Η Oxford Economics σε ειδικό webinar που διοργάνωσε με τίτλο “Could the 2020s be Greece’s decade?”, σκιαγραφεί μια εικόνα όπου η ελληνική οικονομία δεν βρίσκεται πλέον στη φάση της ανάκαμψης αλλά στη φάση της κανονικοποίησης. Οι οικονομολόγοι του οίκου Paolo Grignani και Nicola Nobile εξηγούν ότι η ελληνική οικονομία παραμένει από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες στην Ευρωζώνη, όμως ο χαρακτήρας της ανάπτυξης αλλάζει, καθώς από «rebound growth» μετατρέπεται σε «trend growth».
Στο βραχυπρόθεσμο ορίζοντα η δραστηριότητα συνεχίζει να στηρίζεται κυρίως στην εγχώρια ζήτηση. Η κατανάλωση και οι επενδύσεις αποτελούν τον βασικό μοχλό του ΑΕΠ, ενώ η συμβολή του εξωτερικού τομέα είναι περιορισμένη, καθώς η ισχυρή ζήτηση αυξάνει τις εισαγωγές. Ο τουρισμός λειτουργεί ως σταθεροποιητής, καθώς η παγκόσμια ζήτηση υπηρεσιών παραμένει ισχυρή, στηρίζοντας το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται, αλλά με αργό ρυθμό, λόγω πιέσεων κυρίως στις υπηρεσίες και στους μισθούς.

Το 2026 αποτελεί σημείο καμπής, καθώς η χώρα παύει να είναι η πιο υπερχρεωμένη οικονομία της Ευρωζώνης, γεγονός που αλλάζει ουσιαστικά την επενδυτική της κατηγοριοποίηση. Ωστόσο, η Oxford Economics δεν συμμερίζεται τον βαθμό αισιοδοξίας των εγχώριων προβλέψεων για την ανάπτυξη των επόμενων ετών.
Η επιβράδυνση που αναμένεται το 2027 δεν θεωρείται κυκλική αλλά δομική. Η δημοσιονομική πολιτική αποδεικνύεται πιο περιοριστική από τις επίσημες εκτιμήσεις, τόσο λόγω υπεραπόδοσης εσόδων όσο και λόγω υποεκτέλεσης δαπανών. Παράλληλα, η ολοκλήρωση του NextGenEU και των δανείων του RRF οδηγεί σε σταθεροποίηση των ιδιωτικών επενδύσεων, αφαιρώντας έναν από τους βασικούς κινητήρες μεγέθυνσης της προηγούμενης περιόδου.
Η υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας από το 2021, περίπου έξι ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη ανάπτυξη από την Ευρωζώνη, προήλθε κυρίως από κατανάλωση και επενδύσεις και λιγότερο από εξαγωγές. Αυτό αποτελεί και την ειδοποιό διαφορά του ελληνικού μοντέλου μεγέθυνσης: η εγχώρια ζήτηση τροφοδότησε την ανάπτυξη αλλά ταυτόχρονα αύξησε τις εισαγωγές, περιορίζοντας τη συμβολή του εξωτερικού τομέα.
Στη μεσοπρόθεσμη εικόνα η μεταποίηση αναδεικνύεται ως βασικός παράγοντας διατήρησης της υπεραπόδοσης, όμως η αγορά εργασίας πλησιάζει τα φυσικά της όρια και η περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης καθίσταται δυσκολότερη. Το αποτέλεσμα είναι ότι το growth premium έναντι της Ευρωζώνης παραμένει, αλλά μικρότερο από αυτό της περιόδου μετά την πανδημία.

Οι βασικοί κίνδυνοι προέρχονται από δύο κατευθύνσεις. Ένας πλήρης εμπορικός πόλεμος θα έπληττε το μεσοπρόθεσμο προφίλ ανάπτυξης, ενώ στο εσωτερικό η δημογραφική γήρανση παραμένει η μεγαλύτερη διαρθρωτική πρόκληση της οικονομίας.
Η Oxford Economics δεν βλέπει το τέλος της ελληνικής σύγκλισης αλλά τη μετάβασή της σε πιο ώριμη φάση. Η χώρα συνεχίζει να αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρωζώνη, όχι όμως λόγω επανεκκίνησης μετά την κρίση, αλλά λόγω πιο σταθερών θεμελιωδών μεγεθών. Με άλλα λόγια, η επόμενη περίοδος δεν θα κριθεί από την ταχύτητα της ανάπτυξης, αλλά από τη δυνατότητα διατήρησής της χωρίς τους προσωρινούς καταλύτες που χαρακτήρισαν την προηγούμενη πενταετία.

