Με τον Μάρτιο να έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, το δολάριο οδεύει προς τον καλύτερο μήνα του από τον Δεκέμβριο του 2024, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ανατρέπει τα δεδομένα της Wall Street για το κυρίαρχο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα.
Στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος, ο δείκτης δολαρίου ενισχύεται σχεδόν κατά 2,7% τον Μάρτιο, έχοντας “κλείσει” στο 100,19 στη συνεδρίαση της Παρασκευής 27/3, στηριζόμενος σε ροές προς ασφαλή καταφύγια και στη μείωση των προσδοκιών για μειώσεις επιτοκίων από τη Federal Reserve, μετά την εκτόξευση των ενεργειακών τιμών λόγω του πολέμου.
Πρόκειται για απότομη ανατροπή της τάσης για το «πράσινο νόμισμα», το οποίο πριν από τη σύγκρουση είχε συμπληρώσει τέσσερις συνεχόμενους μήνες απωλειών. Καθώς οι εχθροπραξίες παρατείνονται, αυξάνεται η πίεση σε τράπεζες και επενδυτές που διατηρούσαν αρνητική στάση απέναντι στις προοπτικές του.
Οι στρατηγικοί αναλυτές της JPMorgan Chase, για παράδειγμα, “γύρισαν” σε θετική στάση για πρώτη φορά εδώ και έναν χρόνο. Στην αγορά παραγώγων, οι επενδυτές εγκατέλειψαν τις θέσεις υπέρ πτώσης του δολαρίου και πλέον ποντάρουν σε άνοδο. Μάλιστα, έχουν ενισχυθεί περαιτέρω και τα στοιχήματα περαιτέρω αύξησης του αμερικανικού νομίσματος από την ερχόμενη εβδομάδα.
«Οι θέσεις υπέρ της πτώσης του δολαρίου στις αρχές του 2026 αιφνιδιάστηκαν πλήρως», επεσήμανε ο Στίβεν Ίνγκλαντερ, της Standard Chartered Bank.
Με τους επενδυτές να εγκαταλείπουν τις αρνητικές θέσεις και τις τιμές ενέργειας να παραμένουν υψηλές, ο Ίνγκλαντερ διατήρησε την πρόβλεψή του για περαιτέρω ενίσχυση του δολαρίου, την οποία είχε ήδη διατυπώσει πριν από την έναρξη του 2026. Εκτιμά ότι θα κινηθεί προς τα 1,12 δολάρια ανά ευρώ έως το τέλος του έτους, από περίπου 1,15 σήμερα, επίπεδο που θα αποτελέσει το ισχυρότερο από τον Μάιο.
Πλήρης ανατροπή δεδομένων
Όμιλοι, όπως η Goldman Sachs Group Inc. και η Deutsche Bank AG είχαν ξεκινήσει τις προβλέψεις τους για το 2026 διαβλέποντας απώλειες για το αμερικανικό νόμισμα, βασιζόμενες εν μέρει στην εκτίμηση ότι η Fed θα συνέχιζε τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Ο δείκτης του Bloomberg για το δολάριο υποχώρησε περίπου κατά 8% το 2025, τη μεγαλύτερη πτώση από το 2017.
Τρεις μειώσεις επιτοκίων από τη Fed πέρυσι αποδυνάμωσαν τη ζήτηση, ενώ και ο εμπορικός πόλεμος του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ενίσχυσε τις εικασίες για πιθανή απομάκρυνση επενδυτών από τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία. Τελικά, οι επενδυτές συνέχισαν να κατευθύνουν κεφάλαια στις ΗΠΑ, καλύπτοντας παράλληλα τον κίνδυνο πτώσης του δολαρίου.
Ένας βασικός κίνδυνος είναι ότι ο πόλεμος μπορεί να επαναφέρει τη συζήτηση για μια πιθανή μακροπρόθεσμη απομάκρυνση από τις αμερικανικές αγορές και το δολάριο, είτε λόγω ανησυχιών για τις πολιτικές της κυβέρνησης είτε εξαιτίας της δημοσιονομικής επιβάρυνσης από τις δαπάνες του πολέμου.
Η κυριαρχία του δολαρίου στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένει αδιαμφισβήτητη εδώ και δεκαετίες. Ωστόσο, η Deutsche Bank σημείωσε αυτόν τον μήνα ότι ο πόλεμος δοκιμάζει τον ρόλο του ως βασικού νομίσματος στο παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου, κάνοντας λόγο για πιθανή στροφή προς το κινεζικό γουάν.
Παρά ταύτα, το δολάριο εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό νόμισμα στις διατραπεζικές συναλλαγές συναλλάγματος και στα συναλλαγματικά αποθέματα.
Το βλέμμα στην ανάπτυξη και την ενέργεια
Πιο άμεσα, το ενδιαφέρον των αγορών στρέφεται στο κατά πόσο θα επικρατήσουν οι ανησυχίες για την οικονομική ανάπτυξη λόγω της παρατεταμένης ανόδου των ενεργειακών τιμών. Αν συμβεί αυτό, ενδέχεται να επανέλθουν οι προσδοκίες για μειώσεις επιτοκίων από τη Fed, παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ θεωρούνται σχετικά προστατευμένες λόγω της ιδιότητάς τους ως παραγωγού πετρελαίου.
Οι αναλυτές της Goldman Sachs εκτιμούν ότι μια τέτοια στροφή θα «μετρίαζε πιθανότατα την ευρεία ενίσχυση του δολαρίου» έναντι των νομισμάτων των χωρών G-10, ενώ η Morgan Stanley προχωρά ένα βήμα παραπέρα, προβλέποντας εξασθένηση του δολαρίου καθώς θα εντείνονται οι ανησυχίες για την οικονομία.
Πάντως, πολλοί οίκοι αποφεύγουν προς το παρόν να αναθεωρήσουν τις προβλέψεις τους λόγω της αβεβαιότητας για τη διάρκεια του πολέμου και το ενδεχόμενο κλιμάκωσης ή αποκλιμάκωσης του.
Η Τζαγιάτι Μπαραντβάι της TD Securities εκτίμησε ότι το δολάριο θα ωφεληθεί στο τρέχον περιβάλλον αυξημένου ρίσκου και ότι μια περαιτέρω κλιμάκωση θα οδηγούσε σε πιο θετική στάση για το νόμισμα. Ωστόσο, εμφανίζεται επιφυλακτική ως προς την αναθεώρηση της αρνητικής πρόβλεψής της, θεωρώντας ότι υπάρχει περιθώριο αποδυνάμωσης εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν καταλήξουν σε συμφωνία τις επόμενες εβδομάδες.
«Σε αυτό το σενάριο, η υποχώρηση της αμερικανικής αναπτυξιακής υπεροχής, η μείωση του ασφαλούς premium και η πιθανή ενίσχυση της στρατηγικής “Hedge America” μετά τις πρόσφατες ενέργειες των ΗΠΑ θα ασκήσουν πιέσεις στο δολάριο», επεσήμανε σε ανάλυση της.
Στη Manulife Investment Management, η Έρικα Καμιλέρι παραμένει επίσης απαισιόδοξη για το δολάριο, παρά το γεγονός ότι ο όμιλος έκλεισε θέσεις υπέρ της πτώσης του μέσα στον μήνα.
Όπως σημείωσε, η «υπερβολική απαισιοδοξία» για την ανάπτυξη εκτός ΗΠΑ και η πιθανότητα μείωσης επιτοκίων από τη Fed — κάτι που δεν αναμένει από άλλες κεντρικές τράπεζες — θα μπορούσαν να αλλάξουν την εικόνα. «Διατηρούμε την εκτίμηση ότι το δολάριο θα αποδυναμωθεί σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα και εξακολουθούμε να βλέπουμε ενίσχυση του ευρώ έως το τέλος του έτους», τόνισε.
Οι «ταύροι» στο τιμόνι, προς το παρόν
Προς το παρόν, οι επενδυτές που ποντάρουν στην άνοδο έχουν τον έλεγχο. Την Παρασκευή, το δολάριο και το πετρέλαιο ενισχύθηκαν εν μέσω αυξανόμενων ανησυχιών για παρατεταμένο πόλεμο, ακόμη και καθώς ο Τραμπ πιέζει για ειρηνευτικές συνομιλίες.
Στην αγορά options, τα στοιχήματα υπέρ της ανόδου του δολαρίου κυριαρχούν για τον επόμενο μήνα, αν και οι θέσεις για μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα δείχνουν ότι οι προσδοκίες είναι για σταδιακή εξασθένηση.
Σύμφωνα με τον μακροοικονομικό αναλυτή Μπρένταν Φάγκαν, μια ενεργειακή κρίση δημιουργεί σταθερή ζήτηση για δολάρια, καθώς η άμεση ανάγκη για φυσικό πετρέλαιο μεταφράζεται σε άμεση ζήτηση για το αμερικανικό νόμισμα.
«Το παγκόσμιο μακροοικονομικό περιβάλλον έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα μπροστά στις εξελίξεις του πολέμου», υπογράμμισε ο επικεφαλής στρατηγικής αγορών της Brown Brothers Harriman, Ηλίας Χαντάντ. «Πρόκειται πλέον για μια τακτική αγορά», πρόσθεσε. «Πρέπει να κινηθείς γρήγορα».

