Η ισχύς του ευρώ ενισχύει τον αποπληθωριστικό αντίκτυπο της εξαγωγικής μηχανής της Κίνας, εξέλιξη που θα μπορούσε να αποτελέσει τον καταλύτη για να βγει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα από την «άνετη θέση» της και να την οδηγήσει σε περαιτέρω μειώσεις επιτοκίων.
Το ευρώ κινείται γύρω στα 1,166 δολάρια, έχοντας αγγίξει το υψηλότερο επίπεδο τετραετίας στα 1,1918 δολάρια τον Σεπτέμβριο και καταγράφοντας κέρδη σχεδόν 13% από την αρχή του έτους, τα υψηλότερα από το 2017.
Ιστορικά υψηλά στη συναλλαγματική ισχύ του ευρώ
Η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία (RER) του ευρώ έφτασε τον Σεπτέμβριο στο 98,68, το υψηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2014, ενώ τον Νοέμβριο διαμορφώθηκε στο 97,81.
Η ονομαστική ισοτιμία, που βρίσκεται περίπου στις 129,96 μονάδες, κατέγραψε ιστορικό υψηλό στις 130,87 μονάδες τον Σεπτέμβριο, σημειώνοντας άνοδο 5,7% μέσα στο 2025.
«Το ευρώ είναι πολύ πιο ακριβό από ό,τι φαίνεται», δήλωσε ο Θέμος Φιωτάκης, παγκόσμιος επικεφαλής στρατηγικής συναλλάγματος της Barclays.
Όπως ανέφερε, αν το ευρώ αξιολογηθεί με βάση την εμπορική του ισχύ και σε σύγκριση με τους άμεσους ανταγωνιστές του, βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ αν συνυπολογιστούν και οι αμερικανικοί δασμοί, η ισοτιμία του πλησιάζει τα 1,28 δολάρια.
Κίνα: Ο αποπληθωριστικός παράγοντας
Ένας από τους βασικούς παράγοντες της ανατίμησης του ευρώ ήταν η πτώση κατά 7% του κινεζικού γουάν στην offshore αγορά από την αρχή του έτους.
Η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Ευρώπης. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι η Ευρωζώνη εμφάνισε εμπορικό έλλειμμα 33 δισ. ευρώ με την Κίνα τον Σεπτέμβριο, την ώρα που κατέγραψε πλεόνασμα 22,2 δισ. ευρώ με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό της εταίρο.
Η Goldman Sachs αναθεώρησε πρόσφατα ανοδικά τις προοπτικές ανάπτυξης της Κίνας για πρώτη φορά εδώ και μία δεκαετία, επισημαίνοντας ότι η στρατηγική του Πεκίνου να πλημμυρίσει τις διεθνείς αγορές με φθηνά προϊόντα ενδέχεται να προκαλέσει αποπληθωριστικές πιέσεις, κυρίως στην Ευρώπη.
Πίεση προς την ΕΚΤ
Οι Κινέζοι εξαγωγείς αναμένεται να εντείνουν την παρουσία τους σε αγορές εκτός ΗΠΑ, ενώ η κυριαρχία της Κίνας στις σπάνιες γαίες περιορίζει τα περιθώρια επιβολής εμπορικών φραγμών.
Ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ, Λουίς Ντε Γκίντος, είχε δηλώσει τον Ιούλιο ότι η κεντρική τράπεζα μπορεί να αγνοήσει την ανατίμηση του ευρώ έως τα 1,20 δολάρια, ωστόσο πάνω από αυτό το επίπεδο η κατάσταση γίνεται «πολύ πιο περίπλοκη».
«Μέχρι στιγμής, η επίδραση της ισοτιμίας είναι περιορισμένη», δήλωσε ο Σάιμον Γουέλς, επικεφαλής οικονομολόγος της HSBC για την Ευρώπη, επισημαίνοντας ότι τα περιθώρια κέρδους βρίσκονται ακόμη σε φάση ανασυγκρότησης.
Όπως πρόσθεσε, μια απότομη ανατίμηση του ευρώ κατά περίπου 5% από τα τρέχοντα επίπεδα θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, ακόμη και με περισσότερες από μία μειώσεις επιτοκίων.
Αυξανόμενοι κίνδυνοι για τη νομισματική πολιτική
Ο αξιωματούχος της ΕΚΤ Μάρτιν Κόχερ δήλωσε ότι η ισοτιμία δεν αποτελεί άμεσο κίνδυνο, ωστόσο μια περαιτέρω ανατίμηση θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα για τους εξαγωγείς. Παράλληλα, ο Μάρτινς Κάζακς τόνισε ότι οι εμπορικές ροές της Κίνας και η συναλλαγματική ισοτιμία αποτελούν βασικούς κινδύνους για την πολιτική της ΕΚΤ.
«Το βασικό μας σενάριο παραμένει η διατήρηση των επιτοκίων, όμως η πιθανότητα για μία ή δύο μειώσεις μέχρι το καλοκαίρι του επόμενου έτους παραμένει υψηλή», δήλωσε στο Reuters ο Κάρστεν Μπρζέσκι της ING.
Ο ρόλος της Fed και του δολαρίου
Οι αγορές προεξοφλούν ότι η ΕΚΤ θα διατηρήσει σταθερή στάση τουλάχιστον έως τον Μάρτιο του 2027, ωστόσο οι δασμοί και οι φόβοι παγκόσμιου εμπορικού πολέμου έχουν ήδη ανατρέψει τις ισορροπίες.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η πορεία του ευρώ θα συνεχίσει να εξαρτάται από τη διαφορά επιτοκίων Ευρωζώνης – ΗΠΑ. Η Fed αναμένεται να ξεκινήσει σειρά μειώσεων επιτοκίων, γεγονός που θα μπορούσε να αποδυναμώσει το δολάριο και να ενισχύσει περαιτέρω το ευρώ.
«Τα χαμηλότερα επιτόκια και το ασθενέστερο δολάριο πάνε χέρι-χέρι», δήλωσε ο Αντρέας Κένινγκ της Amundi Asset Management, εκτιμώντας ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα πιέσει τη Fed προς μεγαλύτερη χαλάρωση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.

