Μια διαφορετική αντίληψη για τη νοσηλεία και την ανθρώπινη φροντίδα εφαρμόζει ένα από τα μεγαλύτερα δημόσια νοσοκομεία της Πορτογαλίας, επιτρέποντας στους ασθενείς να δέχονται επισκέψεις από τα αγαπημένα τους κατοικίδια. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που αναγνωρίζει ότι η θεραπεία δεν περιορίζεται στα φάρμακα και στις ιατρικές πράξεις, αλλά περιλαμβάνει και την ψυχολογική υποστήριξη του ανθρώπου που βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δύσκολη περίοδο της ζωής του.
Το πανεπιστημιακό νοσοκομείο Σάο Ζοάο, στην πόλη Πόρτο, εφαρμόζει από τις 9 Ιουλίου το πρόγραμμα «Pets and Company», δίνοντας τη δυνατότητα σε νοσηλευόμενους να συναντούν τους τετράποδους συντρόφους τους, ακόμη και μέσα στους θαλάμους. Η πρωτοβουλία απευθύνεται κυρίως σε ανθρώπους που παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο νοσοκομείο ή αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα σοβαρά προβλήματα υγείας.
Όταν ένα κατοικίδιο γίνεται μέρος της θεραπευτικής φροντίδας
Για πολλούς ανθρώπους, ένας σκύλος ή μια γάτα δεν είναι απλώς ένα ζώο συντροφιάς. Είναι μέλος της οικογένειας, μέρος της καθημερινότητας και μια σταθερή παρουσία που προσφέρει ασφάλεια, τρυφερότητα και συναισθηματική υποστήριξη. Όταν ένας άνθρωπος χρειάζεται να νοσηλευτεί για εβδομάδες ή μήνες, ο αποχωρισμός από το κατοικίδιό του μπορεί να εντείνει τη μοναξιά και την ψυχολογική επιβάρυνση.
Αυτή ακριβώς την ανάγκη επιχειρεί να αντιμετωπίσει το πορτογαλικό νοσοκομείο. Οι υπεύθυνοι αναγνωρίζουν ότι η επαφή με ένα αγαπημένο ζώο μπορεί να προσφέρει παρηγοριά και να βελτιώσει την εμπειρία της νοσηλείας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αντικαθιστά οποιαδήποτε ιατρική θεραπεία.
Επισκέψεις με αυστηρούς κανόνες ασφαλείας
Η είσοδος των κατοικιδίων δεν γίνεται ανεξέλεγκτα. Κάθε επίσκεψη πρέπει να προταθεί από τον θεράποντα γιατρό ή τον υπεύθυνο νοσηλευτή και να εγκριθεί από ειδική ομάδα του νοσοκομείου, η οποία εξετάζει τις ανάγκες του ασθενούς και τους πιθανούς υγειονομικούς κινδύνους.
Απαραίτητη είναι επίσης η σύμφωνη γνώμη των υπόλοιπων ασθενών που βρίσκονται στον ίδιο θάλαμο. Η οικογένεια πρέπει να προσκομίσει κτηνιατρική βεβαίωση που πιστοποιεί ότι το ζώο είναι εμβολιασμένο, αποπαρασιτωμένο και κατάλληλο για ένα νοσοκομειακό περιβάλλον. Κατά την επίσκεψη, το κατοικίδιο συνοδεύεται πάντοτε από ενήλικο πρόσωπο.
Μισή ώρα που μπορεί να σημαίνει πολλά
Το πρόγραμμα προβλέπει μία επίσκεψη διάρκειας 30 λεπτών την εβδομάδα για κάθε ασθενή που πληροί τις προϋποθέσεις. Προτεραιότητα δίνεται σε ανθρώπους που νοσηλεύονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα, καθώς και σε ασθενείς που βρίσκονται σε τελικό στάδιο σοβαρής ασθένειας.
Για έναν άνθρωπο που περνά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας του ανάμεσα σε εξετάσεις, θεραπείες και νοσοκομειακούς διαδρόμους, αυτή η μισή ώρα μπορεί να αποτελέσει μια πολύτιμη συναισθηματική ανάπαυλα. Μια γνώριμη παρουσία, ένα χάδι και η επαφή με κάτι που θυμίζει το σπίτι μπορούν να προσφέρουν στιγμές κανονικότητας μέσα σε μια δύσκολη καθημερινότητα.
Τι συμβαίνει εάν το ζώο αγχωθεί
Το νοσοκομείο έχει προβλέψει συγκεκριμένους κανόνες και για την προστασία των ίδιων των ζώων. Εάν ένα κατοικίδιο εμφανίσει έντονο άγχος, επιθετική συμπεριφορά ή δεν πληροί τις απαιτήσεις καθαριότητας, η επίσκεψη διακόπτεται αμέσως.
Δικαίωμα παρέμβασης έχει οποιοδήποτε μέλος του προσωπικού διαπιστώσει παραβίαση των κανόνων, από τους γιατρούς και τους νοσηλευτές μέχρι τους εργαζομένους ασφαλείας. Στόχος είναι να προστατεύονται ταυτόχρονα οι ασθενείς, το προσωπικό και τα κατοικίδια.
Τα πρώτα αποτελέσματα ενθαρρύνουν
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, από την έναρξη του προγράμματος μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου δεν είχε καταγραφεί λοίμωξη που να συνδέεται με τις επισκέψεις των ζώων. Οι υπεύθυνοι, ωστόσο, επισημαίνουν ότι η εφαρμογή του πρωτοκόλλου θα αξιολογείται διαρκώς, ώστε να αντιμετωπίζονται πιθανά προβλήματα.
Η εμπειρία αυτή δεν αποδεικνύει ότι τέτοιες επισκέψεις είναι κατάλληλες για κάθε νοσοκομείο ή κάθε ασθενή. Δείχνει, όμως, ότι μπορούν να εξεταστούν πρακτικές που συνδυάζουν την ανθρώπινη ανάγκη για συντροφικότητα με τους απαραίτητους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας.
Ένα παράδειγμα που ανοίγει συζήτηση και για την Ελλάδα
Η πρωτοβουλία της Πορτογαλίας δημιουργεί ένα ενδιαφέρον ερώτημα: θα μπορούσαν και ελληνικά νοσοκομεία να εφαρμόσουν ανάλογα προγράμματα, αρχικά σε επιλεγμένες μονάδες και με αυστηρά επιστημονικά κριτήρια;
Η απάντηση προϋποθέτει αξιολόγηση των συνθηκών κάθε νοσοκομείου, της δυνατότητας ελέγχου λοιμώξεων και των αναγκών των νοσηλευομένων. Δεν είναι μια πρακτική που μπορεί να εφαρμοστεί παντού χωρίς προετοιμασία. Θα μπορούσε, ωστόσο, να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης για την ενίσχυση της ανθρωποκεντρικής φροντίδας.
Γιατί τελικά η ποιότητα ενός συστήματος υγείας δεν κρίνεται μόνο από τον εξοπλισμό και τις υποδομές του. Κρίνεται και από την ικανότητά του να βλέπει πίσω από κάθε ιατρικό φάκελο έναν άνθρωπο με συναισθήματα, ανάγκες και δεσμούς που δεν παύουν να υπάρχουν όταν κλείνει η πόρτα ενός νοσοκομειακού θαλάμου.

