Η πρώτη αξιολόγηση του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μετά από δύο δεκαετίες καταγράφει μια εντυπωσιακή μεταμόρφωση των ελληνικών τραπεζών, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει τις βαθιές πληγές που εξακολουθεί να αφήνει η κρίση στην πραγματική οικονομία.
Στην έκθεση για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα (FSAP), το ΔΝΤ διαπιστώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν πλέον αφήσει πίσω τους την περίοδο της κρίσης, διαθέτουν ισχυρούς ισολογισμούς και εμφανίζονται ανθεκτικές ακόμη και σε δυσμενή γεωπολιτικά και μακροοικονομικά σενάρια. Οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα χαρακτηρίζονται περιορισμένοι, ενώ ακόμη και οι επιπτώσεις από μια παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή θεωρούνται διαχειρίσιμες.
Ωστόσο, το Ταμείο επισημαίνει ότι η εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών δεν έχει μεταφραστεί πλήρως σε εξυγίανση της οικονομίας. Η στεγαστική πίστη παραμένει υποτονική, η χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλά επίπεδα και ένα τεράστιο απόθεμα ιδιωτικού χρέους βρίσκεται εκτός τραπεζικού συστήματος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, περίπου 2,9 εκατομμύρια προβληματικά δάνεια που αφορούν 2,4 εκατομμύρια δανειολήπτες εξακολουθούν να βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια των servicers και των επενδυτικών funds, αποτελώντας ένα σημαντικό εμπόδιο για την οικονομική δραστηριότητα και την πιστωτική επέκταση.
Για τον λόγο αυτό το ΔΝΤ στρέφει για πρώτη φορά τόσο έντονα την προσοχή του στον κλάδο της διαχείρισης απαιτήσεων. Οι εταιρείες διαχείρισης δανείων ελέγχουν πλέον χαρτοφυλάκια που αντιστοιχούν στο 37,4% του ελληνικού ΑΕΠ, με το Ταμείο να ζητά ενισχυμένη εποπτεία, μεγαλύτερη διαφάνεια και ισχυρότερο έλεγχο από την Τράπεζα της Ελλάδος ως προς τις πρακτικές και την αποτελεσματικότητά τους.
Παράλληλα, η έκθεση εντοπίζει έναν ακόμη διαρθρωτικό κίνδυνο. Η χρηματοδότηση της οικονομίας εμφανίζει υψηλή συγκέντρωση σε περιορισμένο αριθμό μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Όπως σημειώνει το ΔΝΤ, τα δέκα μεγαλύτερα κοινά επιχειρηματικά ανοίγματα των τεσσάρων συστημικών τραπεζών αντιστοιχούν στο 81% των συνολικών κεφαλαίων Tier 1 του συστήματος. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες έχουν σημαντική έκθεση στους ίδιους μεγάλους δανειολήπτες και στους ίδιους κλάδους δραστηριότητας.
Το μοντέλο αυτό λειτουργεί όσο η οικονομία αναπτύσσεται και οι μεγάλοι όμιλοι παραμένουν ισχυροί. Ωστόσο, σε περίπτωση που κάποιος μεγάλος επιχειρηματικός όμιλος αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να μεταδοθούν ταυτόχρονα σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα.
Παρά τις επισημάνσεις αυτές, τα αποτελέσματα των stress tests του ΔΝΤ είναι ιδιαίτερα θετικά για τις ελληνικές τράπεζες. Ακόμη και υπό ακραία σενάρια που περιλαμβάνουν γεωπολιτικές εντάσεις, επιβράδυνση της οικονομίας και αύξηση των προβλέψεων, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας παραμένουν πάνω από τα ελάχιστα εποπτικά όρια, με την υψηλή καθαρή επιτοκιακή κερδοφορία να λειτουργεί ως σημαντικό «μαξιλάρι» προστασίας.
Το Ταμείο, πάντως, επαναφέρει στο προσκήνιο το θέμα των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTCs), οι οποίες εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό μέρος των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών. Αν και ο άμεσος κίνδυνος αξιολογείται ως περιορισμένος, το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι σε μια μελλοντική σοβαρή κρίση οι DTCs και οι κρατικές εγγυήσεις του προγράμματος «Ηρακλής» θα μπορούσαν να αναζωπυρώσουν τη διασύνδεση μεταξύ τραπεζών και Δημοσίου.
Για τον λόγο αυτό προτείνει την επιτάχυνση της σταδιακής απομείωσης των DTCs, ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα των κεφαλαίων των τραπεζών και να μειωθεί περαιτέρω η εξάρτησή τους από κρατικές εγγυήσεις.
Σε ό,τι αφορά τις μικρότερες τράπεζες, το ΔΝΤ αξιολογεί θετικά την εποπτική προσέγγιση της Τράπεζας της Ελλάδος, χαρακτηρίζοντάς την συστηματική και παρεμβατική, ενώ συστήνει περαιτέρω ενίσχυση της εταιρικής διακυβέρνησης και ιδιαίτερα της παρουσίας ανεξάρτητων μελών στα διοικητικά συμβούλια.
Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι σαφές: οι ελληνικές τράπεζες έχουν πλέον ανακτήσει τη χρηματοπιστωτική τους ανθεκτικότητα, όμως η πλήρης αποκατάσταση της οικονομίας απαιτεί ακόμη λύσεις για το ιδιωτικό χρέος, αποτελεσματικότερη διαχείριση των κόκκινων δανείων και μεγαλύτερη διάχυση της χρηματοδότησης προς νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

