Η ελληνική οικονομία διατηρεί σταθερή αναπτυξιακή πορεία, ωστόσο εξακολουθεί να στερείται ισχυρής δυναμικής, σύμφωνα με την ανάλυση της Wood, η οποία επισημαίνει ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν έχουν ακόμη περάσει πλήρως στην πραγματική οικονομία. Παρά τη διατήρηση των εκτιμήσεων για το ΑΕΠ, ο οίκος εστιάζει στην αυξανόμενη αβεβαιότητα, κυρίως λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων και της εξάρτησης από τον τουρισμό.
Η Wood δεν προχωρά σε αλλαγές στις βασικές της προβλέψεις, εκτιμώντας ότι η ανάπτυξη θα κινηθεί στο εύρος 2%–2,5% βραχυπρόθεσμα, με ρυθμό 2,5% για φέτος και επιτάχυνση στο 3,2% έως το 2027. Η πορεία αυτή στηρίζεται κυρίως στη μείωση της ανεργίας και στη βελτίωση του οικονομικού κλίματος των νοικοκυριών, αν και η συνολική εικόνα παραμένει συγκρατημένη.

Παράλληλα, ο πληθωρισμός αναμένεται να κινηθεί ανοδικά βραχυπρόθεσμα, ενώ το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παραμένει υψηλό, υπογραμμίζοντας τις διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας. Αντίθετα, η πορεία του δημόσιου χρέους είναι καθοδική, γεγονός που ενισχύει τη δημοσιονομική εικόνα της χώρας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον τουρισμό, με τη Wood να προειδοποιεί ότι οι τουριστικές ροές καθίστανται εξαιρετικά αβέβαιες, λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, η Ελλάδα ενδέχεται να λειτουργήσει ως σχετικός «ωφελημένος», καθώς ανταγωνιστικοί προορισμοί στην περιοχή πλήττονται πιο άμεσα. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στο σενάριο ότι η γεωπολιτική ένταση δεν θα παραταθεί πέραν των δύο μηνών.
Σε επίπεδο δομής, η ελληνική οικονομία εμφανίζεται πιο ισορροπημένη σε σχέση με το παρελθόν. Οι επενδύσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά από τα χαμηλά τους επίπεδα, ενώ οι εξαγωγές αντιπροσωπεύουν πλέον περίπου το 40% του ΑΕΠ. Τομείς όπως ο τουρισμός, η ναυτιλία, η μεταποίηση, η πληροφορική και η φαρμακοβιομηχανία διατηρούν ισχυρές επιδόσεις, ενώ και ο χρηματοπιστωτικός τομέας παρουσιάζει βελτιωμένη εικόνα.
Παρά τις θετικές αυτές εξελίξεις, η Wood εντοπίζει σαφή όρια. Η χρηματοδότηση παραμένει επαρκής για τις επιχειρήσεις αλλά όχι για τα νοικοκυριά, ενώ το υψηλό επίπεδο τιμών συνεχίζει να πιέζει την αγοραστική δύναμη. Στο εταιρικό πεδίο, η κερδοφορία αυξάνεται μεν, αλλά με μέτριο ρυθμό, ενώ η ρευστότητα εξακολουθεί να υπολείπεται των διεθνών επιπέδων.
Στο πολιτικό και δημοσιονομικό μέτωπο, η εικόνα χαρακτηρίζεται σταθερή. Η κυβέρνηση διατηρεί σαφές προβάδισμα, ενώ η δημοσιονομική επίδοση είναι ιδιαίτερα ισχυρή, με σημαντική αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης και η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης έχουν συμβάλει καθοριστικά σε αυτή την εξέλιξη.
Σε ό,τι αφορά τις μεταρρυθμίσεις, καταγράφεται πρόοδος, αλλά όχι ακόμη σε βαθμό που να αλλάζει ριζικά την αναπτυξιακή δυναμική. Η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης, οι παρεμβάσεις στη χωροταξία και η βελτίωση των διαδικασιών αδειοδότησης αποτελούν θετικές εξελίξεις, ενώ σημαντική είναι και η ενίσχυση των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων, που τα τελευταία χρόνια έχουν κινηθεί σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Παράλληλα, ο εταιρικός τομέας εμφανίζει σταδιακή αναβάθμιση, με μείωση του μεριδίου των πολύ μικρών επιχειρήσεων και ενίσχυση των μεσαίων και μεγαλύτερων σχημάτων, καθώς και αυξημένη παρουσία επενδυτικών κεφαλαίων. Η διάχυση τεχνολογίας και η είσοδος πιο ψηφιακά ώριμων επιχειρηματιών ενισχύουν τις προοπτικές παραγωγικότητας.
Συνολικά, το βασικό συμπέρασμα της Wood είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μια φάση σταθεροποίησης χωρίς ισχυρή επιτάχυνση. Οι μεταρρυθμίσεις έχουν βελτιώσει το υπόβαθρο της οικονομίας, αλλά δεν έχουν ακόμη δημιουργήσει την κρίσιμη μάζα που απαιτείται για υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Την ίδια στιγμή, οι εξωτερικοί κίνδυνοι –με κυριότερο τη γεωπολιτική αβεβαιότητα– παραμένουν καθοριστικοί για την πορεία της οικονομίας το επόμενο διάστημα.

