Η παρατεταμένη κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο αυξημένης αβεβαιότητας για την ελληνική οικονομία και το Χρηματιστήριο Αθηνών, με την Optima Research να προειδοποιεί ότι η συνέχιση της έντασης μπορεί να οδηγήσει σε επιβράδυνση της ανάπτυξης, ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων και αρνητικές επιπτώσεις στις εισηγμένες εταιρείες.
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης αναστολής της θαλάσσιας κυκλοφορίας μέσω των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας ζήτησης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Μια τέτοια εξέλιξη θα πυροδοτούσε σημαντικές αναταράξεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, με άμεσες συνέπειες για χώρες εισαγωγείς ενέργειας, όπως η Ελλάδα.
Αρνητικός αντίκτυπος στο ΑΕΠ μέσω της ενέργειας
Η Ελλάδα παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενεργειακών αγαθών, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε αύξηση στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου επιβαρύνει το εμπορικό ισοζύγιο και περιορίζει την αναπτυξιακή δυναμική. Σύμφωνα με την ανάλυση ευαισθησίας της Optima Research, για κάθε αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10 δολάρια ανά βαρέλι, το ελληνικό ΑΕΠ επηρεάζεται αρνητικά κατά 0,15%. Σε ένα σενάριο παρατεταμένης κρίσης, η σωρευτική επίδραση θα μπορούσε να αποδειχθεί αισθητή, ειδικά αν συνδυαστεί με ευρύτερη επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Παράλληλα, τα ελληνικά διυλιστήρια ενδέχεται να χρειαστεί να αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές προμήθειας αργού πετρελαίου, οι οποίες πιθανότατα θα συνοδεύονται από περιορισμένες εκπτώσεις ή αυξημένο μεταφορικό κόστος. Αυτό θα μπορούσε να συμπιέσει περιθώρια και να αυξήσει το λειτουργικό κόστος στον κλάδο.
Η άνοδος των διεθνών τιμών ενέργειας μεταφέρεται αναπόφευκτα και στην εγχώρια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, οδηγώντας σε υψηλότερες τιμές χονδρικής και λιανικής, με αρνητικές συνέπειες κυρίως για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Οι επιχειρήσεις με υψηλό ενεργειακό αποτύπωμα ενδέχεται να αντιμετωπίσουν νέα πίεση στα περιθώρια κερδοφορίας, σε μια περίοδο όπου το κόστος χρηματοδότησης παραμένει αυξημένο.
Τραπεζικός κλάδος: επιβράδυνση των σχεδίων επέκτασης
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν ενισχύσει τα τελευταία χρόνια την παρουσία και τις φιλοδοξίες τους στη Μέση Ανατολή, επιδιώκοντας συμμετοχή σε έργα ενέργειας, υποδομών και ακινήτων. Ωστόσο, ο αυξημένος γεωπολιτικός κίνδυνος ενδέχεται να επιβραδύνει τον περιφερειακό τους αγωγό επέκτασης και την αναμενόμενη συναλλακτική δραστηριότητα.
Η Eurobank και η Alpha Bank θεωρούνται οι πιο εκτεθειμένες, λόγω της σημαντικής παρουσίας τους στην Κύπρο και της διασύνδεσής τους με επιχειρηματικές ροές από την ευρύτερη περιοχή. Αν και δεν τίθεται ζήτημα άμεσης κεφαλαιακής πίεσης, η επιβράδυνση νέων έργων και συναλλαγών θα μπορούσε να επηρεάσει τις προοπτικές προμηθειών και οργανικής ανάπτυξης.
Τουρισμός και αερομεταφορές υπό πίεση
Ο τουριστικός κλάδος αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο δίαυλο μετάδοσης των επιπτώσεων. Η επιβράδυνση των εισερχόμενων ροών από τη Μέση Ανατολή και το Ισραήλ, σε συνδυασμό με την άνοδο του κόστους καυσίμων, δημιουργεί ένα σύνθετο περιβάλλον για τις αερομεταφορές και τις τουριστικές επιχειρήσεις.
Η Aegean Airlines έχει ήδη αναστείλει τις περισσότερες πτήσεις προς τη Μέση Ανατολή και τις χώρες του Κόλπου, ενώ θα βρεθεί αντιμέτωπη με πρόσθετες πιέσεις κόστους λόγω της ανόδου του πετρελαίου, δεδομένου ότι συνήθως αντισταθμίζει περίπου το 40%-50% της έκθεσής της στις τιμές καυσίμων. Η μερική αντιστάθμιση περιορίζει αλλά δεν εξαλείφει τον κίνδυνο, ιδιαίτερα σε περίπτωση παρατεταμένης ανόδου.
Σε επίπεδο εσόδων, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις από το Ισραήλ ανήλθαν σε 621 εκατ. ευρώ το 2024, αντιστοιχώντας στο 2,86% των συνολικών ταξιδιωτικών εισπράξεων και περίπου στο 0,3% του ελληνικού ΑΕΠ. Οι χώρες του Κόλπου συνεισέφεραν επιπλέον 0,5-0,6 εκατ. ευρώ την ίδια χρονιά. Παρότι τα μεγέθη δεν είναι συστημικά για το σύνολο της οικονομίας, ενδεχόμενη υποχώρηση αυτών των ροών θα επηρεάσει συγκεκριμένους προορισμούς και επιχειρήσεις με υψηλή εξάρτηση από τις αγορές αυτές.
Στο μέτωπο του εμπορίου, οι ελληνικές εξαγωγές προς το Ισραήλ διαμορφώθηκαν σε 1 δισ. ευρώ το 2024, που αντιστοιχεί στο 2% των συνολικών εξαγωγών και στο 0,4% του ΑΕΠ, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Αντίθετα, οι εξαγωγές και οι ταξιδιωτικές εισπράξεις από το Ιράν παραμένουν αμελητέες.
Συμπερασματικά, η παράταση της γεωπολιτικής έντασης ενισχύει τον κίνδυνο για χαμηλότερη ανάπτυξη και υψηλότερο πληθωρισμό, επηρεάζοντας πολλαπλά κανάλια της ελληνικής οικονομίας: ενέργεια, τράπεζες, βιομηχανία, τουρισμό και εξαγωγές. Για την αγορά, το βασικό ζητούμενο παραμένει η διάρκεια και η ένταση της κρίσης, καθώς από αυτές θα εξαρτηθεί αν οι επιπτώσεις θα παραμείνουν διαχειρίσιμες ή θα μετατραπούν σε ουσιαστικό αναπτυξιακό εμπόδιο για το 2026.

