Η εισαγωγή της ψηφιακής κάρτας εργασίας έχει αρχίσει να προκαλεί σημαντικές ανακατατάξεις στους κλάδους της εστίασης και του τουρισμού. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που καθιστά υποχρεωτική την καταγραφή της ώρας εισόδου και εξόδου κάθε εργαζομένου, με στόχο τη διαφάνεια και την καλύτερη εποπτεία του ωραρίου. Η εφαρμογή του συστήματος αναδεικνύει τις πραγματικές διαστάσεις των υπερωριών, οι οποίες πλέον δεν μπορούν να αποκρύπτονται ή να παραλείπονται στις δηλώσεις των εργοδοτών.
Εκτόξευση των δηλωμένων υπερωριών
Οι πρώτες ενδείξεις από την εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας στους δύο κλάδους δείχνουν εντυπωσιακή αύξηση στις δηλωμένες υπερωρίες. Εργοδότες που παλαιότερα απέφευγαν να τις δηλώσουν, πλέον δεν έχουν τη δυνατότητα να τις αποκρύψουν. Ο νέος τρόπος καταγραφής του χρόνου εργασίας έφερε στην επιφάνεια χιλιάδες ώρες εργασίας που μέχρι πρότινος παρέμεναν «αόρατες». Η εικόνα αυτή μαρτυρεί το εύρος της ανεπίσημης υπερωριακής απασχόλησης που χαρακτήριζε κυρίως τον τουρισμό και την εστίαση.
Πίεση στις μικρές επιχειρήσεις
Η εφαρμογή του νέου μέτρου δεν είναι χωρίς προκλήσεις. Πολλές μικρές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις, είτε λόγω τεχνολογικών ελλείψεων είτε εξαιτίας της έλλειψης διαθέσιμου προσωπικού. Η αυστηρή τήρηση των κανόνων ωθεί αρκετούς εργοδότες να αναζητήσουν άμεσα λύσεις για να καλύψουν τις ανάγκες τους χωρίς να παραβιάζουν τη νομοθεσία. Η πίεση αυξάνεται, ειδικά την τουριστική περίοδο, όπου οι ανάγκες είναι πολλαπλάσιες και η ζήτηση σε προσωπικό μεγάλη.
Η νέα πραγματικότητα δεν περιορίζεται μόνο στη συμμόρφωση. Οι ελεγκτικές αρχές εντατικοποιούν τους ελέγχους, και τα ευρήματα είναι αποκαλυπτικά. Πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να παρακάμπτουν τις υποχρεώσεις τους, κυρίως όσον αφορά την καταγραφή της πραγματικής ώρας εργασίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή προστίμων που φθάνουν σε υψηλά επίπεδα, λειτουργώντας ως αποτρεπτικός μηχανισμός. Οι επιχειρήσεις καλούνται πλέον να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη για ευελιξία και τη συμμόρφωση με τους κανόνες.