Η αρχική ισχυρή πτώση των μετοχών στη Wall Street περιορίστηκε κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της Τρίτης, ενώ η άνοδος στις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων μετριάστηκε, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν εξακολουθεί να προκαλεί έντονες διακυμάνσεις σε όλες τις κατηγορίες των assets. Παράλληλα, η στρατιωτική παρέμβαση των ΗΠΑ για την προστασία των θαλάσσιων μεταφορών περιόρισε την εκρηκτική άνοδο του πετρελαίου που νωρίτερα είχε φτάσει έως και το +9%.
Έτσι, λοιπόν, ο Dow Jones έκλεισε με πτώση 400 μονάδων ή 0,83% στις 48.501, ενώ τις πρώτες ώρες της συνεδρίασης είχε βρεθεί να χάνει πάνω από 1.200 μονάδες. Ο S&P 500 υποχώρησε κατά 0,94% στις 6.816 μονάδες και ο Nasdaq διολίσθησε σε ποσοστό 1,02% και τις 22.516 μονάδες.
Ο δείκτης VIX, ο λεγόμενος δείκτης φόβου, ανέβηκε πάνω από τις 23 μονάδες, αν και νωρίτερα είχε πλησιάσει τις 28 μονάδες, στο υψηλότερο σημείο εδώ και πάνω από ένα τρίμηνο.
Στην αγορά ομολόγων, η απόδοση του 10ετούς ανέβηκε στο 4,05% και του 2ετούς στο 3,50%.
«Αυτό στο οποίο αντιδρά σήμερα η αγορά είναι η αίσθηση ότι η σύγκρουση θα διαρκέσει περισσότερο από ό,τι αναμενόταν, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό θα συμβεί», υποστήριξε η Νάνσι Τένγκλερ της Laffer Tengler Investments. «Πρέπει να αφήσουμε τα γεγονότα να κατασταλάξουν και αυτό μπορεί να πάρει μερικές εβδομάδες».
Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε ιδιαίτερα ευχαριστημένος στις δηλώσεις που έκανε νωρίτερα από τον Λευκό Οίκο, στο περιθώριο της συνάντησης του με τον Γερμανό Καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς. Ωστόσο, κομβικής σημασίας για την σταθεροποίηση της αγοράς στάθηκε η δήλωση του πως έδωσε εντολή για την παροχή στρατιωτικής προστασίας στα τάνκερ που διασχίζουν τα Στενά του Ορμούζ, καθώς και για την παροχή εγγυήσεων για την χρηματοοικονομική ασφάλεια του θαλάσσιου εμπορίου από την DFC.
To σύνολο των αναλυτών επικρότησε την απόφαση Τραμπ, σχολιάζοντας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα του θέματος και της ενεργειακής κρίσης που κινδύνευε να προκαλέσει σεισμό σε αγορές και οικονομίες, παρά το γεγονός ότι για την ώρα η αποτελεσματικότητα των μέτρων δεν έχει δοκιμαστεί.
Πάντως η αντίδραση μετοχών και ομολόγων ήταν άμεση, όπως βέβαια και του ενεργειακού κόστους, με τις πετρελαϊκές τιμές να υποχωρούν από τα υψηλά που είχαν αγγίξει.
Πάντως, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνεχίζει να προκαλεί ισχυρούς κραδασμούς στην περιοχή, με το Ισραήλ να βομβαρδίζει εκ νέου την Τεχεράνη με νέο κύμα επιθέσεων. Το Ιράν εκτόξευσε πυραύλους προς το Κατάρ, το Μπαχρέιν και το Ομάν, ενώ η Ντόχα δήλωσε ότι οι στόχοι των επιθέσεων δεν περιορίστηκαν σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Παράλληλα, το Κατάρ και το Ιράκ διέκοψαν την παραγωγή σε σημαντικές ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Ένας παρατεταμένος πόλεμος που θα διατηρούσε το πετρέλαιο μεταξύ 90 και 100 δολαρίων για μεγάλο χρονικό διάστημα θα αποτελούσε σημαντικό εμπόδιο για την οικονομία, σημείωσε η Τζένιφερ ΜακΚιούεν της Capital Economics. Οι επιπτώσεις, ωστόσο, θα μπορούσαν να περιοριστούν εφόσον οι κεντρικές τράπεζες επιλέξουν να αγνοήσουν το σοκ και να αποφύγουν αυξήσεις επιτοκίων, αν και πιθανότατα θα καθυστερήσουν τις μειώσεις, πρόσθεσε.
Όσον αφορά τη νομισματική στρατηγική της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, ο πρόεδρος της Fed της Νέας Υόρκης, Τζον Γουίλιαμς, προειδοποίησε ότι μια σύγκρουση ανοιχτής διάρκειας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, θα μπορούσε να επηρεάσει την αμερικανική οικονομία μέσω της πτώσης των τιμών των assets, του εμπορικού σοκ προς τους συμμάχους των ΗΠΑ και του υψηλότερου πληθωρισμού, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Αν και παραδέχτηκε ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο μεγάλος, κυρίως χρονικά, θα είναι ο αντίκτυπος.
Αντιστοίχως και ο πρόεδρος της Fed της Μινεάπολις, Νιλ Κασκάρι, συμφώνησε ότι το εύρος και η διάρκεια της επίδρασης στις οικονομίες και τον πληθωρισμό θα είναι κρίσιμα στοιχεία. Τόνισε, όμως, πως η σύγκρουση έχει ήδη αυξήσει την αβεβαιότητα για τις οικονομικές προοπτικές των ΗΠΑ και έχει καταστήσει δυσκολότερη την εκτίμηση της μελλοντικής πορείας της νομισματικής πολιτικής.
Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με το εργαλείο FedWatch της CME Group, η αγορά θεωρεί ότι το συμβούλιο θα κρατήσει στάση αναμονής στην επικείμενη συνεδρίαση του, στις 18 Μαρτίου. Ωστόσο, αυξήθηκαν αισθητά και οι πιθανότητες να κρατήσει αμετάβλητα τα επιτόκια μέχρι τον Ιούνιο, από το 45%, πλέον πάνω από το 60%.
Πάντως, εφόσον δεν υπάρξει παρατεταμένη διακοπή των προμηθειών πετρελαίου, η σύγκρουση δεν αναμένεται από μόνη της να τερματίσει τον ανοδικό κύκλο των μετοχών, σύμφωνα με τους αναλυτές της Ned Davis Research, οι οποίοι έχουν μελετήσει δεκαετίες κρίσεων στις αγορές.
Γενικά, οι στρατιωτικές συγκρούσεις προκαλούν βραχυπρόθεσμες αναταράξεις στις αγορές, όμως όταν οι οικονομικές επιπτώσεις είναι περιορισμένες, οι αγορές ανακάμπτουν πλήρως μόλις υπάρξει μεγαλύτερη σαφήνεια για την έκταση της επέμβασης, σχολίασε ο Κρις Ζακαρέλι της Northlight Asset Management.
«Είναι πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθούν τα γεγονότα αυτόν τον μήνα, αλλά αναζητούμε ευκαιρίες που μπορεί να εμφανιστούν εάν οι επενδυτές αντιδράσουν υπερβολικά και απορρίψουν αδιακρίτως τα πάντα», δήλωσε.
Σε επίπεδο μετοχών, στην πλευρά των κερδισμένων ξεχώρισαν κυρίως ενεργειακές και αμυντικές μετοχές, καθώς οι επενδυτές στράφηκαν σε κλάδους που επωφελούνται από την άνοδο των τιμών ενέργειας και τις αυξημένες γεωπολιτικές δαπάνες.
Μεταξύ των εταιρειών που κατέγραψαν άνοδο ήταν η Exxon Mobil, η ConocoPhillips, η EOG Resources και η SM Energy, καθώς η εκτίναξη του πετρελαίου αύξησε τις προσδοκίες για υψηλότερα κέρδη στον κλάδο των υδρογονανθράκων.
Στην αντίπερα όχθη, τις μεγαλύτερες πιέσεις δέχθηκαν κυρίως μετοχές τεχνολογίας, ημιαγωγών και βιομηχανίας, που είναι πιο ευαίσθητες σε αυξημένα επιτόκια και επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Μεταξύ των χαρακτηριστικών χαμένων της ημέρας ήταν η Micron Technology, η Western Digital, η Lam Research και η Corning, οι οποίες σημείωσαν αρκετές απώλειες καθώς οι επενδυτές μείωσαν την έκθεσή τους σε κυκλικούς τεχνολογικούς τίτλους και στράφηκαν σε πιο αμυντικούς κλάδους.
Οι πιέσεις στον κλάδο των ημιαγωγών συνδέονται επίσης με την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων και τον φόβο ότι το ενεργειακό σοκ μπορεί να καθυστερήσει τις μειώσεις επιτοκίων από την Fed.

