ο δείκτης τιμών καταναλωτή ανήλθε στο 1,7%.
Το ισχυρό ευρώ
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε η πρόεδρος της ΕΚΤ και στην αποδυνάμωση του δολαρίου και πόσο αυτό θα επηρεάσει τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη, λέγοντας ότι το θέμα συζητήθηκε στη συνεδρίαση. Η ίδια αναγνώρισε ότι «ενα ισχυρότερο ευρώ θα μπορούσε να οδηγήσει τον πληθωρισμό σε επίπεδα χαμηλότερα από τις τρέχουσες προσδοκίες, καθώς οι πιο ασταθείς και επιφυλακτικές ως προς τον κίνδυνο χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσαν να επιβαρύνουν τη ζήτηση και, ως εκ τούτου, να μειώσουν τον πληθωρισμό».
Ωστόσο, ερωτηθείσα σχετικά, η Lagarde εμφανίστηκε καθησυχαστική τονίζοντας ότι κατά τη συνεδρίαση οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ αναγνώρισαν ότι το δολάριο έχει υποτιμηθεί αισθητά έναντι του ευρώ, όχι όμως τις τελευταίες ημέρες, αλλά από τον Μάρτιο του 2025.
«Δεν έχουμε ως στόχο της πολιτικής μας μια συγκεκριμένη συναλλαγματική ισοτιμία. Ωστόσο, αναγνωρίζουμε επίσης ότι είναι σημαντική τόσο για τις προοπτικές ανάπτυξης όσο και για τις προοπτικές πληθωρισμού. Για τον λόγο αυτό, παρακολουθούμε πάντα στενά τις εξελίξεις στις συναλλαγματικές ισοτιμίες». «Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η επίδραση της ανατίμησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας από πέρυσι έχει ενσωματωθεί στη βασική μας πρόβλεψη, αλλά φυσικά, όπως είπα, παρακολουθούμε πάντα αν η επίδραση αυτή αλλάζει», τόνισε.
Για τον Kevin Warsh, το οποίο ο Donald Trump επέλεξε για την ηγεσία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, η Lagarde δήλωσε ότι τον γνωρίζει από παλιά και καλωσορίζει την ανακοίνωση του διορισμού του στη Fed.
Οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό
Η πρόεδρος της ΕΚΤ χαρακτήρισε γενικά ισορροπημένη την κατάσταση όσον αφορά την εκτίμηση των κινδύνων. «Ορισμένοι κίνδυνοι έχουν αυξηθεί, άλλοι έχουν μειωθεί, αλλά συνολικά… πιστεύουμε ότι βρισκόμαστε σε μια γενικά ισορροπημένη κατάσταση αυτή τη στιγμή».
Σχετικά με τους ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό, είπε ότι «θα μπορούσε να αποδειχθεί υψηλότερος εάν παρατηρηθεί μια επίμονη ανοδική μεταβολή στις τιμές της ενέργειας ή εάν οι πιο κατακερματισμένες παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού ωθήσουν προς τα πάνω τις τιμές των εισαγωγών, περιορίσουν την προσφορά κρίσιμων πρώτων υλών και επιτείνουν τους περιορισμούς παραγωγικής ικανότητας στην οικονομία της ζώνης του ευρώ. Εάν η αύξηση των μισθών επιβραδυνθεί, ο πληθωρισμός στον τομέα των υπηρεσιών ενδέχεται να μειωθεί αργότερα από το αναμενόμενο. Η προγραμματισμένη αύξηση των δαπανών για την άμυνα και τις υποδομές θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε αύξηση του πληθωρισμού μεσοπρόθεσμα».
Σχετικά με τους κινδύνους πτώσης του πληθωρισμού κάτω του στόχου, είπε: «Ο πληθωρισμός θα μπορούσε να αποδειχθεί χαμηλότερος εάν οι δασμοί μειώσουν τη ζήτηση για εξαγωγές της ζώνης του ευρώ περισσότερο από το αναμενόμενο και εάν οι χώρες με πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα αυξήσουν περαιτέρω τις εξαγωγές προς τη ζώνη του ευρώ. Επιπλέον, ένα ισχυρότερο ευρώ θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση του πληθωρισμού πέραν των τρεχουσών προσδοκιών. Οι πιο ασταθείς και επιφυλακτικές ως προς τον κίνδυνο χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσαν να επιβαρύνουν τη ζήτηση και, ως εκ τούτου, να μειώσουν τον πληθωρισμό».
Η ανάπτυξη αποδεικνύεται ανθεκτική στην Ευρωζώνη και όπως είπε η επικεφαλής της ΕΚΤ «αυτό οφείλεται κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών, ιδίως στον τομέα της πληροφορίας και των επικοινωνιών. «Ο μεταποιητικός τομέας έχει δείξει ανθεκτικότητα, παρά τις αντιξοότητες που προέρχονται από το παγκόσμιο εμπόριο και τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, ενώ ο κατασκευαστικός τομέας παρουσιάζει ανάκαμψη».

