Ο Γιάννης Στουρνάρας αθροίζεται σε εκείνους που θεωρούν προτεραιότητα, και μάλιστα μείζων και εν τάχει, την ένωση της Ευρώπης σε οικονομικό και αμυντικό επίπεδο. Ειδικά με την εξέλιξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος τονίζει ότι η ενοποίηση είναι εκ των ων ουκ άνευ. Μίλησε για επιτακτικότητα στις θεσμικές αλλαγές. Το Reuters, που φιλοξενεί τις δηλώσεις του Στουρνάρα, σχολιάζει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση συζητά εδώ και καιρό περαιτέρω μέτρα για την ενίσχυση της ενοποίησής της.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες αντιστέκονται τόσο στην τραπεζική ένωση όσο και στην ένωση κεφαλαιαγορών. «Μέσα σε διάστημα λίγων μηνών, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έχουν λάβει περισσότερες από μία προειδοποιήσεις ότι οι θεσμικές αλλαγές είναι επιτακτικές», δήλωσε ο Στουρνάρας, ο οποίος είναι και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Επιπλέον, πρότεινε μεταρρυθμίσεις, που αφορούν τόσο στην έκδοση κοινού χρέους όσο και τη συλλογική χρηματοδότηση έργων που έχουν αντίκτυπο σε όλες τις χώρες. «Στόχος μας πρέπει να είναι η έκδοση κοινού χρέους για την επίτευξη σαφώς καθορισμένων κοινών ευρωπαϊκών στόχων υψηλής σημασίας, όπως η ενίσχυση της άμυνας, της πράσινης ενέργειας και των στρατηγικών επενδύσεων», δήλωσε ο κ. Στουρνάρας.
Συνέχισε να κρούει, πάντως, το καμπανάκι του κινδύνου, καθώς τόνισε πως σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης, η Ευρωζώνη θα αντιμετωπίσει υψηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερη ανάπτυξη. Φυσικά, η Ελλάδα έχει τρόπον τινά εξάρτηση από την κατάσταση που βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Γιάννης Στουρνάρας: Ανθεκτική η ελληνική Οικονομία
Ο Γιάννης Στουρνάρας μίλησε, λοιπόν, σε εκδήλωση της Αμερικανικής Ελληνικής Εκπαιδευτικής Προοδευτικής Ένωσης (AHEPA) στη Φρανκφούρτη. Σε ό,τι αφορά, εξάλλου, την ελληνική οικονομία, τόνισε πως «οι προοπτικές της παραμένουν θετικές, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση και ότι οι τιμές ενέργειας θα αποκλιμακωθούν. Η ανάπτυξη αναμένεται να παραμείνει πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η ανθεκτικότητα της οικονομίας», υπογράμμισε, «βασίζεται σε ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη: υγιή δημόσια οικονομικά, αύξηση επενδύσεων, βελτίωση της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των εξαγωγών».
Μάλιστα, συνεχίζοντας για την κατάσταση της Ελλάδας, εξήγησε πως «έχει μετατοπίσει την προσοχή της από την ανάκαμψη στη στρατηγική επιτάχυνση, με βασικό στόχο τη σύγκλιση με την Ευρωζώνη». Όπως σημείωσε, αυτό απαιτεί κάλυψη του επενδυτικού κενού, ενίσχυση της παραγωγικότητας μέσω νέων τεχνολογιών, συνέχιση μεταρρυθμίσεων και αποτελεσματική αξιοποίηση εγχώριων και ευρωπαϊκών πόρων, καθώς και ξένων επενδύσεων.
Ειδικότερα, ανέφερε ότι η μακροοικονομική, δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα πρέπει να παραμείνουν βασικοί πυλώνες της οικονομικής στρατηγικής, ενώ κρίσιμη είναι και η ενίσχυση των επενδύσεων. Παράλληλα, τόνισε ότι η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ευκαιρίες ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας.
Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, όπως σημείωσε, η Ελλάδα μπορεί όχι μόνο να διατηρήσει την ανάκαμψη, αλλά και να περάσει σε μια φάση υψηλότερων επενδύσεων, αυξημένης παραγωγικότητας και ισχυρότερης οικονομικής ανθεκτικότητας. Αναφέρθηκε, δε, στις προοπτικές της Οικονομίας, ωστόσο τόνισε ως προαπαιτούμενη την αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας, προκειμένου η ανάπτυξη να κινηθεί περίπου στα ίδια επίπεδα με πέρυσι (2,1%), παραμένοντας πάνω από το μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Κλείνοντας, έκανε αναδρομή στην πορεία προς την ελληνική κρίση και στα διδάγματα των μνημονίων, επισημαίνοντας ότι η εμπειρία αυτή παραμένει επίκαιρη. Όπως τόνισε, περίοδοι συγκρούσεων, όπως αυτή στη Μέση Ανατολή, προκαλούν δημοσιονομικές πιέσεις, ενεργειακές αναταράξεις και αυξημένη αβεβαιότητα, καθιστώντας αναγκαία την ορθή δημοσιονομική διακυβέρνηση και τον συντονισμένο χειρισμό κρίσεων.

