Σημαντικές αδυναμίες στη λειτουργία των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου του Δημοσίου αποκαλύπτει η νέα έκθεση του Ελεγκτικό Συνέδριο, η οποία δημοσιοποιήθηκε στο πλαίσιο του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχου 2025 και καταγράφει σοβαρές ελλείψεις σε οργάνωση, στελέχωση και εποπτεία κρίσιμων διοικητικών λειτουργιών.
Τα ευρήματα της έκθεσης σκιαγραφούν μια δημόσια διοίκηση που εξακολουθεί να παρουσιάζει χαμηλό επίπεδο ωριμότητας στους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, παρά τη θεσμική πρόοδο των τελευταίων ετών και τις υποχρεώσεις που έχουν τεθεί για την ενίσχυση της λογοδοσίας και της διαφάνειας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μόλις το 19% των φορέων του Δημοσίου διαθέτει ολοκληρωμένα και λειτουργικά Συστήματα Εσωτερικού Ελέγχου, ενώ το υπόλοιπο 81% παραμένει σε ανεπαρκές στάδιο ανάπτυξης. Όπως επισημαίνεται, σε μεγάλο μέρος του κρατικού μηχανισμού εξακολουθούν να απουσιάζουν βασικές δικλίδες ασφαλείας, μηχανισμοί αξιολόγησης κινδύνων και αποτελεσματικά εργαλεία εποπτείας.
Ιδιαίτερα προβληματική εμφανίζεται η κατάσταση και στην καταγραφή των διοικητικών διαδικασιών. Η έκθεση αναφέρει ότι το 68% των φορέων έχει αποτυπώσει λιγότερες από τις μισές λειτουργικές διαδικασίες του, ενώ πλήρη καταγραφή εμφανίζει μόλις το 9,43%.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι περίπου το 43% των οργανισμών δηλώνει αδυναμία αξιολόγησης της λειτουργικότητας των διαδικασιών που έχει ήδη καταγράψει. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, διαπιστώνεται χρήση προτύπων ή διαδικασιών άλλων φορέων χωρίς ουσιαστική προσαρμογή στις πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες κάθε οργανισμού.
Σοβαρές αδυναμίες εντοπίζονται και στις ίδιες τις Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου. Αν και τέτοιες μονάδες έχουν δημιουργηθεί στο 55% των φορέων, σχεδόν μία στις τρεις παραμένει χωρίς προσωπικό, γεγονός που περιορίζει δραστικά τη δυνατότητα ουσιαστικής λειτουργίας τους.
Παράλληλα, η υψηλή κινητικότητα και οι συχνές μετακινήσεις στελεχών δυσχεραίνουν τη συνέχεια των ελέγχων και εμποδίζουν τη συσσώρευση τεχνογνωσίας, ενώ εγείρονται και ζητήματα λειτουργικής ανεξαρτησίας των μονάδων.
Η έκθεση αναδεικνύει επίσης σοβαρές λειτουργικές ελλείψεις στις διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου. Μεταξύ άλλων, διαπιστώνονται αδυναμίες στην αξιολόγηση στρατηγικών και επιχειρησιακών προτεραιοτήτων, στην αναγνώριση κινδύνων που απειλούν τη λειτουργία των φορέων, αλλά και στον έλεγχο κρίσιμων πεδίων όπως η εκτέλεση προϋπολογισμών και η αξιοπιστία οικονομικών και μη οικονομικών αναφορών.
Καθυστερήσεις και οργανωτική υστέρηση καταγράφονται ακόμη και στη συγκρότηση Επιτροπών Ελέγχου, οι οποίες αποτελούν βασικό μηχανισμό εσωτερικής εποπτείας και λογοδοσίας.
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έκθεσης αφορά τη μεγάλη εξάρτηση του Δημοσίου από εξωτερικούς συνεργάτες. Σε ΟΤΑ, νοσοκομεία, πανεπιστήμια και Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε εξωτερικούς αναδόχους είτε για υποστήριξη είτε ακόμη και για τη βασική λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών.
Το στοιχείο που προκαλεί τον μεγαλύτερο προβληματισμό είναι ότι περίπου το 90% των σχετικών συμβάσεων πραγματοποιήθηκε μέσω απευθείας αναθέσεων, ενώ το 65,5% τόσο του πλήθους όσο και της συνολικής αξίας των συμβάσεων συγκεντρώθηκε σε μόλις οκτώ αναδόχους, γεγονός που καταδεικνύει υψηλό βαθμό συγκέντρωσης στην αγορά υπηρεσιών εσωτερικού ελέγχου.
Την ίδια στιγμή, το Ελεγκτικό Συνέδριο καταγράφει μια ιδιαίτερα προβληματική αντίφαση: σε 152 εκθέσεις εξωτερικών συνεργατών δεν διατυπώθηκε ούτε μία αρνητική γνώμη για την επάρκεια των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου των φορέων που αξιολογήθηκαν.
Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις καταγράφηκαν θετικές αξιολογήσεις ακόμη και για οργανισμούς που δεν διέθεταν πλήρως καταγεγραμμένο Σύστημα Εσωτερικού Ελέγχου, γεγονός που ενισχύει τις αμφιβολίες σχετικά με την ποιότητα και την αξιοπιστία των παραδοτέων που παραλαμβάνουν οι δημόσιοι φορείς από τους εξωτερικούς αναδόχους.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο εκφράζει σαφείς επιφυλάξεις για την ικανότητα πολλών οργανισμών να παρακολουθούν ουσιαστικά την εκτέλεση του έργου των εξωτερικών συνεργατών και να αξιολογούν επαρκώς τις υπηρεσίες που λαμβάνουν.
Στο τελικό της συμπέρασμα, η έκθεση τονίζει ότι το επίπεδο ωριμότητας των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου στο Δημόσιο παραμένει χαμηλό και υπογραμμίζει την ανάγκη άμεσης ενίσχυσης της εφαρμογής του θεσμικού πλαισίου, καλύτερης στελέχωσης των αρμόδιων μονάδων και ουσιαστικής ενεργοποίησης των μηχανισμών ελέγχου, με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της αποτελεσματικότητας στη λειτουργία του κράτους.

