Η Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Αγγλίας ψήφισε «ομόφωνα» την Πέμπτη να διατηρήσει αμετάβλητο το βασικό επιτόκιο στο 3,75%. Σημειωτέον ότι πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στο Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, οι εκτιμήσεις «έβλεπαν» την Τράπεζα της Αγγλίας να προχωρά σήμερα σε μείωση του βασικού της επιτοκίου, αλλά η σύγκρουση προκάλεσε ραγδαία άνοδο των τιμών της ενέργειας παγκοσμίως, θολώνοντας τις προοπτικές για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη.
Και τα εννέα μέλη της Επιτροπής ψήφισαν υπέρ της διατήρησης των επιτοκίων, στην πρώτη ομόφωνη απόφαση της BoE εδώ και τεσσεράμισι χρόνια. Παράλληλα, στα πρακτικά της συνεδρίασης διαφαίνεται μια αλλαγή στον τόνο με τους υπεύθυνους νομισματικής πολιτικής να αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο αύξηση των επιτοκίων. Ο διοικητής Andrew Bailey προειδοποίησε ότι η πολιτική πρέπει να «ανταποκριθεί στον κίνδυνο μιας πιο επίμονης επίδρασης στον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (CPI) του Ηνωμένου Βασιλείου». Σε ξεχωριστή δήλωση πρόσθεσε: «Ό,τι και να συμβεί, η δουλειά μας είναι να διασφαλίσουμε ότι ο πληθωρισμός θα επιστρέψει στον στόχο του 2%».
«Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει σημαντική αύξηση στις παγκόσμιες τιμές της ενέργειας και άλλων εμπορευμάτων, η οποία θα επηρεάσει τις τιμές των καυσίμων και των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας για τα νοικοκυριά και θα έχει έμμεσες επιπτώσεις μέσω του κόστους των επιχειρήσεων», ανέφερε η Τράπεζα της Αγγλίας στην ανακοίνωσή της.
«Πριν από την εξέλιξη αυτή, είχε καταγραφεί τάση αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού στις εγχώριες τιμές και τους μισθούς. Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (CPI) θα είναι υψηλότερος στο εγγύς μέλλον ως αποτέλεσμα του νέου σοκ στην οικονομία», προειδοποίησε η Τράπεζα της Αγγλίας.
Η BoE αναφέρει στην ανακοίνωση ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της είναι «σε εγρήγορση όσον αφορά τον αυξημένο κίνδυνο εγχώριων πληθωριστικών πιέσεων μέσω δευτερογενών επιδράσεων στον καθορισμό των μισθών και των τιμών, ο κίνδυνος των οποίων θα είναι μεγαλύτερος όσο περισσότερο διαρκούν οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας». Επιπλέον, προσθέτει ότι αξιολογεί τις επιπτώσεις στον πληθωρισμό της αποδυνάμωσης της οικονομικής δραστηριότητας που πιθανόν θα προκύψει από τα υψηλότερα ενεργειακά κόστη.

