Τη μεγαλύτερη βελτίωση στην ποιότητα των δανειακών τους χαρτοφυλακίων, με όρους κόστους πιστωτικού κινδύνου, μεταξύ των ευρωπαϊκών τραπεζών συνεχίζουν να εμφανίζουν οι ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με νέα ανάλυση του καναδικού οίκου αξιολόγησης DBRS, επιβεβαιώνοντας την πρόοδο που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στην εξυγίανση των ισολογισμών τους. Παρά το περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, οι Εθνική Τράπεζα, Πειραιώς, Eurobank και Alpha Bank πέτυχαν σημαντική μείωση των προβλέψεων για επισφαλή δάνεια, αν και ο οίκος προειδοποιεί ότι οι επόμενοι 12-18 μήνες θα αποτελέσουν την πραγματική δοκιμασία για την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος.
Σύμφωνα με την DBRS, το κόστος πιστωτικού κινδύνου (Cost of Risk – CoR) των ελληνικών τραπεζών μειώθηκε κατά περίπου 20 μονάδες βάσης σε σχέση με το 2025 και περισσότερο από 30 μονάδες βάσης έναντι του 2024, υποχωρώντας κάτω από τις 60 μονάδες βάσης κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση μεταξύ των ευρωπαϊκών τραπεζικών συστημάτων που εξετάστηκαν, παρότι το απόλυτο επίπεδο του δείκτη στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερο από εκείνο των υπόλοιπων χωρών.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει προχωρήσει σε σημαντική αύξηση των επιτοκίων, ενώ οι προοπτικές περαιτέρω νομισματικής σύσφιγξης δημιουργούν νέες προκλήσεις για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Η ανάλυση της DBRS καλύπτει 53 τράπεζες από 14 ευρωπαϊκές χώρες και δείχνει ότι το μέσο κόστος πιστωτικού κινδύνου υποχώρησε στις 25 μονάδες βάσης το πρώτο εξάμηνο του 2026, από 30 μονάδες βάσης το 2025 και 28 μονάδες βάσης το 2024. Ωστόσο, η συνολική βελτίωση δεν ήταν ομοιόμορφη, καθώς 29 από τις 53 τράπεζες κατέγραψαν αύξηση του δείκτη σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Η εικόνα διαφοροποιείται και γεωγραφικά, με τη Νότια Ευρώπη και την Ιρλανδία να συνεχίζουν την αποκλιμάκωση του πιστωτικού κινδύνου, σε αντίθεση με τη Βόρεια και την Κεντρική Ευρώπη, όπου καταγράφεται αύξηση του κόστους προβλέψεων.
Για τις ελληνικές τράπεζες, η υποχώρηση του CoR σημαίνει ότι απαιτούνται μικρότερες προβλέψεις για πιθανές ζημιές από δάνεια, εξέλιξη που λειτουργεί υποστηρικτικά για την κερδοφορία και την οργανική δημιουργία κεφαλαίων. Παράλληλα, αναδεικνύει τη βελτίωση της ποιότητας των δανειακών χαρτοφυλακίων, έπειτα από μια μακρά περίοδο εξυγίανσης του εγχώριου τραπεζικού συστήματος.
Ο καναδικός οίκος αποδίδει την ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών στη συστηματική ενίσχυση των ισολογισμών τους, στη μείωση των κινδύνων, στα αυστηρότερα κριτήρια χορηγήσεων και στο ισχυρότερο εποπτικό πλαίσιο. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν επίσης τα αυξημένα αποθέματα αποταμιεύσεων μετά την πανδημία και η ανθεκτικότητα της απασχόλησης, που περιόρισαν τις επιπτώσεις του υψηλότερου κόστους δανεισμού.
Σε αντίθεση με προηγούμενους κύκλους αύξησης των επιτοκίων, όταν η νομισματική σύσφιγξη οδηγούσε σε γενικευμένη επιδείνωση των στεγαστικών και επιχειρηματικών χαρτοφυλακίων, αυτή τη φορά οι πιστωτικές πιέσεις εμφανίζονται περισσότερο περιορισμένες. Τα προβλήματα εντοπίζονται κυρίως στον τομέα των εμπορικών ακινήτων και σε επιχειρήσεις ή δανειολήπτες με υψηλή μόχλευση.
Σύμφωνα με την DBRS, πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εισήλθαν στην περίοδο υψηλών επιτοκίων διαθέτοντας ισχυρή ρευστότητα και δανειακές υποχρεώσεις μεγαλύτερης διάρκειας, γεγονός που περιόρισε την άμεση επίδραση των αυξήσεων στο κόστος χρηματοδότησης. Αντίστοιχα, η απομόχλευση των νοικοκυριών σε αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες λειτούργησε προστατευτικά, ενώ η σταθερότητα της αγοράς εργασίας συνέχισε να στηρίζει την ικανότητα εξυπηρέτησης των δανείων.
Παρά τη θετική εικόνα, ο οίκος εκτιμά ότι το κόστος πιστωτικού κινδύνου θα παρουσιάσει συγκρατημένη αύξηση κατά τους επόμενους 12-18 μήνες, καθώς οι υψηλότερες επιτοκιακές επιβαρύνσεις ενδέχεται να αρχίσουν να αποτυπώνονται εντονότερα στη συμπεριφορά των δανειοληπτών.
Στο βασικό μακροοικονομικό σενάριο της DBRS προβλέπεται περιορισμένη αλλά ανθεκτική ανάπτυξη και γενικά σταθερή ανεργία στην Ευρώπη κατά τη διετία 2026-2027. Ωστόσο, οι κίνδυνοι παραμένουν αυξημένοι, ιδιαίτερα εάν οι διαταραχές στον ενεργειακό εφοδιασμό από τη Μέση Ανατολή παραταθούν, επιβαρύνοντας το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Το κρίσιμο ερώτημα, σύμφωνα με τον οίκο, είναι εάν η μείωση του κόστους πιστωτικού κινδύνου αποτελεί πλέον διαρθρωτική βελτίωση των ευρωπαϊκών τραπεζών ή εάν οι επιπτώσεις των υψηλών επιτοκίων απλώς καθυστερούν να εμφανιστούν στους ισολογισμούς τους.
Σε κάθε περίπτωση, η DBRS εκτιμά ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες διαθέτουν επαρκή περιθώρια απορρόφησης μιας ενδεχόμενης αύξησης των προβλέψεων, χάρη στις ισχυρές κεφαλαιακές θέσεις, την υψηλή ρευστότητα και τη σημαντική παραγωγή κερδών.
Για τις ελληνικές τράπεζες, το μήνυμα της ανάλυσης είναι διπλό: η ταχύτερη μείωση του πιστωτικού κινδύνου στην Ευρώπη αποτελεί σαφή ένδειξη προόδου, αλλά το γεγονός ότι ο δείκτης παραμένει συγκριτικά υψηλότερος δείχνει πως εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης. Το μεγάλο στοίχημα πλέον είναι να διατηρηθεί αυτή η θετική πορεία και σε ένα ενδεχομένως δυσκολότερο περιβάλλον επιτοκίων, πληθωρισμού και οικονομικής ανάπτυξης.

