Συνέχιση μετά την πανδημία για το 65% των κλινικών μελετών

0

Πάνω από τις μισές φαρμακευτικές και τις εταιρίες διενέργειας κλινικών μελετών – για την ακρίβεια το 56% – δεν κατάφεραν να ολοκληρώσουν τις κλινικές μελέτες που είχαν σε εξέλιξη, στη διάρκεια του 2021. Το αντίστοιχο ποσοστό για την προηγούμενη χρονιά, είχε φτάσει το 69% ως τον Αύγουστο πέρυσι.

Η πανδημία έφερε καθυστερήσεις με αποτέλεσμα το 41% των νέων κλινικών μελετών αντιμετώπισαν καθυστερήσεις ή ανεστάλησαν το 2020 και επίσης το 41% των μελετών αυτών θα ξεκινήσουν πάλι φέτος.

Σχεδιάζοντας την συνέχιση των κλινικών μελετών τους, το 57% των εταιρειών που διενεργούν κλινικές μελέτες οι ίδιες ή για λογαριασμό άλλων, παρατηρεί ότι το κόστος διενέργειας των μελετών έχει αυξηθεί πλέον. Και οι αυξήσεις αυτές αντισταθμίζονται είτε με περικοπές προϋπολογισμών (στο 45% των περιπτώσεων), είτε με μείωση των ταξιδιών και ακύρωση συμμετοχής σε συνέδρια (15%), είτε με περικοπές στα κέρδη των μετόχων (17%).

Αντίστοιχα, εξαιτίας της πανδημίας, έχει αυξηθεί και ο χρόνος διενέργειας των κλινικών μελετών, διαπιστώνει το 49% των φορέων που τις διενεργούν. Ως αποτέλεσμα, το 65% αυτών των φορέων προσβλέπει στην συνέχιση των κλινικών μελετών που τέθηκαν σε αναστολή, αμέσως μετά τη λήξη της πανδημίας.

Τα παραπάνω στοιχεία  περιλαμβάνονται στη μελέτη «TMF Futures 2021» με στοιχεία από 300 επαγγελματίες φορέων υγείας και η οποία διενεργήθηκε για λογαριασμό της βρετανικής εταιρείας πληροφορικής Arkivum.

Η ίδια μελέτη διαπίστωσε πως οι ακυρώσεις κλινικών μελετών ή οι καθυστερήσεις τους, οφείλονταν στην αδυναμία τους να βρουν συμμετέχοντες για τη μελέτη, καθώς πρόκειται για πάσχοντες από χρόνιες και απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις, οι οποίοι συχνά ήταν αδύνατο να δεχθούν τις θεραπείες της κλινικής μελέτης. Αντίστοιχα, το 84% των ασθενών με σπάνια νοσήματα στην Ευρώπη, αντιμετώπισαν διακοπή στην περίθαλψή τους, λόγω της πανδημίας, όπως μειωμένη πρόσβαση σε διαγνωστικά τεστ και θεραπείες, όπως χημειοθεραπείες και ενέσιμες αγωγές.

Η πανδημία, οδηγεί το 80% των εταιριών που ασχολούνται με επιστήμες υγείας να υιοθετήσουν τις νέες τεχνολογίες, όπως η μηχανική μάθηση και η τεχνητή νοημοσύνη, με στόχο την υποβοήθηση των κλινικών μελετών και τη διαχείριση των δεδομένων που προκύπτουν από τις κλινικές μελέτες.

Η μελέτη επιβεβαιώνει ότι πολλοί οργανισμοί επιστημών υγείας επιταχύνουν την ψηφιακή τους μεταρρύθμιση με στόχο να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά τους, να ενισχύσουν τη δυνατότητα συνεργασιών, αλλά και για να μπορέσουν να βελτιώσουν τις διαδικασίες διενέργειας κλινικών μελετών.

Share.

Comments are closed.