Επιβράδυνση της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια, με αυξημένους κινδύνους κυρίως από το εξωτερικό περιβάλλον, διαβλέπει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), στο πλαίσιο της έκθεσης του άρθρου IV, θέτοντας παράλληλα στο επίκεντρο το επενδυτικό κενό μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και τις προκλήσεις στη στεγαστική πολιτική.
Το ΔΝΤ, παρότι αναγνωρίζει την ανθεκτικότητα που έχει επιδείξει μέχρι σήμερα η ελληνική οικονομία, αναθεωρεί προς τα κάτω τις προβλέψεις του για την ανάπτυξη, εκτιμώντας ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ στο 1,8% για το 2026, έναντι 2% που προέβλεπε τον Οκτώβριο, και σημαντικά χαμηλότερα από την κυβερνητική πρόβλεψη για 2,4%.
Πόλεμος στη Μέση Ανατολή και ενέργεια πιέζουν τις προοπτικές
Η αναθεώρηση αποδίδεται κυρίως στις επιπτώσεις από το διεθνές περιβάλλον, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αναμένεται να επιβαρύνει την ιδιωτική κατανάλωση και τον τουρισμό, δύο βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας.
Το Ταμείο προειδοποιεί ότι η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή, σημειώνοντας πως ενδεχόμενη κλιμάκωση γεωπολιτικών εντάσεων και διαταραχές στις αγορές ενδέχεται να πλήξουν περαιτέρω τη ζήτηση και τις επενδύσεις.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η αύξηση των τιμών ενέργειας ενδέχεται να οδηγήσει σε επιτάχυνση του πληθωρισμού βραχυπρόθεσμα, ενώ το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να διευρυνθεί πριν επανέλθει σε πτωτική πορεία.
Δομικές αδυναμίες: Δημογραφικό και παραγωγικότητα
Πέρα από τις εξωτερικές προκλήσεις, το ΔΝΤ εστιάζει και σε εγχώριους παράγοντες που περιορίζουν τη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη, όπως το δημογραφικό πρόβλημα και η χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας.
Επιπλέον, προειδοποιεί ότι καθυστερήσεις στην υλοποίηση έργων του Ταμείου Ανάκαμψης ή στις μεταρρυθμίσεις μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια πόρων και χαμηλότερη αναπτυξιακή δυναμική.
Ισχυρή δημοσιονομική εικόνα και αποκλιμάκωση χρέους
Σε δημοσιονομικό επίπεδο, το Ταμείο εμφανίζεται πιο αισιόδοξο, εκτιμώντας ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί στο 3,8% του ΑΕΠ το 2026 και στο 2,75% μεσοπρόθεσμα.
Το δημόσιο χρέος προβλέπεται να συνεχίσει την πτωτική του πορεία, μειούμενο κατά περίπου 35 ποσοστιαίες μονάδες, στο 110% του ΑΕΠ έως το 2031.
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η Ελλάδα είναι πλέον καλύτερα θωρακισμένη έναντι εξωτερικών κραδασμών, χάρη στη συνεχή βελτίωση της δημοσιονομικής θέσης, ενώ αναγνωρίζει και τη σημαντική πρόοδο στην εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, με τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας.
Θετικά αξιολογούνται επίσης οι μεταρρυθμίσεις σε τομείς όπως το δικαστικό σύστημα και το κτηματολόγιο.
Επενδυτικό κενό και στεγαστική πίεση στο επίκεντρο
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ενδεχόμενο δημιουργίας επενδυτικού κενού μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την ταχεία και πλήρη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων.
Παράλληλα, το ΔΝΤ αναδεικνύει τις αυξανόμενες πιέσεις στην αγορά κατοικίας, προειδοποιώντας ότι απαιτούνται στοχευμένες παρεμβάσεις για την ενίσχυση της προσφοράς, όπως η αξιοποίηση κενών ακινήτων, οι ανακαινίσεις και η στήριξη της μακροχρόνιας μίσθωσης.
Τονίζεται, ωστόσο, ότι τα μέτρα δεν θα πρέπει να οδηγήσουν σε περαιτέρω αύξηση των τιμών.
Συστάσεις: Πειθαρχία, μεταρρυθμίσεις και στοχευμένη στήριξη
Το Ταμείο καλεί την ελληνική κυβέρνηση να διατηρήσει τη δημοσιονομική πειθαρχία, επισημαίνοντας ότι τυχόν μέτρα στήριξης για την αντιμετώπιση ενεργειακών πιέσεων θα πρέπει να είναι στοχευμένα και προσωρινά.
Παράλληλα, συστήνει επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση των επενδύσεων και της παραγωγικότητας, καθώς και ενίσχυση των κοινωνικών δαπανών σε κρίσιμους τομείς όπως η υγεία, η εκπαίδευση και η στέγαση.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην ανάγκη συγκράτησης των δαπανών, με αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις να κινούνται εντός των υφιστάμενων δημοσιονομικών κανόνων.

