Η Τζόρτζια Μελόνι εδώ και αρκετό καιρό προβάλλει την πυρηνική ενέργεια ως πιθανή διέξοδο για την αποδυναμωμένη οικονομία της Ιταλίας. Πλέον, η κυβέρνησή της επεξεργάζεται τρόπους ώστε να επαναφέρει στην πράξη μια τεχνολογία που για δεκαετίες παρέμενε εκτός ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας.
Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά τη διακοπή λειτουργίας του τελευταίου πυρηνικού αντιδραστήρα στην Ιταλία —και περίπου δεκαπέντε χρόνια μετά την αποτυχημένη προσπάθεια ανατροπής αυτής της πολιτικής— το επιτελείο της πρωθυπουργού εξετάζει εκ νέου την προοπτική επανεκκίνησης της πυρηνικής παραγωγής. Όπως αναφέρουν πηγές με γνώση των συζητήσεων στο πρακτορείο Bloomberg, πραγματοποιούνται επαφές με ειδικούς και τεχνικές διαβουλεύσεις για το πώς θα μπορούσε να γίνει η επιστροφή της ατομικής ενέργειας.
Σύμφωνα με το Bloomberg, Ιταλοί αξιωματούχοι έχουν ταξιδέψει στον Καναδά προκειμένου να εξετάσουν σύγχρονα τεχνολογικά μοντέλα, ενώ έχουν επίσης πραγματοποιήσει επαφές με Γάλλους αξιωματούχους για να ενημερωθούν για την εμπειρία της χώρας τους στον πυρηνικό τομέα. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι στο εσωτερικό της κυβέρνησης έχουν συζητηθεί και λύσεις που προέρχονται από τη Νότια Κορέα και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για τη Μελόνι, η πρωτοβουλία αυτή αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτικής της δέσμευσης να στηρίξει τις επιχειρήσεις που πλήττονται από τις ιδιαίτερα υψηλές τιμές ενέργειας στην Ιταλία, οι οποίες συγκαταλέγονται στις υψηλότερες στην Ευρώπη. Η ίδια έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η πυρηνική ενέργεια θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής λύσης, συνδέοντας σε κάποιο βαθμό και την πολιτική της αξιοπιστία με την επιτυχία αυτής της προσπάθειας.
Ο υπουργός Ενέργειας της χώρας, Τζιλμπέρτο Πικέτο Φρατίν, δήλωσε την Τρίτη ότι η Ιταλία θα πρέπει να επανεκκινήσει το πυρηνικό της πρόγραμμα «το συντομότερο δυνατό», υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι οι εγκαταστάσεις θα πρέπει να πληρούν αυστηρά πρότυπα ασφάλειας και να είναι ταυτόχρονα οικονομικά βιώσιμες.
Παράλληλα, αξιωματούχοι της κυβέρνησης αναγνωρίζουν ότι το εγχείρημα είναι ιδιαίτερα σύνθετο. Για να πειστεί μια κοινωνία που σε δύο δημοψηφίσματα ψήφισε συντριπτικά υπέρ της απαγόρευσης της πυρηνικής ενέργειας απαιτούνται προσεκτικοί πολιτικοί χειρισμοί και κατάλληλος χρονισμός. Η προοπτική των επόμενων εθνικών εκλογών καθιστά το εγχείρημα ακόμη πιο περίπλοκο.
Επιπλέον, μεγάλα πυρηνικά έργα συχνά εξελίσσονται σε ιδιαίτερα δαπανηρές επενδύσεις με σημαντικές καθυστερήσεις, όπως έχουν δείξει παραδείγματα σε χώρες όπως η Γαλλία ή το Ηνωμένο Βασίλειο. Ακόμη κι αν τα σχέδια υλοποιηθούν ομαλά, υπάρχει το ενδεχόμενο η ιταλική πυρηνική ενέργεια να τεθεί σε λειτουργία σε μια περίοδο όπου η αγορά ενέργειας θα στρέφεται ολοένα και περισσότερο προς πιο «πράσινες» τεχνολογίες με χαμηλότερους κινδύνους.
Η Ιταλία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές φυσικού αερίου, γεγονός που την καθιστά περισσότερο εκτεθειμένη από πολλές άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες στις μεταβολές των διεθνών τιμών.
Αυτό έγινε ιδιαίτερα εμφανές το 2022, όταν η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία προκάλεσε εκρηκτική άνοδο στις τιμές του φυσικού αερίου, επιβαρύνοντας την ήδη εύθραυστη οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Έκτοτε η Ιταλία επιδιώκει να διαφοροποιήσει το ενεργειακό της μείγμα.
Η πρόσφατη ένταση στο Ιράν, που έχει περιορίσει τις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου και έχει προκαλέσει άνοδο των ενεργειακών τιμών, αυξάνει περαιτέρω την πίεση για άμεσες αποφάσεις, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές.
Η χώρα έχει ήδη κάνει κάποια αρχικά βήματα προς την επαναφορά της πυρηνικής ενέργειας.
Πέρυσι, το ιταλικό υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε νέο θεσμικό πλαίσιο που ανοίγει τον δρόμο για την επιστροφή της πυρηνικής τεχνολογίας, θέτοντας ως στόχο την κατάρτιση ενός ολοκληρωμένου εθνικού στρατηγικού σχεδίου έως το 2027. Η πρωτοβουλία αυτή αποτέλεσε το πρώτο ουσιαστικό βήμα προς την άρση της απαγόρευσης που ισχύει από το 1987, η οποία λίγο έλειψε να καταργηθεί το 2011 πριν το πυρηνικό ατύχημα στη Φουκουσίμα αλλάξει το πολιτικό κλίμα.
Ταυτόχρονα, οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν ποια τεχνολογία θα μπορούσε να υιοθετήσει η Ιταλία. Το ενδιαφέρον στρέφεται τόσο σε μεγάλους πυρηνικούς σταθμούς όσο και στους λεγόμενους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες (SMRs), μια νέα γενιά αντιδραστήρων που θεωρητικά μπορεί να κατασκευαστεί ταχύτερα και με χαμηλότερο κόστος.
Οι υποστηρικτές της τεχνολογίας εκτιμούν ότι οι μικροί αντιδραστήρες θα μπορούσαν να συμβάλουν στη σταδιακή αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων και να υποστηρίξουν ενεργοβόρες δραστηριότητες, όπως εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης ή μεγάλα κέντρα δεδομένων.
Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι οι πυρηνικές τεχνολογίες της Γαλλίας θα μπορούσαν να συνεργαστούν αποτελεσματικά με τις ιταλικές εταιρείες που ήδη δραστηριοποιούνται στον ενεργειακό κλάδο. Μια ακόμη πιθανή επιλογή είναι η αμερικανική εταιρεία Westinghouse Electric Company, ιδιαίτερα εάν η Ιταλία επιδιώξει να ενισχύσει τις σχέσεις της με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Παράλληλα εξετάζεται και η συνεργασία με τη νοτιοκορεατική Korea Hydro & Nuclear Power, η οποία συμμετέχει ήδη στην κατασκευή νέων πυρηνικών αντιδραστήρων στην Τσεχία, καθώς και με καναδικούς φορείς που πρωτοπορούν στην ανάπτυξη μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων.
Η ιταλική πρωτοβουλία εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση επαναξιολόγησης της πυρηνικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

