Στην αναθεώρηση των προοπτικών του ελληνικού τραπεζικού συστήματος σε σταθερές από θετικές προχωρά η Moody’s, εκτιμώντας ότι το επόμενο διάστημα οι επιδόσεις των τραπεζών θα κινηθούν σε πιο σταθερά επίπεδα, καθώς οι ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες και η ισχυρή πιστωτική επέκταση αναμένεται να στηρίξουν τα βασικά χρηματοοικονομικά μεγέθη την περίοδο 2026–2027.
Παράλληλα, ο οίκος αξιολόγησης εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες θα αποφύγουν άμεση πιστωτική επιδείνωση λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, αν και προειδοποιεί ότι μια παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση θα μπορούσε να αυξήσει τους δευτερογενείς κινδύνους για την οικονομία και τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Παρόμοια εκτίμηση διατύπωσε και η Fitch, επισημαίνοντας την ανθεκτικότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Σύμφωνα με τη Moody’s, το λειτουργικό περιβάλλον θα παραμείνει υποστηρικτικό για τις τράπεζες, χάρη στη συνεχιζόμενη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, η οποία στηρίζεται κυρίως στις επενδύσεις και την αύξηση της απασχόλησης. Ο οίκος εκτιμά ότι η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί περίπου στο 2,1%, ρυθμός υψηλότερος από αυτόν πολλών οικονομιών του ευρωπαϊκού πυρήνα, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Η ποιότητα ενεργητικού αναμένεται να συνεχίσει να βελτιώνεται, αλλά με πιο ήπιο ρυθμό, καθώς οι δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων συγκλίνουν πλέον προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Ο συνολικός δείκτης NPE των ελληνικών τραπεζών διαμορφώθηκε περίπου στο 3,3% τον Σεπτέμβριο του 2025, από 33% στο τέλος του 2020, με τη Moody’s να προβλέπει μικρή περαιτέρω αποκλιμάκωση τα επόμενα δύο χρόνια.
Τα κεφαλαιακά επίπεδα εκτιμάται ότι θα παραμείνουν ισχυρά, με τους δείκτες CET1 να κινούνται περίπου στο 15%-16%, σημαντικά πάνω από τις κανονιστικές απαιτήσεις. Τα πλεονάζοντα κεφάλαια παρέχουν, σύμφωνα με τον οίκο, χρηματοοικονομική ευελιξία, επιτρέποντας στις τράπεζες να προχωρούν σε διανομές προς τους μετόχους αλλά και σε επιλεκτικές εξαγορές.
Παράλληλα, ο αναβαλλόμενος φόρος (DTC) εξακολουθεί να επηρεάζει την ποιότητα των κεφαλαίων των μεγαλύτερων τραπεζών, ωστόσο η Moody’s αναμένει ότι το ποσοστό του θα μειώνεται σταδιακά τα επόμενα χρόνια.
Η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών αναμένεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, καθώς στηρίζεται από την ισχυρή αύξηση των δανείων, το σταθερό καθαρό επιτοκιακό περιθώριο και τη βελτιωμένη λειτουργική αποδοτικότητα, ακόμη και αν οι δαπάνες για ψηφιακές επενδύσεις συνεχίσουν να αυξάνονται.
Τέλος, η χρηματοδότηση και η ρευστότητα παραμένουν βασικά πλεονεκτήματα για τις ελληνικές τράπεζες. Η Moody’s υπογραμμίζει ότι διαθέτουν ισχυρή και χαμηλού κόστους καταθετική βάση, ενώ οι χαμηλοί δείκτες δανείων προς καταθέσεις περιορίζουν την εξάρτηση από τις αγορές χονδρικής χρηματοδότησης, ενισχύοντας περαιτέρω τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.

