Τις πιθανές επιπτώσεις της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή στη νομισματική πολιτική των μεγαλύτερων κεντρικών τραπεζών του κόσμου εξετάζει η Μονάδα Οικονομικής Ανάλυσης και Έρευνας της Eurobank μέσω της νέας έκδοσης «Global & Regional Focus Notes».
Η μελέτη, που υπογράφουν ο Marcus Bensasson, Ερευνητής Οικονομολόγος, και η Παρασκευή Πετροπούλου, Ανώτερη Οικονομολόγος, εστιάζει στα εναλλακτικά σενάρια που θα μπορούσαν να διαμορφωθούν για τη νομισματική πολιτική της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και των υπόλοιπων μεγάλων κεντρικών τραπεζών, ανάλογα με την ένταση και τη διάρκεια των πληθωριστικών πιέσεων που ενδέχεται να προκύψουν από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η προσοχή των αγορών στρέφεται κυρίως στις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να έχουν οι αναταράξεις στις αγορές ενέργειας, καθώς και οι πιθανές διαταραχές στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ, ενός από τα σημαντικότερα περάσματα για τη μεταφορά πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου παγκοσμίως.
Η Eurobank επισημαίνει ότι μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών ενέργειας θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τις πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς, περιπλέκοντας το έργο των κεντρικών τραπεζών, οι οποίες βρίσκονται ήδη σε φάση επαναξιολόγησης της πορείας των επιτοκίων μετά τον κύκλο σύσφιξης των τελευταίων ετών.
Η μελέτη εξετάζει διαφορετικά σενάρια εξέλιξης της κρίσης, αναλύοντας τον βαθμό στον οποίο οι ενεργειακές ανατιμήσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τελικά τις αποφάσεις των νομισματικών αρχών. Όπως επισημαίνεται, η διάρκεια των γεωπολιτικών εντάσεων και η επίδρασή τους στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες θα αποτελέσουν κρίσιμους παράγοντες για τη στάση που θα υιοθετήσουν η Fed, η ΕΚΤ και οι υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες τους επόμενους μήνες.
Η έκθεση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς αγορές παρακολουθούν στενά κάθε ένδειξη κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή, καθώς η πορεία του ενεργειακού κόστους θεωρείται καθοριστική τόσο για τις προοπτικές του πληθωρισμού όσο και για την πορεία των επιτοκίων παγκοσμίως.
- Το κρίσιμο ερώτημα για τις κεντρικές τράπεζες δεν είναι τόσο το μέγεθος της ανόδου της τιμής του πετρελαίου, όσο η χρονική διάρκεια του αυξημένου ενεργειακού κόστους. Ειδικότερα, η νομισματική πολιτική θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο το αυξημένο κόστος ενέργειας — μέσω των τιμών του φυσικού αερίου, του μεταφορικού κόστους, των ασφαλίστρων και των διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες — θα αποδειχθεί αρκετά επίμονο ώστε να ενσωματωθεί στον υποκείμενο πληθωρισμό και να αποσταθεροποιήσει τις πληθωριστικές προσδοκίες.
- Το βασικό μας σενάριο προβλέπει σταδιακή αποκλιμάκωση των εντάσεων μέσω διαπραγμάτευσης και επαναφορά της ομαλότητας, χωρίς όμως να αποκλείεται η διατήρηση ορισμένων διαταραχών στις αγορές ενέργειας και στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Βάσει αυτού του σεναρίου, οι τιμές του πετρελαίου ενδέχεται να υποχωρήσουν, ωστόσο η βραδύτερη εξομάλυνση των μεταφορών και των εφοδιαστικών ροών αναμένεται να διατηρήσει αυξημένο το κόστος φυσικού αερίου, μεταφορών και ασφάλισης. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα παραμείνει υψηλότερα από τους στόχους των κεντρικών τραπεζών για μεγαλύτερο από το αρχικά προβλεπόμενο χρονικό διάστημα.
- Το ενεργειακό σοκ μεταδίδεται στην οικονομία μέσω τριών βασικών διαύλων: των άμεσων επιδράσεων των υψηλότερων τιμών ενέργειας, της έμμεσης σταδιακής μετακύλισης του αυξημένου κόστους παραγωγής και μεταφοράς στις τελικές τιμές και των δευτερογενών επιδράσεων μέσω των μακροχρόνιων πληθωριστικών προσδοκιών και των μισθών. Επί του παρόντος, οι άμεσες επιδράσεις είναι ήδη εμφανείς, η μετακύλιση του κόστους ενισχύεται σταδιακά, ενώ οι δευτερογενείς επιδράσεις δεν έχουν ακόμη εκδηλωθεί.
- Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) βρίσκεται στην πιο δύσκολη θέση σε σύγκριση με τις άλλες δύο μεγάλες κεντρικές τράπεζες. Η υψηλή ενεργειακή εξάρτηση της Ευρωζώνης και η εμπειρία από τον πληθωριστικό κύκλο του 2021-2022 περιορίζουν τη δυνατότητά της να αγνοήσει το νέο ενεργειακό σοκ. Ταυτόχρονα, η πιθανότητα διεύρυνσης των spreads κρατικού χρέους μεταξύ των κρατών-μελών και η ανομοιογενής μετάδοση της νομισματικής πολιτικής περιορίζουν τα περιθώρια για μια ιδιαίτερα επιθετική σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής.
- Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) φαίνεται να διαθέτει μεγαλύτερα περιθώρια να θεωρήσει τις επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ ως παροδικές, καθώς η ενεργειακή της θέση ως καθαρός εξαγωγέας πετρελαίου και φυσικού αερίου τα τελευταία χρόνια μετριάζει τις αρνητικές επιπτώσεις του αυξημένου ενεργειακού κόστους. Εντούτοις, οι δασμοί λειτουργούν ως μια πρόσθετη πηγή πληθωριστικών πιέσεων, περιπλέκοντας την αξιολόγηση των μεσοπρόθεσμων προοπτικών για τον πληθωρισμό.
- Η Τράπεζα της Αγγλίας (BoE) βρίσκεται σε ενδιάμεση θέση μεταξύ της Fed και της ΕΚΤ. Η αναπροσαρμογή των ρυθμιζόμενων τιμών ενέργειας το τρίτο τρίμηνο αναμένεται να ενισχύσει μηχανικά τον πληθωρισμό, ενώ η επίμονη δυναμική των τιμών στις υπηρεσίες αυξάνει τον κίνδυνο δευτερογενών πληθωριστικών επιδράσεων. Ως αποτέλεσμα, το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζεται περισσότερο εκτεθειμένο στον κίνδυνο μονιμοποίησης των πληθωριστικών πιέσεων σε σύγκριση με την Ευρωζώνη και τις ΗΠΑ.

