Μια σημαντική αλλαγή βρίσκεται σε εξέλιξη στη διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ, καθώς νέες αιματολογικές εξετάσεις που βασίζονται σε ειδικούς βιοδείκτες μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να εντοπίζουν τις χαρακτηριστικές παθολογικές μεταβολές της νόσου με ακρίβεια που φτάνει περίπου το 90%. Η εξέλιξη μπορεί να κάνει τη διαγνωστική διαδικασία ταχύτερη και ευκολότερα προσβάσιμη, περιορίζοντας σε ορισμένους ασθενείς την ανάγκη για πιο σύνθετες και ακριβές εξετάσεις.
Τα νεότερα δεδομένα παρουσίασε η ομότιμη καθηγήτρια Νευρολογίας του ΑΠΘ και πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Νόσου Alzheimer και Συναφών Διαταραχών, Μάγδα Τσολάκη, με αφορμή διάλεξη στη Θεσσαλονίκη για τις νέες προσεγγίσεις στη διάγνωση, την πρόληψη και την αντιμετώπιση της άνοιας.
Οι βιοδείκτες που αναζητούνται στο αίμα
Στο επίκεντρο της νέας διαγνωστικής προσέγγισης βρίσκονται βιοδείκτες που συνδέονται με τις χαρακτηριστικές αλλοιώσεις της νόσου Αλτσχάιμερ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η φωσφορυλιωμένη tau-217 (p-tau217), αλλά και δείκτες που σχετίζονται με το β-αμυλοειδές.
Η μέτρηση αυτών των ουσιών στο αίμα μπορεί να δώσει στους γιατρούς πληροφορίες για την πιθανότητα ύπαρξης παθολογίας Αλτσχάιμερ στον εγκέφαλο. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή σε σχέση με το παρελθόν, όταν για την ανίχνευση των σχετικών βιοδεικτών απαιτούνταν συχνά πιο σύνθετες μέθοδοι, όπως εξέταση εγκεφαλονωτιαίου υγρού ή απεικόνιση PET.
Ακρίβεια που μπορεί να φτάσει το 90%
Μελέτες έχουν δείξει ότι ορισμένα από τα νεότερα αιματολογικά τεστ μπορούν να προσεγγίσουν το 90% διαγνωστικής ακρίβειας σε ασθενείς με γνωστικά συμπτώματα. Πρόκειται για επίδοση που μπορεί να συγκριθεί, για συγκεκριμένα τεστ και πληθυσμούς, με πιο καθιερωμένες μεθόδους διερεύνησης της νόσου.
Οι κατευθυντήριες οδηγίες της Alzheimer's Association προβλέπουν ότι εξετάσεις αίματος που επιτυγχάνουν τουλάχιστον 90% ευαισθησία και 75% ειδικότητα μπορούν να χρησιμοποιούνται για αρχική διαλογή σε κατάλληλους ασθενείς. Όταν ένα τεστ επιτυγχάνει τουλάχιστον 90% τόσο σε ευαισθησία όσο και σε ειδικότητα, μπορεί υπό προϋποθέσεις να χρησιμοποιηθεί ως εναλλακτική εξέταση έναντι του amyloid PET ή της εξέτασης εγκεφαλονωτιαίου υγρού.
Δεν είναι τεστ που πρέπει να κάνουν όλοι
Η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι κάθε υγιής άνθρωπος πρέπει να ζητήσει μια αιματολογική εξέταση για Αλτσχάιμερ. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα συγκεκριμένα τεστ προορίζονται κυρίως για ανθρώπους που παρουσιάζουν αντικειμενικά προβλήματα μνήμης ή άλλες γνωστικές διαταραχές και βρίσκονται ήδη σε διαδικασία ιατρικής αξιολόγησης.
Η εξέταση αίματος δεν αντικαθιστά συνολικά την κλινική αξιολόγηση. Το αποτέλεσμα πρέπει να συνεκτιμάται από εξειδικευμένο επαγγελματία υγείας μαζί με τα συμπτώματα, το ιστορικό, τις γνωστικές δοκιμασίες και, όπου απαιτείται, πρόσθετες εξετάσεις.
Γιατί η πρώιμη διάγνωση γίνεται πιο σημαντική
Η δυνατότητα έγκαιρης αναγνώρισης της νόσου αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς εμφανίζονται νέες θεραπευτικές επιλογές που μπορούν να επιβραδύνουν την εξέλιξή της σε συγκεκριμένους ασθενείς. Οι θεραπείες αυτές δεν αποτελούν ίαση και δεν είναι κατάλληλες για όλους, αλλά μεταβάλλουν σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η νόσος.
Όσο νωρίτερα επιβεβαιώνεται η υποκείμενη παθολογία, τόσο περισσότερες δυνατότητες υπάρχουν για σωστό θεραπευτικό σχεδιασμό, παρακολούθηση και παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής. Παράλληλα, μια πιο απλή διαγνωστική διαδικασία μπορεί να μειώσει την καθυστέρηση που συχνά παρατηρείται μέχρι να φτάσει ένας ασθενής σε εξειδικευμένο κέντρο μνήμης.
Και η πρόληψη αποκτά μεγαλύτερο βάρος
Εξίσου σημαντική είναι η συζήτηση γύρω από τους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η καθηγήτρια Μάγδα Τσολάκη, η αντιμετώπιση συγκεκριμένων παραγόντων κινδύνου θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τον αναμενόμενο αριθμό περιστατικών άνοιας έως το 2050.
Στους παράγοντες που έχουν συσχετιστεί με τον κίνδυνο άνοιας περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων η υπέρταση, ο διαβήτης, η παχυσαρκία, η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας, το κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και η κοινωνική απομόνωση. Η αντιμετώπισή τους δεν εγγυάται ότι κάποιος δεν θα εμφανίσει Αλτσχάιμερ, αλλά αποτελεί σημαντικό κομμάτι της στρατηγικής πρόληψης.
Τι μπορεί να αλλάξει για ασθενείς και συστήματα υγείας
Εάν οι αιματολογικοί βιοδείκτες ενσωματωθούν ευρύτερα στην κλινική πράξη, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι σημαντικές και για τα συστήματα υγείας. Οι εξετάσεις PET είναι ακριβές και απαιτούν εξειδικευμένο εξοπλισμό, ενώ η λήψη εγκεφαλονωτιαίου υγρού είναι περισσότερο επεμβατική. Μια αξιόπιστη εξέταση αίματος είναι σαφώς απλούστερη διαδικασία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι παραδοσιακές εξετάσεις θα εξαφανιστούν. Μπορεί όμως να δημιουργηθεί ένα νέο διαγνωστικό μοντέλο στο οποίο η εξέταση αίματος θα χρησιμοποιείται ως πρώτο φίλτρο και οι πιο εξειδικευμένες μέθοδοι θα εφαρμόζονται εκεί όπου πραγματικά χρειάζονται.
Μια νέα εποχή στη διάγνωση του Αλτσχάιμερ
Η τεχνολογία έχει ήδη περάσει από το ερευνητικό εργαστήριο στην κλινική πραγματικότητα. Τον Αύγουστο του 2026 ο αμερικανικός FDA έδωσε άδεια σε εξέταση πλάσματος που μετρά την p-tau217 για την υποστήριξη της διάγνωσης σε ασθενείς που παρουσιάζουν σημεία ή συμπτώματα γνωστικής εξασθένησης.
Η εξέλιξη δείχνει προς μια εποχή κατά την οποία η διερεύνηση της νόσου Αλτσχάιμερ θα μπορεί να ξεκινά πολύ πιο απλά από ό,τι στο παρελθόν. Το μεγάλο στοίχημα πλέον είναι οι νέες εξετάσεις να χρησιμοποιούνται στους σωστούς ασθενείς, με κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση και παράλληλα με την ανάπτυξη αποτελεσματικότερων θεραπειών.

