Η οικονομία των ΗΠΑ έχει ξεπεράσει μια σειρά κρίσεων από την πανδημία του 2020 και έχει σημειώσει ανάπτυξη για πέντε συνεχόμενα έτη, αλλά η ραγδαία άνοδος των τιμών του πετρελαίου που συνδέεται με τον πόλεμο στο Ιράν έχει αναδειχθεί ως πιθανός παράγοντας που θα μπορούσε να προκαλέσει ύφεση.
Σύμφωνα με αναλυτές, αν οι τιμές του πετρελαίου ανέβουν τουλάχιστον στα 140 δολάρια το βαρέλι και παραμείνουν σε αυτό το επίπεδο για μήνες, αυτό θα μπορούσε να ωθήσει τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου σε ύφεση.
Ενώ είναι πιθανό η οικονομία να αντέξει τόσο υψηλές τιμές, αν το πετρέλαιο ανέβει στα 175 δολάρια το βαρέλι, αυτό θα οδηγούσε σχεδόν σίγουρα τις ΗΠΑ σε ύφεση.
Κανένας από τους αναλυτές που μίλησαν στο MarketWatch δεν προβλέπει ύφεση στο εγγύς μέλλον. Ωστόσο, όσο περισσότερο διαρκεί η σύγκρουση και οι τιμές του πετρελαίου συνεχίζουν να αυξάνονται, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος.
«Το πόσο επίμονες είναι οι υψηλότερες τιμές ενέργειας είναι εξίσου σημαντικό με το πόσο υψηλά ανεβαίνουν οι τιμές ενέργειας», δήλωσε ο Ρίτσαρντ Μούντι, επικεφαλής οικονομολόγος της Regions Financial.
Δευτερογενείς επιπτώσεις
Η απειλή για την οικονομία των ΗΠΑ και την παγκόσμια οικονομία δεν προέρχεται μόνο από τις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου. Εξίσου επιζήμιες είναι oι «δευτερογενείς» επιπτώσεις.
Μια σημαντική δευτερογενής επίδραση είναι η αύξηση των επιτοκίων, τα οποία συνήθως αυξάνονται παράλληλα με τις τιμές του πετρελαίου.
Τα υψηλότερα επιτόκια θα μπορούσαν να αναιρέσουν το τόνωτικό αποτέλεσμα των πρόσφατων μειώσεων των επιτοκίων από την Fed. Θα μπορούσαν επίσης να καταπνίξουν βασικούς τομείς της αμερικανικής οικονομίας, όπως τον τομέα των κατοικιών, οι οποίοι ήδη δυσκολεύονται υπό το βάρος του υψηλού κόστους δανεισμού.
Η αμερικανική αγορά, εν τω μεταξύ, έχει υποστεί απότομη πτώση τις τελευταίες δύο εβδομάδες, προκαλώντας ιδιαίτερη ανησυχία στους πλουσιότερους Αμερικανούς. Οι μετοχές ενδέχεται να υποχωρήσουν ακόμη περισσότερο αν ο πόλεμος παραταθεί.
«Οι ανησυχίες για ύφεση δεν είναι αβάσιμες», δήλωσε ο επικεφαλής αναλυτής της Oxford Economics, Ράιαν Σουίτ. Η εταιρεία του μείωσε τις προβλέψεις της για την ανάπτυξη των ΗΠΑ το 2026 στο 2,4% από 2,8% λόγω της σύγκρουσης.
Αυτές οι πιέσεις στην οικονομία ώθησαν επίσης την BMO Capital Markets να αυξήσει τον κίνδυνο ύφεσης φέτος στο 35% έως 40%, από προηγούμενη εκτίμηση 25%.
«Πριν από τον πόλεμο μειώναμε τις πιθανότητες ύφεσης — αλλά τώρα τις αυξάνουμε», δήλωσε ο επικεφαλής οικονομολόγος της BMO για τις ΗΠΑ, Σκοτ Άντερσον.
Το χειρότερο σενάριο, σύμφωνα με τον ίδιο, θα ήταν ένα παρατεταμένο κλείσιμο, τριών μηνών ή περισσότερο, των Στενών του Ορμούζ, μέσω των οποίων ρέει το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου.
Ακόμη πιο καταστροφικές θα μπορούσαν να αποδειχθούν τυχόν επιτυχημένες επιθέσεις του Ιράν που θα κατέστρεφαν κρίσιμες ενεργειακές υποδομές στη Μέση Ανατολή, όπως διυλιστήρια, αγωγούς και δεξαμενές αποθήκευσης. Οι εκτεταμένες ζημιές θα μπορούσαν να διατηρήσουν τις τιμές της ενέργειας σε υψηλά επίπεδα για μήνες, ανεξάρτητα από το αν το Ορμούζ ανοίξει ξανά.
Παρά τις ανησυχίες τους, οι περισσότεροι αναλυτές πιστεύουν ότι η αμερικανική οικονομία θα ξεφύγει από την τελευταία κρίση με σχετικά ήπια ζημιά — υποθέτοντας ότι η σύγκρουση θα διαρκέσει μόνο έναν ή δύο μήνες ακόμα.
Οι ΗΠΑ είναι πιο προστατευμένες από μεγάλες πετρελαϊκές κρίσεις σε σχέση με το παρελθόν. Από τη μία, η χώρα έχει γίνει ο μεγαλύτερος παραγωγός ενέργειας στον κόσμο. Όταν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις ξοδεύουν περισσότερα για ενέργεια, το μεγαλύτερο μέρος αυτών των χρημάτων καταλήγει να ανακυκλώνεται στην αμερικανική οικονομία.
Οι ΗΠΑ έχουν επίσης γίνει πολύ πιο ενεργειακά αποδοτικές, οπότε δεν χρειάζεται να βασίζονται τόσο πολύ στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο για να τροφοδοτήσουν την οικονομική ανάπτυξη.
Αυτές οι σημαντικές αλλαγές εξηγούν εν μέρει πώς η αμερικανική οικονομία άντεξε εύκολα την άνοδο των τιμών του πετρελαίου μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022.
Παρά ταύτα, οι ΗΠΑ δεν είναι αρκετά προστατευμένες ώστε να αποφύγουν όποια δυσκολία και ταλαιπωρία. Οι υψηλότερες τιμές της βενζίνης θα πιέσουν ιδιαίτερα τους Αμερικανούς με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, καθώς θα απορροφήσουν μέρος των επιπλέον χρημάτων τους.
Το κόστος ενός γαλονιού βενζίνης έχει αυξηθεί κατά 30% τον τελευταίο μήνα και πιθανότατα κατευθύνεται προς τα 4 δολάρια. Πρόσφατα, η τιμή ήταν κάτω από τα 3 δολάρια σε ορισμένες περιοχές.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις που είναι ήδη απρόθυμες να προσλάβουν προσωπικό ενδέχεται να αναβάλουν τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας έως ότου τελειώσει η σύγκρουση και υποχωρήσουν οι τιμές του πετρελαίου. Αυτό θα μπορούσε να επιφέρει ένα ακόμη πλήγμα στην ήδη δοκιμαζόμενη αγορά εργασίας των ΗΠΑ και ίσως ακόμη και να αυξήσει την ανεργία.
Ο πληθωρισμός είναι επίσης βέβαιο ότι θα αυξηθεί τους επόμενους μήνες, καθώς οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου θα επηρεάσουν την οικονομία, περιορίζοντας τις πιθανότητες μείωσης των επιτοκίων από την Fed.
«Η αμερικανική οικονομία είναι αρκετά ανθεκτική», δήλωσε ο Σουίτ. «Αλλά ακόμη και μετά το τέλος αυτής της σύγκρουσης, θα υπάρχει μια μακρά πορεία ‘μετασεισμών’».

