Ένα νέο κεφάλαιο στην εξοπλιστική αντιπαράθεση της Μέσης Ανατολής ανοίγει η Σαουδική Αραβία, επεκτείνοντας τις εγκαταστάσεις παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων, οι οποίοι θα μπορούν να πλήττουν στόχους σε μεγαλύτερες αποστάσεις και να μεταφέρουν βαρύτερα φορτία.
Η νέα υποδομή κοντά στο Αλ Ντουαντίμι, περίπου 200 χιλιόμετρα δυτικά του Ριάντ, θα μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία ακόμη και έως το τέλος του 2026, σύμφωνα με εκτίμηση Αμερικανών ερευνητών που επικαλείται το Reuters.
Η επέκταση καταγράφεται σε εμπορικές δορυφορικές εικόνες της αμερικανικής Planet Labs, οι οποίες καλύπτουν την περίοδο από τον Απρίλιο του 2025 έως τον Σεπτέμβριο του 2026.
Οι ερευνητές Σαμ Λερ και Μάικλ Ντόιτσμαν, του Foreign Policy Research Institute, εντόπισαν νέο κτίριο που εκτιμούν ότι προορίζεται για εγκατάσταση ειδικών δεξαμενών χύτευσης στερεού προωθητικού, καθώς και δεύτερο κτίριο που ενδέχεται να χρησιμοποιείται για την αποθήκευση υλικών ή εξαρτημάτων πυραύλων.

Το νέο κτίριο είναι τουλάχιστον διπλάσιο σε μέγεθος από εκείνο που θεωρείται ότι στεγάζει τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις χύτευσης. Οι ερευνητές επισημαίνουν, ωστόσο, ότι οι δορυφορικές εικόνες δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ποιοι ακριβώς τύποι πυραύλων θα παραχθούν.
Στο επίκεντρο η κινεζική τεχνολογία
Η σύνθεση του σαουδαραβικού πυραυλικού οπλοστασίου υποδηλώνει, σύμφωνα με ειδικούς του Foreign Policy Research Institute, του International Institute for Strategic Studies και του οργανισμού CNA, ότι το εργοστάσιο βασίζεται σε κινεζική τεχνολογία.

Το Ριάντ είχε προμηθευτεί μυστικά από την Κίνα περίπου 40 βαλλιστικούς πυραύλους DF-3 με υγρά καύσιμα το 1987, σύμφωνα με αποχαρακτηρισμένη εκτίμηση της CIA του 1991. Το 2014 παρουσίασε για πρώτη φορά δύο από αυτούς σε στρατιωτική παρέλαση.
Οι ερευνητές του Foreign Policy εκτιμούν ότι η Σαουδική Αραβία ενδέχεται πλέον να παράγει πυραύλους DF-15 κινεζικού σχεδιασμού, ενώ η επέκταση του εργοστασίου πιθανόν να συνδέεται με την παραγωγή μεγαλύτερης εμβέλειας DF-21 ή αντίστοιχων συστημάτων.
Πίεση προς το Ιράν και επιπτώσεις στις ΗΠΑ

Η ανάπτυξη ισχυρότερων πυραύλων θα μπορούσε να ενισχύσει την αποτρεπτική ισχύ της Σαουδικής Αραβίας απέναντι στο Ιράν και να περιορίσει το υφιστάμενο μειονέκτημά της έναντι των ιρανικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Παράλληλα, θα έδινε στο Ριάντ μεγαλύτερη δυνατότητα να πλήττει στόχους στο ιρανικό έδαφος χωρίς να βασίζεται αποκλειστικά σε αεροσκάφη, τα οποία θα έπρεπε να επιχειρούν μέσα σε εχθρική αεράμυνα.
Ο ερευνητής Σάσα Μπρούχμαν, του International Institute for Strategic Studies (IISS), συμφωνεί ότι η επέκταση μπορεί να εξυπηρετεί την παραγωγή ισχυρότερων πυραύλων.
Αντίστοιχα, η εταιρεία αμυντικών πληροφοριών Janes εκτιμά ότι τα νέα κτίρια ενδέχεται να υποδηλώνουν αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας ή ανάπτυξη συστημάτων μεγαλύτερης εμβέλειας.
Η εξέλιξη έχει και πολιτική διάσταση στην Ουάσιγκτον. Μια ενίσχυση των σαουδαραβικών πυραυλικών δυνατοτήτων θα μπορούσε να εντείνει τις αντιδράσεις στο Κογκρέσο απέναντι σε συμφωνία πολιτικής πυρηνικής συνεργασίας, βάσει της οποίας οι ΗΠΑ θα βοηθούσαν το Ριάντ να αναπτύξει εμπλουτισμό ουρανίου για ενεργειακή χρήση.
Οι επικριτές της συμφωνίας ζητούν αυστηρότερες εγγυήσεις ότι η τεχνολογία δεν θα χρησιμοποιηθεί για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Η Σαουδική Αραβία έχει αρνηθεί ότι επιδιώκει τέτοιο πρόγραμμα.
Kαι η Τουρκία στο πυρηνικό «παιχνίδι»
Η επέκταση εντάσσεται σε μια ευρύτερη περιφερειακή τάση: σύμφωνα με αναλυτές, αντίστοιχες προσπάθειες ενίσχυσης των επιθετικών και αμυντικών οπλοστασίων καταγράφονται στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στην Τουρκία.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η νέα παραγωγική δυνατότητα του Ριάντ θα λειτουργήσει αποτρεπτικά ή θα επιταχύνει έναν νέο κύκλο ανταγωνισμού εξοπλισμών στη Μέση Ανατολή.

