Με αρνητικά πρόσημα ξεκίνησε ο Σεπτέμβριος στη Wall Street, με τις μεγαλύτερες πιέσεις να επικεντρώνονται στον τεχνολογικό κλάδο και τον Nasdaq να καταγράφει απώλειες άνω του 1%. Η νέα άνοδος του πετρελαίου, η εκτίναξη των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων και οι αυξανόμενοι φόβοι ότι οι πληθωριστικές πιέσεις μπορεί να οδηγήσουν τη Federal Reserve σε αυστηρότερη νομισματική πολιτική προκαλούν νέο κύμα αποστροφής από το ρίσκο.
Στο «κόκκινο» οι τρεις μεγάλοι δείκτες
Στην έναρξη της συνεδρίασης, ο Dow Jones υποχωρούσε κατά περίπου 102 μονάδες ή 0,2%, κινούμενος κοντά στις 53.084 μονάδες.
Ο S&P 500 κατέγραφε απώλειες περίπου 0,7% στις 7.635 μονάδες, ενώ ακόμη μεγαλύτερες ήταν οι πιέσεις στον Nasdaq Composite, ο οποίος έχανε περίπου 1,3%, υποχωρώντας κοντά στις 26.032 μονάδες.
Η σημερινή πτώση έρχεται σε έντονη αντίθεση με το ισχυρό ράλι που είχε προηγηθεί στη Wall Street και είχε οδηγήσει τον Dow Jones πάνω από τις 53.000 μονάδες.
Γιατί πιέζεται περισσότερο ο Nasdaq
Οι τεχνολογικές μετοχές βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των ρευστοποιήσεων, καθώς η αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων πλήττει περισσότερο τις εταιρείες ανάπτυξης και ιδιαίτερα εκείνες που διαπραγματεύονται με υψηλές αποτιμήσεις.
Οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων χρησιμοποιούνται ως σημείο αναφοράς για την αποτίμηση των μελλοντικών εταιρικών κερδών. Όσο ανεβαίνουν οι αποδόσεις, τόσο μειώνεται θεωρητικά η σημερινή αξία των κερδών που αναμένονται στο μέλλον.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι τεχνολογικές μετοχές και οι τίτλοι που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαισθησία.
Το MoneyPress είχε ήδη καταγράψει την υψηλή μεταβλητότητα στις μετοχές της τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίες από πρωταγωνιστές του χρηματιστηριακού ράλι μπορούν να μετατραπούν γρήγορα σε «βαρίδι» για τους δείκτες όταν αλλάζει το κλίμα.
Το πετρέλαιο ξαναφέρνει τον φόβο του πληθωρισμού
Ο δεύτερος μεγάλος παράγοντας πίεσης είναι η νέα άνοδος των τιμών του πετρελαίου.
Το Brent κινείται πάνω από τα 92 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι ανησυχίες για την ασφάλεια των ενεργειακών ροών επαναφέρουν στο προσκήνιο τον κίνδυνο νέων διαταραχών στην προσφορά.
Για τις αγορές, το ακριβότερο πετρέλαιο δεν αποτελεί μόνο ενεργειακό ζήτημα. Μεταφράζεται σε υψηλότερο κόστος μεταφορών και παραγωγής και μπορεί να περάσει σταδιακά στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Αυτό σημαίνει μεγαλύτερες πληθωριστικές πιέσεις και, κατά συνέπεια, λιγότερα περιθώρια για χαλαρότερη νομισματική πολιτική.
Τα Στενά του Ορμούζ στο επίκεντρο
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι γεωπολιτικές εξελίξεις και η κατάσταση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες για την παγκόσμια διακίνηση πετρελαίου.
Η σύνδεση ανάμεσα στις εξελίξεις στην περιοχή και στη Wall Street έχει ήδη γίνει εμφανής τους προηγούμενους μήνες. Οι εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ είχαν προκαλέσει ισχυρές πιέσεις στις αμερικανικές μετοχές, με την τεχνολογία να βρίσκεται και τότε μεταξύ των κλάδων που επηρεάστηκαν περισσότερο.
Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν η άνοδος του πετρελαίου θα αποδειχθεί προσωρινή ή θα διατηρήσει τις ενεργειακές τιμές σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Οι αποδόσεις των ομολόγων ανεβαίνουν
Ταυτόχρονα, οι επενδυτές προχωρούν σε πωλήσεις αμερικανικών κρατικών ομολόγων, οδηγώντας τις αποδόσεις υψηλότερα.
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού Treasury κινείται περίπου στο 4,8%, επίπεδο που αυξάνει σημαντικά τον ανταγωνισμό που αντιμετωπίζουν οι μετοχές από την αγορά σταθερού εισοδήματος.
Όταν ένας επενδυτής μπορεί να εξασφαλίσει υψηλή απόδοση από ένα κρατικό ομόλογο, οι μετοχές πρέπει να προσφέρουν ακόμη μεγαλύτερη αναμενόμενη απόδοση ώστε να δικαιολογηθεί η ανάληψη πρόσθετου κινδύνου.
Αυτό δημιουργεί πίεση στις αποτιμήσεις, ιδιαίτερα των τεχνολογικών εταιρειών.
Επιστρέφει ο φόβος για τα επιτόκια
Η άνοδος του πετρελαίου και των αποδόσεων των ομολόγων οδηγεί την αγορά να επανεξετάζει και τις προβλέψεις της για τη Federal Reserve.
Εάν οι ενεργειακές τιμές οδηγήσουν σε νέα άνοδο του πληθωρισμού, η Fed θα έχει λιγότερα περιθώρια για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Το δυσμενέστερο σενάριο για τις αγορές θα ήταν η διατήρηση ή ακόμη και νέα αύξηση των επιτοκίων σε ένα περιβάλλον όπου η οικονομική ανάπτυξη αρχίζει να επιβραδύνεται.
Αυτός ο συνδυασμός εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η αντίδραση των επενδυτών είναι σήμερα τόσο έντονη.
Η τεχνολογία από το ράλι στις ρευστοποιήσεις
Η σημερινή εικόνα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή ο τεχνολογικός κλάδος ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής της ανόδου της Wall Street.
Οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και στους ημιαγωγούς είχαν οδηγήσει τον S&P 500 και τον Nasdaq σε νέα ιστορικά υψηλά.
Οι υψηλές αποτιμήσεις, όμως, κάνουν αυτές τις μετοχές πιο ευάλωτες όταν οι συνθήκες χρηματοδότησης επιδεινώνονται.
Έτσι, όταν ανεβαίνουν τα επιτόκια των ομολόγων, οι επενδυτές έχουν μεγαλύτερο κίνητρο να κατοχυρώσουν κέρδη από τις μετοχές που είχαν προηγουμένως σημειώσει τη μεγαλύτερη άνοδο.
Ο δύσκολος Σεπτέμβριος για τη Wall Street
Η σημερινή πτώση αποκτά πρόσθετη σημασία επειδή σηματοδοτεί την έναρξη ενός μήνα που παραδοσιακά είναι δύσκολος για τις αμερικανικές μετοχές.
Ιστορικά, ο Σεπτέμβριος αποτελεί έναν από τους χειρότερους μήνες για τη Wall Street. Μακροχρόνια στοιχεία δείχνουν μέση υποχώρηση περίπου 1,1% για τον Dow Jones και τον S&P 500, ενώ για τον Nasdaq η μέση πτώση είναι περίπου 0,8%.
Η εποχικότητα δεν αποτελεί φυσικά εγγύηση για την πορεία των αγορών. Προσθέτει όμως έναν ακόμη παράγοντα νευρικότητας σε μια περίοδο που οι επενδυτές βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με γεωπολιτικές και πληθωριστικές αβεβαιότητες.
Τι θα κρίνει την επόμενη κίνηση
Οι επόμενες συνεδριάσεις θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τρεις παράγοντες: την πορεία του πετρελαίου, τις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων και τις προσδοκίες για τη Fed.
Εάν οι αποδόσεις των Treasuries συνεχίσουν να κινούνται ανοδικά και το Brent παραμείνει πάνω από τα 90 δολάρια, οι πιέσεις στις τεχνολογικές μετοχές μπορεί να συνεχιστούν.
Αντίθετα, μια αποκλιμάκωση στις τιμές της ενέργειας θα μπορούσε να μειώσει τους φόβους για τον πληθωρισμό και να δώσει χώρο για αντίδραση.
Η Wall Street έχει αποδείξει αρκετές φορές μέσα στο 2026 ότι μπορεί να ανακάμψει γρήγορα μετά από έντονες διορθώσεις. Αυτή τη φορά, όμως, οι επενδυτές καλούνται να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα ακριβότερο πετρέλαιο, υψηλότερες αποδόσεις ομολόγων και αυξημένο κίνδυνο αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής.

