Ο OPEC+ προσανατολίζεται στη διατήρηση των υφιστάμενων επιπέδων παραγωγής πετρελαίου και τον Μάρτιο, σύμφωνα με πηγές που συμμετέχουν στις διαβουλεύσεις, καθώς το καρτέλ και οι σύμμαχοί του καλούνται να διαχειριστούν ένα παγκόσμιο πλεόνασμα προσφοράς αλλά και ένα σύνθετο πλέγμα γεωπολιτικών κινδύνων.
Κεντρικά μέλη της συμμαχίας, με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία και τη Ρωσία, αναμένεται να πραγματοποιήσουν την Κυριακή την καθιερωμένη μηνιαία τηλεδιάσκεψη, προκειμένου να επανεξετάσουν την απόφαση -η οποία ελήφθη τον Νοέμβριο- για διατήρηση της παραγωγής στα τρέχοντα επίπεδα κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, μετά τη γρήγορη επαναφορά αντλήσεων που είχε προηγηθεί το 2025.
Τέσσερις αντιπρόσωποι, που μίλησαν στο Bloomberg υπό τον όρο της ανωνυμίας τους, εκτιμούν ότι η πολιτική αυτή θα παραμείνει αμετάβλητη, αν και δύο εξ αυτών σημείωσαν ότι δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει ουσιαστικές συζητήσεις μεταξύ των κρατών-μελών.
Προς το παρόν δεν διαφαίνεται ανάγκη αντίδρασης στις αναταράξεις που καταγράφονται τον τελευταίο μήνα στη Βενεζουέλα και το Ιράν, σύμφωνα με μία από τις πηγές. Ωστόσο, άλλος αντιπρόσωπος προειδοποίησε ότι μια σοβαρή διαταραχή στην προσφορά θα μπορούσε να οδηγήσει τον OPEC και τους εταίρους του σε αύξηση της παραγωγής.
Οι τιμές του πετρελαίου κινούνται ελαφρώς ανοδικά από τις αρχές του έτους, ενισχυμένες από την εκτεταμένη αναταραχή στο Ιράν και τους περιορισμούς στην παραγωγή σε Καζακστάν και Ρωσία. Τα συμβόλαια Brent διαπραγματεύονταν τη Δευτέρα γύρω στα 66 δολάρια το βαρέλι. Παρ’ όλα αυτά, οι τιμές βρίσκονται μόλις περίπου ένα δολάριο υψηλότερα σε σχέση με τις αρχές Νοεμβρίου, όταν ο OPEC+ ανακοίνωσε την παύση παραγωγής για το πρώτο τρίμηνο, επικαλούμενος εποχική επιβράδυνση της ζήτησης.
Στο Ιράν, οι μαζικές διαδηλώσεις και η σκληρή καταστολή δεν έχουν μέχρι στιγμής επηρεάσει τον πετρελαϊκό τομέα. Την ίδια ώρα, το αργό της Βενεζουέλας κατευθύνεται εκ νέου προς την Ευρώπη για πρώτη φορά έπειτα από σχεδόν έναν χρόνο, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να επανεκκινήσει την οικονομία της χώρας μετά την απομάκρυνση του πρώην ηγέτη Νικολάς Μαδούρο.

