Στην τελική ευθεία βρίσκεται η διαδικασία για την αύξηση του κατώτατου μισθού ο οποίος θα εφαρμοστεί από την 1η Απριλίου 2026, καθώς στο τελευταίο Υπουργικό Συμβούλιο του Μαρτίου θα ληφθούν από την κυβέρνηση οι οριστικές αποφάσεις. Σύμφωνα με κύκλους του οικονομικού επιτελείου, η προσέγγιση δεν θα αλλάξει λόγω των επιπτώσεων της πολεμικής σύρραξης στον πληθωρισμό (ενέργεια, βασικά είδη διατροφής), οι οποίες έτσι κι αλλιώς δε θα έχουν αποτυπωθεί στην οικονομία σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα έως το τέλος Μαρτίου.
Ετσι, ισχυρό παραμένει το σενάριο για αύξηση του κατώτατου μισθού 4,5%-5,5%, που σημαίνει ότι ο μισθός από 880 ευρώ θα αυξηθεί στα 920-930 ευρώ. Η εν λόγω αύξηση στηρίζει τους μισθωτούς έναντι της ακρίβειας, ενώ δεν υπερβαίνει την αντοχή των επιχειρήσεων.
Στο μεταξύ, χιλιάδες εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό, εκτός από την αύξηση του μισθού τους από την 1η Απριλίου (4,5%-5%, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις), θα δουν για πρώτη φορά στην τσέπη τους και την προσαύξηση από τις τριετίες, οι οποίες ξεπάγωσαν από την 1η Ιανουαρίου του 2024.
Συγκεκριμένα, οι εργαζόμενοι που προσλήφθηκαν τα τελευταία χρόνια (από το 2024) την 1η Ιανουαρίου του 2027 θα χτίσουν την πρώτη τους τριετία και θα δικαιούνται προσαύξηση 10% επί του μισθού τους. Για παράδειγμα, εργαζόμενος χωρίς προϋπηρεσία και αμοιβή με τον κατώτατο μισθό, ας υποθέσουμε 920 ευρώ, μετά την αύξηση θα δικαιούται προσαύξηση 10% και νέο μισθό 1.012 ευρώ.
Θυμίζουμε ότι για τους υπαλλήλους με εξαρτημένη σχέση εργασίας προβλέπεται προσαύξηση 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως τρεις τριετίες, δηλαδή συνολικά συν 30% για προϋπηρεσία εννέα ετών και άνω. Σημειώνουμε ότι οι παλαιότεροι εργαζόμενοι που είχαν προσληφθεί πριν από τη 14η Φεβρουαρίου του 2012, οπότε και πάγωσαν με το δεύτερο μνημόνιο οι τριετίες, συνέχιζαν να χτίζουν σταδιακά τις τριετίες τους μετά την 1η Ιανουαρίου του 2024.
Επίσης, σύμφωνα με τον νόμο, το ξεπάγωμα των τριετιών θα ανασταλεί το 2027 αν η ανεργία σκαρφαλώσει στο 10%, ενδεχόμενο που έχει απομακρυνθεί πλέον, καθώς το ποσοστό της ανεργίας έχει υποχωρήσει κάτω από το 9%.
Οπως επισημαίνει για το θέμα των τριετιών στην έκθεσή της για τον κατώτατο μισθό η Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ), το μισθολογικό κόστος το 2026 αναμένεται να επηρεαστεί ανοδικά και από άλλους παράγοντες πέρα από την αύξηση του κατώτατου μισθού, γιατί:
1/ Φέτος όσοι μισθωτοί είχαν προϋπηρεσία πριν από το 2012 αναμένεται να πάρουν το επίδομα προϋπηρεσίας (τριετίες).
Για το σύνολο των μισθωτών που προσλήφθηκαν μετά το 2012, καθώς και για όσους ξεκίνησαν να εργάζονται την 1η Ιανουαρίου του 2024, η συμπλήρωση της πρώτης τριετίας (+10%) τοποθετείται το 2027.
2/ Οι βασικοί μισθοί των μισθολογικών κλιμακίων του προσωπικού του δημόσιου τομέα, όπως αυτοί έχουν διαμορφωθεί την 31η Δεκεμβρίου του 2025, αναμένεται να αυξηθούν ισόποσα με την ονομαστική αύξηση του κατώτατου μισθού από την 1η Απριλίου.
Οι μέσοι μισθοί
Οσον αφορά τους μέσους μισθούς, η ΤτΕ προβλέπει αυξήσεις της τάξης του 4,3% για φέτος όσο και για το 2027, εκτίμηση που δεν αποκλείεται να αυξομειωθεί ανάλογα με την πορεία του πληθωρισμού και του ΑΕΠ. Αλλωστε, τα προηγούμενα χρόνια η αύξηση των μισθών ήταν υψηλότερη (6%-7%) από τις εκτιμήσεις της ΤτΕ, ενώ, αντίθετα, το 2025 οι αυξήσεις δεν ξεπέρασαν το 1,5% λόγω της χαλάρωσης της στενότητας της αγοράς εργασίας (μειώθηκαν οι κενές θέσεις εργασίας). Επιπρόσθετα, η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την Ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων, που είναι πλέον νόμος του κράτους, αναμένεται να αυξήσει τον αριθμό των μισθωτών που καλύπτονται από κλαδική σύμβαση εργασίας οδηγώντας σε περαιτέρω αύξηση των αμοιβών τους.
Οπως επισημαίνει στην έκθεσή της η ΤτΕ, η πλειονότητα των εργαζομένων δεν καλύπτεται από κάποια μισθολογική συλλογική σύμβαση εργασίας τα τελευταία έτη (με εξαίρεση ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, όπως οι τραπεζοϋπάλληλοι, οι ξενοδοχοϋπάλληλοι, οι εργαζόμενοι σε αρτοποιεία, τουριστικά-επισιτιστικά καταστήματα, πετρελαιοειδή, καπνοβιομηχανία κ.α.). Παράλληλα, οι επιχειρησιακές συμβάσεις καλύπτουν μόνο ένα μικρό ποσοστό, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία του Πληροφοριακού Συστήματος «Εργάνη», το 10μηνο του 2025 υπογράφηκαν 170 επιχειρησιακές συμβάσεις που κάλυπταν 88.208 εργαζομένους. Από αυτές οι 97, που κάλυπταν 51.944 εργαζομένους (το 58,9% του συνόλου), δεν προέβλεπαν κάποια μισθολογική αύξηση, ενώ οι υπόλοιποι 36.264 εργαζόμενοι (το 41,1% του συνόλου) πήραν κατά μέσο όρο αύξηση 6,8%.
Ενα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο που οδηγεί σε άνοδο των μισθών είναι ότι το ποσοστό των θέσεων εργασίας μερικής απασχόλησης βαίνει μειούμενο: από το 32,5% τα προηγούμενα χρόνια μειώθηκε στο 22,5% το 2025. Η μείωση αυτή είναι εντονότερη από το 2022 και μετά. Συνεπώς, οι αυξήσεις της συνολικής απασχόλησης προέρχονται κυρίως από την αύξηση των θέσεων εργασίας πλήρους απασχόλησης. Από την ανάλυση των δεδομένων προκύπτει ότι το ποσοστό των θέσεων εργασίας που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό είναι χαμηλότερο για θέσεις πλήρους απασχόλησης, με αποτέλεσμα να καταγράφεται σημαντική μείωση στο ποσοστό των εργαζομένων που αμείβονται έως και 1.000 ευρώ. Ταυτόχρονα, παρατηρείται σημαντική αύξηση της κατανομής στα μισθολογικά επίπεδα άνω των 1.000 ευρώ έως τα 1.400 ευρώ.
Σημαντικό στοιχείο είναι η επιρροή (διάχυση) που ασκεί η αύξηση του κατώτατου μισθού στα υψηλότερα μισθολογικά κλιμάκια. Σύμφωνα με την ΤτΕ, η διάχυση της αύξησης του κατώτατου μισθού (η αύξηση ήταν της τάξεως του 6% τον περσινό Απρίλιο) ήταν 3% για θέσεις εργασίας με μισθό από 950 ευρώ έως 1.050 ευρώ, 2% για όσους αμείβονται από 1.050 έως 1.150 ευρώ και 1% για θέσεις εργασίας που αμείβονται από 1.150 έως 1.250 και 1.250 έως 1.350 ευρώ. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η έλλειψη εργαζομένων επηρεάζει σημαντικά και τους μισθούς όσων δεν αμείβονται με τον κατώτατο μισθό, δημιουργώντας πιέσεις για μισθολογικές αυξήσεις και στους υπόλοιπους μισθωτούς που βρίσκονται σε κοντινά μισθολογικά κλιμάκια.
Για την αύξηση του 2025 εκτιμάται ότι για κάθε ποσοστιαία μονάδα αύξησης του κατώτατου μισθού ο μέσος μισθός ανά θέση εργασίας πλήρους απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα αυξάνεται κατά περίπου 0,55%. Συνοπτικά, επισημαίνει η ΤτΕ, η επίδραση του κατώτατου μισθού στον μέσο μισθό έχει αυξηθεί διαχρονικά. Κατά κύριο λόγο αυτό οφείλεται στην αυξανόμενη διάχυση του κατώτατου μισθού, καθώς αντίστοιχα η αγορά εργασίας δείχνει αυξανόμενη στενότητα.
Τα παραπάνω ευρήματα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και η υψηλή ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες στήριξης του εισοδήματος από εξαρτημένη εργασία, καθώς οι επιχειρήσεις είχαν τη δυνατότητα να απασχολήσουν εργαζομένους με υψηλότερες αμοιβές. Τα θετικά αποτελέσματα, ωστόσο, σταματούν στο μισθολογικό επίπεδο των 1.350 ευρώ, καθώς τα στοιχεία δείχνουν ότι δεν σημειώνονται αυξήσεις σε ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια, όπου πιθανότατα βρίσκεται πιο εξειδικευμένο προσωπικό.
Άνεργοι πτυχιούχοι
Το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) στην έκθεσή του για τον κατώτατο μισθό αναδεικνύει ένα ακόμη χαρακτηριστικό της αγοράς εργασίας που δημιουργεί προβληματισμό: το ποσοστό ανεργίας των πολιτών με πολύ υψηλά προσόντα, όπως είναι οι απόφοιτοι Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων.
Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της έρευνας εργατικού δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό ανεργίας των κατόχων μεταπτυχιακού ή/και διδακτορικού ήταν 5,1% το 2025, υψηλότερο, στο 7,6%, ήταν για τους αποφοίτους πανεπιστημίου, για τους αποφοίτους ανώτερης τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης ανερχόταν σε 7,7% και αντίστοιχα για εκείνους του Λυκείου σε 8,2%. Πρόσθετος προβληματισμός προκύπτει από το γεγονός ότι οι περιορισμένες προοπτικές απασχόλησης αποτελούν ισχυρό κίνητρο αναζήτησης εργασίας στο εξωτερικό.

